ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Σε νομοθετικό λαβύρινθο τα «κλεμμένα»

proton

Πέρασαν πέντε χρόνια από τότε που ο εισαγγελέας Ιωάννης Δραγάτσης έπεισε πασίγνωστο επιχειρηματία, που αντιμετώπιζε ποινικές εμπλοκές για τις δανειοδοτήσεις της Proton Bank, να εμπιστευθεί τις δικαστικές αρχές και να καταβάλει 51 εκατομμύρια ευρώ στο δημόσιο Ταμείο, με στόχο να καλύψει τη ζημία του Δημοσίου και ο ίδιος να γλιτώσει πολλά από τη βάσανο της ποινικής διαδικασίας και τις αυστηρές ποινές. Τα 51 εκατ. πράγματι δόθηκαν, όμως οι προσπάθειες για καταβολή από την πλευρά του επιχειρηματία και άλλων, πολύ μεγαλύτερων ποσών, προς ικανοποίηση του Δημοσίου δεν ευοδώθηκαν. Προσέκρουσαν στη συγκυρία και στην τυπολατρία άλλων εισαγγελικών λειτουργών.

Το περιστατικό αυτό, όμως, άνοιξε ουσιαστικά τον δημόσιο διάλογο για την ποινική μεταχείριση των καταχραστών σε βάρος του Δημοσίου και για το αν θα μπορούσε η πολιτεία να τους δώσει κίνητρα να «επιστρέψουν» τα χρήματα και να τύχουν επιεικέστερης ποινικής μεταχείρισης. Με το κλισέ «φέρτε πίσω τα κλεμμένα» δικαστικές αρχές, κόμματα, και οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν, επικεντρώθηκαν στο θέμα αυτό που άρχισε να αποκτά και την αποδοχή της κοινωνίας. Οι αρμόδιες δικαστικές αρχές, μάλιστα, εισαγγελείς και ανακριτές Διαφθοράς κατέβαλαν μεγάλες, υπεράνθρωπες πολλές φορές προσπάθειες, και κατόρθωσαν παρά την ανυπαρξία ικανού νομοθετικού πλαισίου την εποχή εκείνη, να εισπράξουν από εμπλεκόμενους, για λογαριασμό του Δημοσίου διάφορα ποσά.

Στην είσπραξη χρημάτων για το Δημόσιο πρωταγωνίστησε το ανακριτικό γραφείο που σήκωσε και το μεγάλο βάρος της υπόθεσης των εξοπλιστικών «με Ακη Τσοχατζόπουλο και λοιπούς». Ο ανακριτής Γαβριήλ Μαλής που χειρίστηκε τις ανακρίσεις πίστεψε στην προσπάθεια να επιστραφούν χρήματα από όσους τα είχαν καταχραστεί από το Δημόσιο, «συγκεντρώνοντας» περί τα 50 και πλέον εκατομμύρια. Δημιουργήθηκε, τότε, ειδικός λογαριασμός στην Τράπεζα της Ελλάδος για τα «κλεμμένα». Οσο οι υποθέσεις οικονομικών σκανδάλων αυξάνονταν, οι δικαστικές αρχές είχαν προχωρήσει σε κοστολογημένες εκτιμήσεις για τα ποσά που θα μπορούσαν να «επιστρέψουν» στο Δημόσιο από τους εμπλεκόμενους, υπολογίζοντάς τα σε 4 δισ. ευρώ, προσμετρώντας, συγκεκριμένες υποθέσεις, μία προς μία.

Ανάμεσα σε αυτές, τα εξοπλιστικά, πολλές δικογραφίες και δεκάδες εμπλεκόμενοι, η υπόθεση Proton Bank, η υπόθεση των εταιρειών Energa και Ηellas Power, η υπόθεση του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, της Siemens και άλλες. Κλειδί για να πληρώσουν όλοι οι μεγαλόσχημοι που εμπλέκονταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στις μεγάλες υποθέσεις των σκανδάλων ήταν να προχωρήσει η Πολιτεία στη δημιουργία του κατάλληλου νομικού πλαισίου.

