ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Στην Αρχαία Ελλάδα η διέξοδος της κρίσης

stin-archaia-ellada-i-diexodos-tis-krisis-2101671

Τι θα μπορούσε να συνεισφέρει ένας Πορτογάλος στη συνεχιζόμενη εθνική συζήτηση στην Ελλάδα; Ως Νοτιοευρωπαίος πολίτης μιας ακόμη χτυπημένης από την κρίση χώρας, έχω μάλλον χάσει την αξιοπιστία μου στα μάτια των πολλών – ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά ζητήματα ορθής δημόσιας διοίκησης. Κι όμως, στη διάρκεια πρόσφατων συνομιλιών μου με Ελληνες φίλους αναδείχθηκαν ορισμένες κυρίαρχες τάσεις, οι οποίες μου τράβηξαν την προσοχή. Κάποιες μου ήταν παράξενα οικείες, σαν μία πιο δραματοποιημένη εκδοχή των συναισθημάτων και συμπεριφορών, με τα οποία έρχομαι συχνά αντιμέτωπος από τότε που το βιβλίο μου «Για την Επανεκκίνηση της Δημοκρατίας» πρωτοκυκλοφόρησε στη Μεγάλη Βρετανία, το 2014.

Διαβάζοντας τον διεθνή Τύπο, είχα ήδη εντοπίσει το πρώτο από τα επαναλαμβανόμενα «μοτίβα». Ο ελληνικός λαός έχει υποφέρει αρκετά και η απογοήτευσή του από το πολιτικό κατεστημένο είναι σχεδόν απόλυτη εδώ και καιρό. Υστερα από μήνες ριψοκίνδυνης διπλωματίας με την τρόικα, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ολοκληρώνει τη διαδικασία πλήρους δυσφήμησης των πολιτικών, καθώς εφαρμόζει τα ίδια (ή χειρότερα) μέτρα με τους προκατόχους της. Στην Ελλάδα, θα μπορούσαμε με ασφάλεια να ισχυριστούμε, αξίζει μία καλύτερη κυβέρνηση από αυτές που είχε τις τελευταίες δεκαετίες. (Το μόνο καλό νέο είναι ότι και οι ίδιοι οι Ελληνες το έχουν συνειδητοποιήσει.)

Και εδώ τα πράγματα αρχίζουν να αποκτούν ενδιαφέρον. Οταν η εμπιστοσύνη στο πολιτικό κατεστημένο έχει διαρραγεί, οι άνθρωποι αντιδρούν με αναμενόμενους τρόπους. Αποκτούν την πεποίθηση ότι η επίλυση των προβλημάτων τους θα προέλθει από καλύτερους, πιο ικανούς αρχηγούς από τους προηγούμενους. «Τόσο καιρό μας κυβερνούν κυρίως ανίκανοι και απατεώνες», είναι η συνήθης αντίδραση. «Μόνο να μπορούσαμε να βάλουμε τους κατάλληλους ανθρώπους να κυβερνήσουν…»

Η πίστη σε έναν επερχόμενο σωτήρα είναι πολύ γνώριμη σε εμάς στην Πορτογαλία: την ονομάζουμε «σεμπαστιανισμό», από τον βασιλιά Σεμπαστιάο του 16ου αιώνα. Ελλείψει διαδόχων, η εξαφάνισή του στη διάρκεια μιας μάχης στο Μαρόκο, το 1578, οδήγησε στην απώλεια της ανεξαρτησίας της Πορτογαλίας, η οποία τέθηκε υπό τον έλεγχο του Ισπανού μονάρχη. Στα 50 χρόνια που ακολούθησαν, οι «σεμπαστιανιστές» πίστευαν με θέρμη ότι ο βασιλιάς θα επανεμφανιζόταν και αυτομάτως θα επανέφερε τη χώρα στην προηγούμενη δόξα της.

Προφανώς, είναι λάθος να προσεγγίζουμε τις εκλογές με τέτοιες προσδοκίες. Με το να επενδύουμε τις ελπίδες μας για ένα καλύτερο μέλλον στην ξαφνική εμφάνιση ενός πιο κατάλληλου και έντιμου πολιτικού, αγνοούμε τα δομικά, συστημικά στοιχεία, που καθορίζουν τη συμπεριφορά των επαγγελματιών πολιτικών. Παραβλέπουμε τα πραγματικά προβλήματα, υποστηρίζοντας ότι το μοναδικό ζητούμενο είναι να πετύχει το «κάστινγκ». Δυστυχώς, ο χρόνος έχει καταδείξει ότι αν η παράσταση είναι άθλια, δεν βοηθάει απλώς το να αλλάξεις τους ηθοποιούς.

