ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ανάληψη ευθύνης για την επίθεση στα γραφεία ΠΑΣΟΚ

analipsi-eythynis-gia-tin-epithesi-sta-grafeia-pasok-2032967

Η πρωτοεμφανιζόμενη «Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας» ανέλαβε την ευθύνη της ένοπλης επίθεσης στα κεντρικά γραφεία του ΠΑΣΟΚ, ξημερώματα της 25ης Μαΐου.

Το κείμενο-προκήρυξη αναρτήθηκε νωρίς χθες το πρωί στην ιστοσελίδα Athens Indymedia. Περιλαμβάνει αναφορές στο ΠΑΣΟΚ και στο υπό ψήφιση νομοσχέδιο για τη δημιουργία φυλακών υψίστης ασφαλείας. «Σε όλα τα χρόνια της Μεταπολίτευσης το ΠΑΣΟΚ στήριξε την πολιτική του στην καταστολή των κοινωνικών αντιστάσεων», γράφει ο συντάκτης του κειμένου και κατηγορεί τα στελέχη του κόμματος ότι οι τροποποιήσεις που πρότειναν στο νομοσχέδιο για τις φυλακές «δίνουν άλλοθι εξομάλυνσης σ’ αυτό το δολοφονικό σχέδιο». Απειλεί με νέα τρομοκρατικά χτυπήματα («Οι σφαίρες που καρφώσαμε στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ ήταν μια πρόγευση για τους εξουσιαστές»), ενώ κάνει ειδική αναφορά στη διμοιρία των ΜΑΤ που σταθμεύει μόνιμα στην οδό Χαρ. Τρικούπη. Γράφει συγκεκριμένα ότι «σύντροφοι που πραγματοποίησαν την επίθεση είδαν τους μπάτσους των ΜΑΤ (…). Δεν τους χτυπήσαμε, γιατί το πολιτικό σχέδιο είχε καθαρό στόχο ενάντια στον συγκεκριμένο πολιτικό μηχανισμό».

Η ένοπλη επίθεση είχε γίνει στις 5.30 π.μ. της 25ης Μαΐου. Οι δράστες είχαν ανοίξει πυρ με καλάσνικοφ από υπαίθριο parking στην πίσω πλευρά των γραφείων, στην οδό Μαυρομιχάλη. Οπως είχε αποκαλύψει η «Κ» (29/5), για τη φύλαξη των γραφείων του ΠΑΣΟΚ απασχολούνται περισσότεροι από 25 αποσπασμένοι αστυνομικοί, ενώ τη στιγμή της επίθεσης εκτελούσαν υπηρεσία τέσσερις αστυνομικοί της Ασφάλειας που δεν αντελήφθησαν το παραμικρό. Η επωνυμία της νεοεμφανιζόμενης οργάνωσης παραπέμπει στην ΟΠΛΑ («Ομάδες Προλεταριακής Λαϊκής Αυτοάμυνας») που στις 30 Οκτωβρίου 2009 είχε επιτεθεί στο Α.Τ. Αγ. Παρασκευής.

«Παρεμβάσεις στο νομοθετικό έργο μέσω απειλών και πυροβολισμών, προς όφελος τρομοκρατών, δεν γίνονται αποδεκτές. Η δημοκρατία και ο κοινοβουλευτισμός δεν απειλούνται», τονίζει το ΠΑΣΟΚ σε ανακοίνωση που εξέδωσε. «Το κείμενο της προκήρυξης επιβεβαιώνει απλώς την ανάγκη ύπαρξης σωφρονιστικών καταστημάτων τύπου Γ΄, με όλες τις εγγυήσεις του κράτους δικαίου».