ΚΟΙΝΩΝΙΑ

«Επιχείρηση απόκρυψης» και το ’74

epicheirisi-apokrypsis-kai-to-74-2035951

Ακριβώς πριν από 40 χρόνια, στις 20 Ιουλίου του 1974, την ημέρα που άλλαξε η ιστορία της Κύπρου, ο αρχαιολόγος Σπύρος Μαρινάτος βρισκόταν στο Ακρωτήρι στη Σαντορίνη. To ίδιο βράδυ έγραψε στο ημερολόγιο ανασκαφής: «Αρχίσαμεν πρωί ομαλώς, μέχρι της ώρας καθ’ ην ανηγγέλθη η απόβασις του Τούρκου εις Κύπρον και η κήρυξις γενικής επιστρατεύσεως … διετάγην εξ Αθηνών να απαγορεύσουμε την είσοδον των επισκεπτών εις την ανασκαφήν και να κλείσωμεν αμέσως τα συρματοπλέγματα. Εξετελέσθησαν αμφότερα».

Την επόμενη κιόλας ημέρα, σε ένα άλλο νησί, στη Ρόδο, ο Σπύρος Ντούμας, έφορος αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου, ελάμβανε την ειδοποίηση της επιστράτευσής του. «Μα πώς είναι δυνατόν να αφήνουν μια ολόκληρη υπηρεσία ακέφαλη;», αναρωτιόταν καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού. Πράγματι, όταν έφτασε στον Πειραιά, τον ειδοποίησαν πως θα έπρεπε να επιστρέψει άμεσα πίσω στο νησί. Εκεί, του είπαν, τον περίμενε μια άλλη εξίσου σημαντική μυστική αποστολή.

Στη Ρόδο πλέον, και όσο περίμενε εντολές για περαιτέρω ενέργειες, είδε με έκπληξη πως όσο απουσίαζε είχε τοποθετηθεί μέσα στον αρχαιολογικό χώρο του ναού του Απόλλωνα μια σειρά από κανόνια. Επρόκειτο για μια -άγνωστη μέχρι σήμερα- προσπάθεια να οχυρωθεί το νησί από τους Τούρκους. Επέστρεψε αμέσως στο γραφείο του και προσπάθησε να επικοινωνήσει με το υπουργείο για να απομακρυνθούν άμεσα τα κανόνια. «Είναι τρέλα! Με το που τα δουν οι Τούρκοι, θα βομβαρδίσουν το επόμενο λεπτό, θα κινδυνεύσει ο ναός», θυμάται πως είχε διαμηνύσει στο υπουργείο. Οι συνομιλητές του όμως δεν συμμερίζονταν τις ανησυχίες του αποκαλώντας τον «αντιπατριώτη», ενώ τον ενημέρωσαν εμπιστευτικά πως θα έπρεπε να συντονίσει την απόκρυψη των αρχαίων σε όλα τα μουσεία αρμοδιότητάς του.

Αυτό που τον ξένισε όμως ήταν μια συνοδευτική εντολή να απολυθεί ένας συγκεκριμένος φύλακας ο οποίος -όπως του έγραφαν- θα στεκόταν εμπόδιο στην αποστολή που έπρεπε να γίνει με απόλυτη μυστικότητα. Επρόκειτο για τον Χουσεΐν, τον τουρκικής καταγωγής φύλακα που δούλευε πάνω από 40 χρόνια στο Μουσείο της Ρόδου. «Αποκλείεται», αντιστάθηκε ο κ. Ντούμας. «Τους είπα πως πρόκειται για εξαιρετικό υπάλληλο εμπιστοσύνης που αγαπούσε το μουσείο σαν το σπίτι του».

Μέσα στον χαμό εκείνων των ημερών η απόλυση δεν έγινε ποτέ και «ευτυχώς, διότι η βοήθειά του ήταν πολύτιμη», θυμάται σήμερα ο κ. Ντούμας. Και αυτό, γιατί ο Χουσεΐν είχε βοηθήσει στην απόκρυψη των αρχαίων και επί Κατοχής όταν οι Αγγλοι βομβάρδισαν το νησί. Ετσι τον Ιούλιο του 1974 μαζί με τους αρχαιολόγους, ο Χουσεΐν άδειασε για ακόμη μία φορά το μουσείο της Ρόδου.

