ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η «βαθεία τομή» του Κων. Καραμανλή

history--2

Ηταν η 21η Φεβρουαρίου του 1963 όταν 26 υπουργοί-βουλευτές της ΕΡΕ κατέθεσαν πρόταση αναθεώρησης των μη θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος του 1952. Η πρόταση αυτή, η οποία έχει μείνει στην Ιστορία ως η «βαθεία τομή» του Κωνσταντίνου Καραμανλή, αποτελεί την πιο γνωστή από τις ατελέσφορες προσπάθειες συνταγματικής αναθεώρησης στη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Η Ιστορία της προσπάθειας ξεκινάει την 1η Οκτωβρίου 1961, στην εναρκτήρια προεκλογική συγκέντρωση της ΕΡΕ στη Θεσσαλονίκη, όπου ο Κωνσταντίνος Καραμανλής τονίζει την αναγκαιότητα της συνταγματικής αναθεώρησης για τον εκσυγχρονισμό της χώρας: «Η πραγματοποίησις, όμως, ριζικών μεταβολών, η επιτάχυνσις της προόδου και η εξυγίανσις της δημοσίας μας ζωής, προϋποθέτει μιαν θαρραλέαν μεταρρύθμισιν: την αναθεώρησιν των μη θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος. Η ειρηνική επανάστασις… είναι δυνατόν να πραγματοποιηθή μόνον υπό την προϋπόθεσιν αυτήν». Υστερα από περίπου ένα χρόνο, στις 10 Οκτωβρίου 1962, η κυβέρνηση ανακοινώνει ότι ολοκληρώθηκε το σχέδιο της πρότασης αναθεώρησης, ενώ στις 16 Φεβρουαρίου 1963 σε συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΕΡΕ ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ανακοινώνει την απόφασή του να καταθέσει στη Βουλή την πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος. Λίγες ημέρες μετά, στις 19 Φεβρουαρίου, διεξάγεται σχετική συζήτηση στο υπουργικό συμβούλιο, την επομένη ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ενημερώνει τον αρχηγό των Προοδευτικών, Σπύρο Μαρκεζίνη, και την αμέσως επόμενη ημέρα κατατίθεται η πρόταση επίσημα στη Βουλή.

Πού επικεντρώθηκε η πρόταση της ΕΡΕ

Η συζήτηση για τη «βαθεία τομή» του 1963 έχει επικεντρωθεί στην πρόθεση δημιουργίας ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου, το οποίο, μεταξύ άλλων, θα είχε ως αρμοδιότητα και την απαγόρευση των πολιτικών κομμάτων, «η οργάνωσις των οποίων, οι σκοποί των ή τα υπ’ αυτών χρησιμοποιούμενα μέσα κατατείνουν εις την ανατροπήν των θεμελιωδών αρχών του πολιτεύματος». Η πρόταση αυτή, με πρότυπο το άρθρο 21 παρ. 2 του Θεμελιώδους Νόμου της Βόννης, εντάσσεται στο κυρίαρχο πλαίσιο του αντικομμουνισμού και της δίωξης του πολιτικού αντιπάλου της εποχής εκείνης. Ωστόσο, το ΚΚΕ είχε ήδη απαγορευθεί με τον α.ν. 509/1947 (που είχε κυρωθεί με το ΝΗ’ Ψήφισμα) χωρίς κανείς να σκέφτεται την εποχή εκείνη την κατάργησή του. Από την άποψη αυτή, η πρόταση για τη δυνατότητα απαγόρευσης πολιτικών κομμάτων με απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν χειροτέρευε ουσιαστικά την κατάσταση, έχει μάλιστα υποστηριχθεί ότι συνέβαλε και στον «διαδικαστικό εξορθολογισμό» της μετεμφυλιακής Ελλάδος.

