ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Συκιά Κορινθίας, το «αραξοβόλι των ποιητών»

23s14xorio1

Οι επισκέπτες του Λονδίνου έχουν την ευκαιρία να ξεναγηθούν στο σπίτι του Κάρολου Ντίκενς, ενώ στην παραθαλάσσια Αντίμπ της Κυανής Ακτής, οι ταξιδιώτες μπορούν να περιηγηθούν στα σοκάκια που κάποτε περπατούσαν ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Πάμπλο Πικάσο. Ανθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων, που συνέδεσαν έναν τόπο με το έργο τους, αποτελούν αναμφισβήτητα πόλο έλξης και μετά θάνατον για τους απανταχού θαυμαστές τους.

«Ο δικός μας τόπος είχε την τύχη να φιλοξενήσει στο διηνεκές του χρόνου πολλούς καλλιτέχνες και επιστήμονες» αναφέρει στην «Κ» η κ. Δάφνη Μαυρομμάτη, μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου Ξενοδόχων Ξυλοκάστρου, που διατηρεί ξενοδοχείο στη Συκιά, το περίφημο «αραξοβόλι των ποιητών». Το «βιογραφικό» της άγνωστης στο ευρύ κοινό Συκιάς Ξυλοκάστρου είναι πλούσιο, καθώς εδώ έχουν ζήσει οι ποιητές Αγγελος Σικελιανός και Κωνσταντίνος Καρυωτάκης, οι συγγραφείς και πανεπιστημιακοί Θεοφάνης και Ιωάννης Κακριδής και Νίκος Καλογερόπουλος, ο τραγουδιστής της όπερας, Θάνος Μπούρλος και ο δημοσιογράφος και ποιητής Σοφοκλής Καρύδης.

«Κέντρο Ποίησης»

«Το πολιτισμικό μας παρελθόν σε συνδυασμό με ορισμένα κτίρια – ορόσημα της Συκιάς, όπως η Βίλα Σικελιανού, διατηρητέο σήμερα των αδελφών Τυπάλδου, η οικία του σταφιδέμπορα Ζουζούλα, ο πύργος του Χαλήλ Αγά και το σπίτι της οικογένειας Καρυωτάκη, γέννησαν την ιδέα για τη σύσταση ενός «Κέντρου Ελληνικής Ποίησης» σημειώνει η κ. Μαυρομμάτη, υπενθυμίζοντάς μας το επιτυχημένο εγχείρημα στην Πάρο με το «Σπίτι της Λογοτεχνίας».

Στην υλοποίηση αυτού του οράματος ταιριάζει το σπίτι της οικογένειας Καρυωτάκη, το οποίο για πάνω από δέκα χρόνια έχει εγκαταλειφθεί στη φθορά του χρόνου, θύμα της ελληνικής γραφειοκρατίας. Η εν λόγω μονοκατοικία, που είναι μεταγενέστερη του ποιητή, ο οποίος παραθέριζε ως παιδί σε άλλο σπίτι, είναι «ορφανή» για πάνω από δέκα χρόνια. Ο τελευταίος ιδιοκτήτης, Δημοσθένης Καρυωτάκης, πέθανε ανήμερα την Πρωτοχρονιά του 2001, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ενώ η σύζυγος και η κόρη του είχαν ήδη αποβιώσει. Ετσι, το ακίνητο πέρασε αυτόματα στο καθεστώς της «σχολάζουσας κληρονομιάς». Σύμφωνα με τη νομοθεσία, το δικαστήριο ορίζει έναν δικηγόρο ως κηδεμόνα της σχολάζουσας κληρονομιάς, ο οποίος έχει το καθήκον ως βραχύβιος διαχειριστής της περιουσίας να σφραγίσει και να συντηρεί το ακίνητο, ενώ παράλληλα να διαλευκάνει σε εύλογο χρονικό διάστημα το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Στην αντίθετη περίπτωση, περνά στη δικαιοδοσία του κράτους. Καθώς το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει είναι μεγάλο, οι τοπικοί παράγοντες και λοιποί ενδιαφερόμενοι έχουν αποκαρδιωθεί. «Στο γκαράζ βρίσκεται ακόμα το αυτοκίνητο του μακαρίτη, όπως το άφησε την τελευταία φορά» περιγράφουν κάτοικοι της περιοχής, «το σπίτι στο εσωτερικό έχει λίγο πολύ λεηλατηθεί, καθώς η περίφραξη είναι διάτρητη».

