ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Xάνουν προνόμια στις πτωχεύσεις

xanoyn-pronomia-stis-ptocheyseis-2057770

O πρώην εργαζόμενος στεκόταν ενώπιον της έδρας και απαντούσε στις ερωτήσεις των δικηγόρων και της πρωτοδίκου. «Πώς αντιλήφθηκαν οι εργαζόμενοι τα προβλήματα της εταιρείας;» «Πόσο καιρό είχε καθυστερήσει η μισθοδοσία;» «Κάνατε εργασίες ακόμα και μετά την ημερομηνία πτώχευσης;». Ο πρώην εργοδότης του μάρτυρα είχε πτωχεύσει το 2011, αλλά υπήρχαν ακόμη εκκρεμείς απαιτήσεις των εργαζομένων.

Η δυνατότητα ικανοποίησης τέτοιου είδους απαιτήσεων πρόκειται να γίνει πολύ πιο δυσχερής για τους εργαζομένους αν εγκριθεί ως έχει το νομοσχέδιο για τις αλλαγές στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας που έχει κατατεθεί εδώ και τρεις εβδομάδες στη Βουλή. Με το προωθούμενο νομοσχέδιο, οι εργαζόμενοι –πέραν του ότι δεν θα μπορούν πλέον να καταθέτουν ως μάρτυρες– χάνουν τα τελευταία από τα προνόμια που τους είχαν απομείνει στην ιεραρχία των πιστωτών πτωχευθεισών επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων έναντι των οποίων έχουν κινηθεί διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης.

Το επίμαχο άρθρο (977) ορίζει ότι οι δανειστές με ενέχυρο –βασικά οι τράπεζες, που αρκεί, μάλιστα, να έχουν κάνει προσημείωση στο περιουσιακό στοιχείο υπό διεκδίκηση– θα λαμβάνουν το 65% του ποσού που θα προκύψει από τον πλειστηριασμό. Οι μέχρι πρότινος προνομιούχοι –οι εργαζόμενοι, τα ταμεία και το Δημόσιο– θα μοιράζονται, ανάλογα με τις απαιτήσεις τους, το 25%. Το υπόλοιπο 10% πηγαίνει στους «μη προνομιούχους» πιστωτές, όπως οι προμηθευτές.

Η υπονόμευση των προνομίων των εργαζομένων αποτελεί μια πτυχή της αποδυνάμωσης της μισθωτής εργασίας που δεν έχει λάβει δημοσιότητα αντίστοιχη με την περιθωριοποίηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και τη μείωση μισθών και αποζημιώσεων. Ωστόσο, σε μία εποχή μαζικών λουκέτων, που αναμένεται να πληθύνουν καθώς οι τράπεζες περνούν στη φάση πιο ενεργού διαχείρισης των χαρτοφυλακίων των μη εξυπηρετούμενων δανείων τους, η σημασία των αλλαγών αυτών είναι κρίσιμη.

Προ του 2010, βάσει του νόμου 1545 του 1985, οι εργαζόμενοι σε περιπτώσεις πτώχευσης ικανοποιούνταν κατά προτεραιότητα για οφειλόμενες αποζημιώσεις (χωρίς χρονικό περιθώριο) και για δεδουλευμένα έως και δύο ετών πριν από την πτώχευση. Η απόλυτη αυτή προτεραιότητα άρχισε να πριονίζεται με τον νόμο 3863/2010, που αναβάθμισε τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης στην ίδια προνομιούχο κατηγορία με τους εργαζομένους. Η ΓΣΕΕ είχε εκφράσει από τότε τη διαφωνία της, καθώς το ύψος των απαιτήσεων των Ταμείων σήμαινε ότι οι προνομιούχες απαιτήσεις των εργαζομένων (οι μη καταβληθέντες μισθοί είχαν περιοριστεί στους έξι μήνες) συχνά υπόκεινταν σε σημαντικές εκπτώσεις.

Στη συνέχεια, το 2013 (νόμος 4141), ψηφίστηκε διάταξη που αποτελεί διεθνή πρωτοτυπία: πάνω και από τους εργαζομένους και τα Ταμεία στη διανομή του πλειστηριάσματος έθεσε τις οφειλές ΦΠΑ.

Νομικοί με εξειδικευμένες γνώσεις επί του θέματος εξηγούν στην «Κ» ότι οι αλλαγές στον Κώδικα που αφορούν την επιτάχυνση και απλοποίηση διαδικασιών στους πλειστηριασμούς είναι στη σωστή κατεύθυνση. Η ισχύουσα νομοθεσία έχει οδηγήσει σε «καταχρηστικές πρακτικές», με τις διαδοχικές ανακοπές και την καθυστερημένη εκδίκασή τους να αποτρέπει την έγκαιρη ολοκλήρωση της διαδικασίας – «κάτι το οποίο είναι εις βάρος και των εργαζομένων που έχουν απαιτήσεις από την επιχείρηση». Η σύντμηση των προθεσμιών και ο περιορισμός της δυνατότητας προσβολής της διαδικασίας, ωστόσο, είναι εντελώς ξεχωριστά από τη δραστική αναβάθμιση των εξασφαλισμένων (με ενέχυρα) πιστωτών.

Το διεθνές πλαίσιο

Διεθνώς, πάντως, η απόλυτη προτεραιότητα των εργαζομένων που ίσχυε προ κρίσης στην Ελλάδα απαντάται σπάνια (π.χ. στη Γαλλία). Στην Αυστρία, οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανένα προνομιούχο καθεστώς. Στην Ισπανία κατατάσσονται δεύτεροι, κάτω από τους εξασφαλισμένους πιστωτές – κάτι που ισχύει ακόμη πιο αυστηρά στο αμερικανικό Δίκαιο. Στις σχετικές κατευθυντήριες αρχές της Παγκόσμιας Τράπεζας σημειώνεται ότι «η προτεραιότητα των εξασφαλισμένων πιστωτών πρέπει να διατηρείται» και ότι «τα δημόσια συμφέροντα γενικά δεν πρέπει να προηγούνται των δικαιωμάτων των ιδιωτών», αν και «πρέπει να εξεταστεί προσεκτικά η εξισορρόπηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων με αυτά άλλων πιστωτών».