Σε όλη την Ελλάδα

Ανάλογες εντολές για να κλείσουν αρχαιολογικοί χώροι αλλά και μουσεία είχαν δοθεί και για την υπόλοιπη Ελλάδα. Στο αρχείο του Μαρινάτου, που διατηρεί σήμερα η κόρη του Ναννώ, υπάρχει τηλεγράφημα της 27ης Ιουλίου με οδηγίες για αυστηρή εφαρμογή εμπιστευτικής εγκυκλίου. Ο γενικός επιθεωρητής Αρχαιοτήτων, Νικόλαος Κοντολέων, βρισκόταν εκείνες τις ημέρες σε ανασκαφή στην Νάξο και ο Αγγελος Ματθαίος, νεαρός φοιτητής του, θυμάται πως τον είχαν καλέσει εσπευσμένα στην Αθήνα. Τις επόμενες ημέρες ο Κοντολέων μάζεψε πρώην και νυν φοιτητές του και τους ζήτησε βοήθεια. «Δεν χρειαζόταν να μας εξηγήσει, όλοι καταλαβαίναμε περί τίνος πρόκειται», θυμάται η Εύα Μπουρνιά, που ήταν τότε βοηθός στη 2η έδρα Κλασικής Αρχαιολογίας.

Η επίλεκτη ομάδα την επόμενη κιόλας ημέρα κατέβηκε στα υπόγεια του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και έπιασε δουλειά. Με τις εξελίξεις να τρέχουν, κανείς δεν ήξερε τι θα μπορούσε να συμβεί ανά πάσα στιγμή ακόμα και στην Αθήνα. Μια ομάδα ξεκίνησε να συντάσσει λίστες με τα αρχαία τα οποία έπρεπε να κρυφτούν κατά προτεραιότητα, ενώ μια άλλη ομάδα ανέλαβε να δει πώς θα ανοίξουν ορύγματα για να κρυφτούν τα μεγαλύτερα αγάλματα.

Πριν όμως ξεκινήσει για τα καλά η διαδικασία, «εδόθη παύση του συναγερμού», θυμάται ο Ματθαίος που είχε αναλάβει τη συλλογή των Χαλκών. Η άμεση απειλή για την Ελλάδα είχε περάσει και το μυστικό σχέδιο απόκρυψης των αρχαίων στο μεγαλύτερο αρχαιολογικό μουσείο της χώρας δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, από την κεντρική πύλη του μουσείου, πέρασαν δέκα μεγάλα κιβώτια με αρχαία. Αποστολέας, ο Βάσος Καραγιώργης, ο τότε γενικός διευθυντής Αρχαιοτήτων της Κύπρου.

Και στην Κύπρο

Τον Βάσο Καραγιώργη η εισβολή τον είχε βρει στην Αγγλία. Για δύο ολόκληρες εβδομάδες προσπαθούσε να βρει τρόπο να φτάσει στην Κύπρο και στην οικογένειά του, και τελικά μέσω Πειραιά έφτασε με πλοίο στη Λεμεσό. Θυμάται πως η κατάσταση ήταν χαοτική, «δεν μπορούσα καν να εντοπίσω τους δικούς μου, είχαν φύγει για τη Γαλλία και έκανα μέρες να τους βρω».

Ο Καραγιώργης είχε, όπως λέει, και ακόμη έναν λόγο να ανησυχεί: «Από την πρώτη στιγμή είχα τρέξει στο Μουσείο της Λεμεσού. Ούτε 100 μέτρα δεν απείχε από τη διαχωριστική γραμμή με τα Κατεχόμενα και υπήρχε κίνδυνος τα τουρκικά στρατεύματα να καταλάβουν και τον χώρο εκείνο ανά πάσα στιγμή». Μάζεψε όλο το προσωπικό και ξεκίνησε μια «αποστολή αυτοθυσίας», όπως την αποκαλεί: «Κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών, ακόμα και την ώρα που ο καπνός από γειτονικές πυρκαγιές έμπαινε από τα παράθυρα, εμείς δουλέψαμε μέρα νύχτα για να φυγαδεύσουμε τα αρχαία της έκθεσης». 

Με φορτηγά μεταφέρθηκαν μέσα στη νύχτα σε ασφαλές μέρος, που ακόμα και σήμερα -40 χρόνια μετά- ο κ. Καραγιώργης δεν θέλει να αποκαλύψει. Εκεί έμειναν για λίγες ημέρες και με την πρώτη ευκαιρία μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα στο Αρχαιολογικό Μουσείο, όπου και εκτέθηκαν στις αίθουσες της Νομισματικής Συλλογής. Στην Κύπρο επέστρεψαν ύστερα από πέντε χρόνια.