Από το τέλος του 2013 ώς το 2014 το υπουργείο Δικαιοσύνης -τότε υπουργός ήταν ο πρώην ανώτατος δικαστικός Χαράλαμπος Αθανασίου- ξεκίνησε την προπαρασκευή για τη νομοθεσία που θα έδινε ώθηση στο θέμα και θα βοηθούσε τις δικαστικές αρχές να εισπράξουν.

Πράγματι, το 2014 ψηφίστηκε ο νόμος 4254, ο οποίος σε ένα άρθρο του (263) περιέλαβε σειρά διατάξεων που έδιναν κάποια κίνητρα μειωμένης ποινής σε αυτούς που κυρίως έδιναν πληροφορίες και αποκάλυπταν δωροδοκίες στον κρατικό και τον ευρύτερο κρατικό τομέα. Νόμος που κρίθηκε σωστός από τη νομική κοινότητα και τους δικαστές, αλλά ελάχιστα αφορούσε κίνητρα για να επιστραφούν πίσω τα «κλεμμένα».

Στην πράξη, μετά την ψήφιση του εν λόγω νόμου, καθώς δεν επιβεβαιώθηκαν προσδοκίες που είχαν καλώς ή κακώς καλλιεργηθεί για παροχή κινήτρων στους εμπλεκόμενους στα σκάνδαλα αν επέστρεφαν τα καταχρασθέντα, δεν υπήρξαν περιπτώσεις που να μιμήθηκαν τους πρώτους -και τελευταίους- προς το παρόν που πλήρωσαν.

Από την άλλη, ένας παλαιότερος νόμος για την ποινική συνδιαλλαγή, όπως λέγεται, δίδει κίνητρα ευνοϊκής ποινικής μεταχείρισης για συγκεκριμένα αδικήματα, αλλά αφορά μόνον θέματα μεταξύ ιδιωτών, ενώ εξαιρεί ρητά και κατηγορηματικά τα εγκλήματα που στρέφονται κατά των οικονομικών συμφερόντων του Δημοσίου.

Ετσι, το Δημόσιο ώς σήμερα δεν εισέπραξε άλλα, παρά μόνον τα περίπου 100 εκατ. που εισπράχθηκαν αρχικά, εν αναμονή ρυθμίσεων που δεν ήρθαν. Και επιπλέον, όλοι αυτοί οι εμπλεκόμενοι στα οικονομικά σκάνδαλα και τις υποθέσεις κατάχρησης κατά του Δημοσίου ακόμα δεν έχουν δικαστεί και τιμωρηθεί, διότι η κατάσταση του δικαστικού μας συστήματος είναι τέτοια, που οι δίκες γίνονται πλέον με ρυθμούς χελώνας.

Η σημερινή κυβέρνηση είχε και αυτή επαγγελθεί, νομοθεσία με κίνητρα για τα «κλεμμένα». Η πρωτοβουλία ανήκει στον υπουργό για θέματα Διαφθοράς, Δημήτρη Παπαγγελόπουλο, που σύμφωνα με πληροφορίες έχει ετοιμάσει ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο. Ομως ακόμα δεν έχει κατατεθεί. Μέχρι να ψηφιστεί και να πείσει, όπως εκτιμούν δικαστικές πηγές, «ευρώ δεν πρόκειται να πέσει στο δημόσιο ταμείο από τους εμπλεκόμενους ως καταχραστές του Δημοσίου».

Στο όλο πλαίσιο σημειώνεται ότι ενώ οι οικονομικοί εισαγγελείς και κλιμάκια των ελεγκτικών μηχανισμών «ξεσκονίζουν» τις λίστες με ονόματα καταθετών σε διάφορα πιστωτικά ιδρύματα για τον εντοπισμό υπόπτων για φοροδιαφυγή και για «ξέπλυμα», η εξαγγελθείσα νομοθεσία για τη λεγόμενη «αυτοκαταγγελία», που θα έλυνε τα χέρια των αρμοδίων αρχών, ακόμα δεν έχει κατατεθεί προς ψήφιση.