Μια άλλη συνέπεια της αποκαθήλωσης της πολιτικής είναι η αυξανόμενη δυσπιστία απέναντι στους υπόλοιπους πολίτες. Επειδή ζούμε στις λεγόμενες «δημοκρατίες», είναι εύκολο να θεωρήσουμε τους συμπολίτες μας υπαίτιους για την επιλογή ανάξιων ή/και ανέντιμων πολιτικών. Υπ’ αυτήν την έννοια, η συμπεριφορά των τελευταίων συνιστά απόδειξη για τη βλακεία των πρώτων. Τέτοιου είδους αμφιβολίες για την ευφυΐα των συμπολιτών μας εντείνονται όταν, όπως συνέβη πρόσφατα στην Ελλάδα, το κοινό έχει την ευκαιρία να εκφέρει λόγο σε θέματα δημόσιας διοίκησης μέσω ενός δημοψηφίσματος.

Είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι αυτές οι τάσεις είναι οι δύο όψεις του ιδίου νομίσματος: Διαμαρτυρόμαστε ότι οι πολιτικοί ηγέτες μας είναι κακοί και ύστερα οδυρόμαστε γιατί οι αδαείς πολίτες τους επιλέγουν.

Οπως ωμά το έθεσε ένας Ελληνας φίλος στο Twitter, ίσως αυτό που χρειαζόμαστε είναι «λιγότερη δημοκρατία και περισσότερη ικανότητα».
Χωρίς συζήτηση, διαφωνώ. Οι παθολογίες της σύγχρονης πολιτικής σχετίζονται ελάχιστα με τα ατομικά χαρακτηριστικά των πολιτικών, που εκλέγουμε – ή των πολιτών που τους ψηφίζουν. Το πρόβλημα είναι δομικής φύσεως. Ο κοινοβουλευτισμός δημιουργεί μία τάξη επαγγελματιών πολιτικών, οι οποίοι είναι προορισμένοι να αποτύχουν στην υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος. Ταυτόχρονα, περιορίζει τους πολίτες στον ρόλο των ψηφοφόρων – μια δουλειά στην οποία είναι εύκολο για ευφυείς, καλοπροαίρετους ανθρώπους να κάνουν κακές επιλογές.

Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν πολλοί, η μοναδική διέξοδος από αυτό το έλος είναι να έχουμε περισσότερη δημοκρατία. Για παράδειγμα, ήρθε η στιγμή να αναβιώσουμε τον αρχαιοελληνικό θεσμό των κληρωτών, τοποθετώντας απλούς πολίτες στο κέντρο των πολιτικών συστημάτων μας. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, αναρίθμητες εμπειρίες σε περιοχές από τον Καναδά ώς την Αυστραλία, τις ΗΠΑ, την Ιρλανδία, την Ολλανδία και την Ισλανδία έχουν επιβεβαιώσει ότι επιτροπές απλών πολιτών επιλεγμένες με κλήρωση –όπως οι ένορκοι στα ποινικά δικαστήρια πολλών χωρών– είναι απολύτως ικανές να αναλύουν και να αποφασίζουν για τα πιο περίπλοκα πολιτικά ζητήματα. Και το κυριότερο, το κάνουν παραμένοντας απρόσβλητοι τόσο από τις προκαταλήψεις, που διαπνέουν τις αποφάσεις των επαγγελματιών πολιτικών, όσο και από την έλλειψη πληροφόρησης και κριτικής σκέψης, που εμποδίζουν τους ψηφοφόρους να κάνουν τις σωστές επιλογές στην κάλπη.

Αρχικά, τέτοιες προτάσεις προκαλούν έκπληξη. Για ένα υπερβολικά μεγάλο διάστημα διδαχθήκαμε να εξιδανικεύουμε την ηγεσία και τις ατομικές ικανότητες – ενώ στο μεταξύ παραμελούσαμε τα βασικά δομικά στοιχεία που αναπόφευκτα διαμορφώνουν τη συμπεριφορά εκείνων που εκλέγουμε. Η δυσάρεστη αλήθεια είναι ότι απλούστατα δεν διαθέτουμε έναν αξιόπιστο μηχανισμό για την παραγωγή και την ανάδειξη «μεγάλων ηγετών» που θα μας κυβερνούν με σύνεση.

Επομένως, έχει έρθει η στιγμή να δοκιμάσουμε κάτι διαφορετικό και είναι ξεκάθαρο ότι, για τους καλύτερους και τους χειρότερους λόγους, η σημερινή Ελλάδα βρίσκεται στην ιδανική θέση για να επιχειρήσει κάτι τέτοιο. Ας αφήσουμε επιτέλους τους παλιούς βασιλιάδες στην άκρη και ας δώσουμε στους απλούς πολίτες πραγματική πολιτική εξουσία. Αλλωστε, ποιος πιστεύει στ’ αλήθεια ότι θα κάνουν χειρότερη δουλειά από όσους εκλέγαμε μέχρι τώρα;

* Ο Πορτογάλος Μανουέλ Αριάγκα είναι λέκτωρ στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ. Μόλις κυκλοφόρησε το τελευταίο του βιβλίο στα ελληνικά, «Για την επανεκκίνηση της δημοκρατίας», μτφρ. Ηλίας Παπαζαχαρίας, εκδόσεις Αιώρα.