«Πολλοί πελάτες μου, κυρίως Ελληνες του εξωτερικού, έχουν δείξει έντονο ενδιαφέρον για να αγοράσουν το ακίνητο» διηγείται η κ. Μαυρομμάτη, της οποίας το ξενοδοχείο βρίσκεται ανάμεσα στη Βίλα Σικελιανού και στη μονοκατοικία της οικογένειας Καρυωτάκη. «Η υπομονή και η επιμονή τους κάμφθηκε, καθώς δεν δινόταν καμία σαφής απάντηση, για το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την "απελευθέρωση" του σπιτιού» συμπληρώνει η ίδια. Η «Κ» επικοινώνησε με τον κηδεμόνα, πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Κορίνθου, κ. Παναγιώτη Νικολόπουλο, ο οποίος διευκρίνισε ότι παρόμοιες διαδικασίες «διαρκούν πολύ». «Βρισκόμαστε στην τελική ευθεία» σημείωσε ο κ. Νικολόπουλος, «το 2012 εμφανίστηκε αιφνιδιαστικά μια χειρόγραφη διαθήκη, η οποία αποδείχθηκε έπειτα και από εξέταση γραφολόγου ότι δεν ήταν γνήσια, συνεπώς η αιτούσα -άγνωστη στο περιβάλλον του αποθανόντος- αποσύρθηκε».

Από την Αμερική

Η ιστορία του σπιτιού, που ερειπώνει, απασχολεί έντονα τα εναπομείναντα μέλη της οικογένειας Καρυωτάκη, πολλά εκ των οποίων ζουν στις ΗΠΑ. «Δεν διεκδικούμε τίποτα, μας ενδιαφέρει μόνον να αποκτήσουμε πρόσβαση στο σπίτι, ώστε να εντοπίσουμε δύο οικογενειακά κειμήλια, μια προτομή του ποιητή και μια ελαιογραφία» εξηγεί σε τηλεφωνική μας συνομιλία, ο 85χρονος Γιώργος Καρυωτάκης, που ζει μόνιμα στην Καλιφόρνια, όπου μετέβη νέος για σπουδές στο Στάντφορντ. «Εχει διατυπωθεί, μάλιστα, η πρόθεση, τα εν λόγω αντικείμενα να τοποθετηθούν στην ειδικά διαμορφωμένη γωνία για τον ποιητή θείο μας, στο νέο παράρτημα του Μουσείου Μπενάκη για τους νεοέλληνες ποιητές» προσθέτει. «Αν το κτίριο είχε βγει σε πλειστηριασμό, το Δημόσιο θα είχε εισπράξει ένα αξιόλογο ποσό» παρατηρεί.

«Εχουμε διοχετεύσει πολλή ενέργεια, αλλά εις μάτην» λέει από την πλευρά του, ο Ελληνοαμερικανός, Πήτερ Καρυωτάκης, που επισκέπτεται τακτικά τη Συκιά, θέλοντας να κρατήσει ζωντανές τις μνήμες του από τα ξέγνοιαστα καλοκαίρια της νιότης του…

Ο ποιητής και οι αναφορές στο χωριό

Μπορεί ο ποιητής Καρυωτάκης να είναι συνδεδεμένος στη συλλογική μνήμη με την Πρέβεζα, τόπο της αυτοκτονίας του, όμως και οι Κρητικοί διεκδικούν εξίσου την εντοπιότητά του. Στην πραγματικότητα «ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1896 και έζησε τα παιδικά του χρόνια σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, ακολουθώντας τον νομομηχανικό πατέρα του, τελείωσε δε το γυμνάσιο στα Χανιά», εξηγεί στην «Κ» ο ποιητής Τάκης Μιχόπουλος, γέννημα – θρέμμα του Ξυλοκάστρου. Αλλωστε, η ετυμολογία του επιθέτου οδηγεί νομοτελειακά στην Κορινθία. «Ο παππούς του, Κώστας Ευθυμίου, κατέβηκε νέος από τα Καρυώτικα, στη Συκιά, όπου ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα ως έμπορος και απέκτησε μεγάλη περιουσία» διηγείται ο κ. Μιχόπουλος «από θαυμασμό στο πρόσωπό του, οι Συκιώτες τον "βάπτισαν" Καρυωτάκη».

Ποιος τόπος, τελικά, σημάδεψε τη συνείδηση του ποιητή ως ιδιαίτερη πατρίδα του, επηρεάζοντας μοιραία και το έργο του; Ο κ. Μιχόπουλος ισχυρίζεται ότι ο ποιητής αγαπούσε ιδιαίτερα τη Συκιά, παρά που εκ πρώτης όψεως δεν μιλάει πουθενά στα ποιήματά του για το παραθαλάσσιο θέρετρο, όπου ως παιδί περνούσε τα καλοκαίρια του μαζί με τα αδέλφιά του. Μια πιο ενδελεχής, όμως, ανάλυση, αποδεικνύει του λόγου το αληθές. «Στέκομαι στην επιλογή ορισμένων λέξεων, όπως το "κυρούλα", το οποίο χρησιμοποιούμε στην Κορινθία μέχρι σήμερα για τη γιαγιά», σημειώνει ο κ. Μιχόπουλος. Αντίστοιχα και οι λοιπές περιγραφές του ποιητή παραπέμπουν στη Συκιά. «Αναφέρει τις "ολόασπρες γάστρες", οι οποίες κατασκευασμένες από πηλό βρίσκονται δίπλα στο "φουρναριό" των χωριάτικων σπιτιών της Κορινθίας».