ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ενα πάρκινγκ σε δικαστικό κλοιό

10s10park

Ο δικαστικός επιμελητής Α.Γ. θα πρέπει να αισθάνθηκε περίεργα το πρωί της Τετάρτης 30 Ιουλίου 2014. Είχε στα χέρια του δικαστική απόφαση με την οποία διετάσσετο η εκκένωση, από τον μέχρι τότε ενοικιαστή και διαχειριστή, του πιο γνωστού σταθμού στάθμευσης αυτοκινήτων της Θεσσαλονίκης: αυτού που βρίσκεται στο εμπορικό κέντρο «Πλατεία», επί των οδών Τσιμισκή και Β. Ηρακλείου.

Περίπου 15 άτομα, που βρίσκονταν στο γκαράζ, εμφανίσθηκαν ως «υπάλληλοι και πελάτες» και απείλησαν τον επιμελητή με μηνύσεις. Ετσι αναγκάσθηκε να καλέσει το «100». Το περιπολικό με τους δύο αστυνομικούς δεν έφθασε και έπειτα από παρέμβαση του εισαγγελέα υπηρεσίας εκλήθησαν ενισχύσεις ώστε να ολοκληρώσει την αποστολή του. Δηλαδή, να «αποβάλει» την Ιερά Μονή του Αγίου Φιλοθέου του Αγίου Ορους «και να παραδώσει το ακίνητο στη νόμιμη εκπρόσωπο και διαχειρίστρια της εταιρείας που το νοίκιαζε ώς το 2007».

Αυτό ήταν το τελευταίο επεισόδιο μιας απίστευτης ιστορίας. Ξεκινά το 2007, με εντολή του τότε προϊσταμένου της Εισαγγελίας να αποβληθεί η δικαιωμένη σήμερα από τον Αρειο Πάγο εταιρεία για να εγκατασταθεί εταιρεία διαχειρίστρια συνδεδεμένη με την Ι.Μ. Φιλοθέου. Η υπόθεση έφτασε στο ανώτατο δικαστήριο, έπειτα από καταγγελίες που έκανε η δικαιωμένη σήμερα μισθώτρια Ε. Παντελίδου και αφορούσαν φοροδιαφυγή της Μονής. Υπήρχαν όμως και ανώνυμες καταγγελίες κατά της ίδιας της κ. Παντελίδου αλλά και της κατασκευάστριας του γκαράζ ότι πριν από το 2005 εκμεταλλευόταν αυτή το γκαράζ χωρίς να φαίνεται σε παραστατικά και χωρίς να επιτρέπεται από τους κανόνες επιδότησης από την Ε.Ε. που έκαναν δυνατή την κατασκευή του.

Ομως, με την απόφαση 1766 ο Αρειος Πάγος αποφάσισε τον Δεκέμβριο του 2012 ότι η εταιρεία που διαχειριζόταν και νοίκιαζε τον σταθμό αυτοκινήτων ώς το 2005 είχε ουσιαστικά μισθωτική σχέση με την αρχική ιδιοκτήτρια ΓΕΚΑ, όσο και με την Ι.Μ Φιλοθέου στην οποία η ΓΕΚΑ πούλησε το ακίνητο. Ετσι έκλεινε ο πρώτος γύρος δικαστικών αντιπαραθέσεων, που ξεκίνησε ύστερα από απόφαση του τότε νομάρχη Θεσσαλονίκης για σφράγιση του γκαράζ καθώς απεφάνθη ότι η εταιρεία της κ. Παντελίδου δεν είχε νόμιμη άδεια εκμετάλλευσης του σταθμού.

Η εταιρεία που εγκαταστάθηκε το 2007 επικαλέσθηκε το γεγονός ότι μεταξύ της ΓΕΚΑ και της αρχικής μισθώτριας δεν μπορούσε να υπάρχει μισθωτική σχέση καθώς κάτι τέτοιο απαγορευόταν από τους κανόνες χρηματοδότησης κατασκευής του σταθμού από την Ε.Ε. και ότι η σχέση ήταν αποκλειστικά σχέση διαχείρισης. Η εταιρεία της κ. Παντελίδου επικαλείται το γεγονός ότι ο νέος αγοραστής θα έπρεπε να σεβαστεί τη σύμβαση με τον πρώτο ιδιοκτήτη ακόμα και μετά τη μεταβίβαση, πράγμα που η Ι.Μ. δεν δέχθηκε, αμφισβητώντας την ύπαρξη σύμβασης μίσθωσης και καταλογίζοντας στους ώς το 2007 διαχειριστές ότι δεν την πλήρωναν σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Φορολογικοί έλεγχοι

Τα δικαστήρια δεν δέχθηκαν αυτήν την επιχειρηματολογία θεωρώντας ότι οι εταιρείες της κ. Παντελίδου ήταν όντως μισθώτριες και ότι κακώς απεβλήθησαν το 2007 από το γκαράζ. Παράλληλα η ίδια κατήγγειλε στις φορολογικές αρχές ότι η Μονή δεν απέδιδε τον φόρο επί των εμπορικών μισθώσεων που ίσχυε για ακίνητα που δεν ιδιοχρησιμοποιούνται. Η καταγγελία αυτή είχε ως αποτέλεσμα φορολογικό έλεγχο για τις χρήσεις 2005-2011. Εκεί, η επιθεωρήτρια διαπίστωσε, για παράδειγμα, ότι το εισόδημα του 2010 είχε δηλωθεί απαλλασσόμενο (ενώ δεν ήταν), ενώ το ετήσιο μίσθωμα μόνο από τον σταθμό των αυτοκινήτων ήταν 1,328 εκατ. ευρώ. Το φύλλο και η έκθεση ελέγχου σύμφωνα με πληροφορίες θυροκολλήθηκαν στη Μονή για να προσφύγει η τελευταία στον μηχανισμό της διοικητικής επίλυσης διαφορών.

Μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου οι φορολογικές αρχές και οι οικονομικοί εισαγγελείς έλαβαν ανώνυμη καταγγελία στις αρχές του 2013 με την οποία άγνωστοι κατήγγειλαν την παλαιά μισθώτρια και την αρχική ιδιοκτήτρια ότι λειτουργούσαν τον σταθμό αυτοκινήτων στην αρχική του φάση χωρίς να εκδίδουν παραστατικά. Η κ. Παντελίδου αλλά και η αρχική ιδιοκτήτρια ΓΕΚΑ διέψευσαν την καταγγελία και την κατήγγειλαν στο τμήμα εκβιαστών της ΕΛ.ΑΣ. Πηγές του υπ. Οικονομικών ανέφεραν ότι ένα τμήμα της λειτουργίας του σταθμού αφορά χρήσεις που έχουν παραγραφεί, ενώ για ένα άλλο γίνεται έλεγχος.