ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ανάγκη νέας στρατηγικής για τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς

anagki-neas-stratigikis-gia-ti-diacheirisi-tis-politistikis-klironomias-2048990

Την αναγκαιότητα χάραξης μιας νέας στρατηγικής στη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς επιβεβαίωσαν την Παρασκευή επιστήμονες  και πολιτικοί, που έδωσαν το «παρών» στη «Διεθνή Συνάντηση για τα Πολιτιστικά Τοπία», που διοργάνωσε το Πολιτιστικό Ίδρυμα του Ομίλου Πειραιώς. «Κλείνοντας μια συναρπαστική δεκαετία, στην  οποία δεν πιστέψαμε απλώς ότι ένα χρηματοπιστωτικό Ίδρυμα, η Τράπεζα Πειραιώς, πρέπει να λειτουργεί και να υποστηρίζει ένα Ιδρυμα αφοσιωμένα στον πολιτισμό, αλλά τολμήσαμε να διαμορφώσουμε ένα νέο πρότυπο πολιτιστικής δημιουργίας, που βασίζεται στη συνέργεια του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα» ανέφερε στον χαιρετισμό της η πρόεδρος του Ιδρύματος, κ. Σοφία Στάϊκου.

  Υπενθυμίζεται ότι το Ίδρυμα  σε συνεργασία με το Υπουργείο Πολιτισμού λειτουργεί επτά μουσεία στην ελληνική περιφέρεια, τα οποία σύντομα θα γίνουν εννέα. Οι επισκέπτες αυτών ξεπερνούν τους 120.000 ετησίως. «Τα Μουσεία μας διασώζουν την τοπική ιστορία, όπως αυτή συναρτάται με την αξιοποίηση των φυσικών πόρων, όπως το λάδι, το νερό, το μάρμαρο, το μετάξι…». Πρόκειται για το Μουσείο «Πλινθοκεραμοποιίας Ν.& Σ. Τσαλαπάτα» στον Βόλο, το Μουσείο Περιβάλλοντος στη Στυμφαλία, το Μουσείο Ελιάς και Ελληνικού Λαδιού στην Σπάρτη, το Μουσείο Μετάξης στο Σουφλί, το Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης στη Δημητσάνα, το Μουσείο Βιομηχανικής Ελαιουργίας Λέσβου (Αγία Παρασκευή) και το Μουσείο Μαρμαροτεχνίας στον Πύργο Τήνου.

Στο εν λόγω δίκτυο θεματικών μουσείων θα προστεθούν το υπό κατασκευή Μουσείο Μαστίχας στην Χίο και το Μουσείο Αργυροτεχνίας στα Ιωάννινα. Ο τρόπος λειτουργίας του  Μουσείου Περιβάλλοντος στη Στυμφαλία, μια περιοχή με πλούσια φυσική και πολιτιστική κληρονομία, είναι προάγγελος μιας νέας προσέγγισης στη διαχείριση του φυσικού και πολιτιστικού τοπίου. Άλλωστε, το Ίδρυμα συμμετέχει στο ευρωπαϊκό πρόγραμμα LIFE για τη βιώσιμη διαχείριση του τοπίου της Στυμφαλίας.

Επόμενο «στοίχημα», επομένως, του πολιτιστικού Ιδρύματος είναι να αναδείξει την σημασία των πολιτιστικών τοπίων, ιδιαίτερα δε όσων είναι ενταγμένα σε περιοχές του δικτύου Natura 2000 και την κατάρτιση μιας πολιτικής που θα προστατεύει και θα προβάλει από κοινού τη φυσική και πολιτιστική κληρονομιά. Πώς, όμως, ορίζονται τα όρια μεταξύ του πολιτιστικού και φυσικού τοπίου; Και ποιες τροποποιήσεις απαιτούνται στις πολιτικές και στους χρηματοδοτικούς μηχανισμούς της ΕΕ και άλλων φορέων, ώστε να υποστηρίξουν την κοινή διαχείριση της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς σε περιοχές του δικτύου Νatura 2000; Η συζήτηση που αναζήτησε τις απαντήσεις υλοποιήθηκε σε συνεργασία με τα Υπουργεία Περιβάλλοντος και Πολιτισμού.