Σε κάθε, όμως, περίπτωση, η επικέντρωση της συζήτησης σχεδόν αποκλειστικά στο θέμα της δυνατότητας απαγόρευσης πολιτικών κομμάτων αδικεί τη «βαθεία τομή». Ναι μεν συμπεριλαμβανόταν στην πρόταση αναθεώρησης μαζί με άλλες αμφιλεγόμενες σκέψεις (όπως η απαγόρευση της κατάχρησης των ατομικών δικαιωμάτων «εις βάρος του δημοκρατικού πολιτεύματος και των λαϊκών ελευθεριών»), η κύρια όμως στόχευση της πρότασης συνταγματικής αναθεώρησης δεν ήταν η απαγόρευση του πολιτικού αντιπάλου που ούτως ή άλλως δεν αμφισβητούνταν στον αστικό πολιτικό κόσμο την εποχή εκείνη. Η «βαθεία τομή» αποσκοπούσε προεχόντως στον εκσυγχρονισμό της νομοθετικής και της εκτελεστικής εξουσίας του κράτους, έτσι ώστε να ενισχυθεί το αιρετό έναντι του μη αιρετού σκέλους της εκτελεστικής εξουσίας (η κυβέρνηση έναντι του βασιλιά) και το κράτος να μπορέσει να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της εποχής εκείνης και κυρίως στο αίτημα για οικονομική ανάπτυξη στο γενικότερο πλαίσιο της κυρίαρχης τάσης του κρατικού παρεμβατισμού. Οπως ανέφερε χαρακτηριστικά η ίδια η πρόταση, «η ταχεία μετάβασις από της υποαναπτύξεως … εις την ανάπτυξιν… επιβάλλει, κατ’ απαράβατον κανόναν, μέτρα ριζοσπαστικά και δυσχερώς συμβιβαζόμενα προς τας υπό του πολιτεύματος προδιαγραφομένας νομοθετικάς και διοικητικάς διαδικασίας». Και όλα αυτά, λαμβάνοντας υπόψη «την οσημέραι πραγματοποιουμένην διεύρυνσιν και επέκτασιν των κρατικών δραστηριοτήτων, υπό την επίδρασιν των ανά τον ελεύθερον κόσμον διαμορφουμένων κατά την μεταπολεμικήν περίοδον νέων κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών». Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι λίγους μήνες πριν από την εξαγγελία της πρότασης συνταγματικής αναθεώρησης, τον Ιούλιο του 1961, υπογράφεται η Συμφωνία Σύνδεσης της Ελλάδας με την τότε ΕΟΚ.

Αναθεώρηση του άρθρου περί ασυλίας των βουλευτών

Στο πλαίσιο αυτό, η πρόταση αναθεώρησης, παρότι σε πολλά σημεία ασαφής και όχι επαρκώς συγκεκριμένη, περιείχε μια σειρά από καινοτόμους –για τα τότε δεδομένα– προτάσεις. Ενδεικτικά και μόνον αναφέρονται η κατοχύρωση ορισμένων κοινωνικών δικαιωμάτων (προστασία γάμου, οικογένειας και εργασίας), η διευκόλυνση των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων για την πραγματοποίηση σημαντικών έργων κοινής ωφέλειας, η προσθήκη διάταξης «διά τον προσδιορισμόν της θέσεως της Ελλάδος εντός της διεθνούς κοινότητος και την διατράνωσιν της προσηλώσεώς της εις την ιδέαν της αναπτύξεως των μεταξύ των Κρατών ειρηνικών σχέσεων», η θεσμοθέτηση τόσο των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου όσο και των «νόμων-πλαισίων» που θα εξειδικεύονται με νομοθετικά διατάγματα, η διευκόλυνση του νομοθετικού έργου της Βουλής και με τη δυνατότητά της να νομοθετεί σε Τμήματα, η δυνατότητα εκλογής βουλευτών Επικρατείας και η αναγωγή του Ανωτάτου Συμβουλίου Δημοσίων Υπηρεσιών σε συνταγματικό θεσμό.
Και επειδή, απ’ ό,τι φαίνεται, τα περισσότερα από τα προβλήματα του σύγχρονου πολιτικού βίου δεν είναι και τόσο νέα, προτείνεται η αναθεώρηση του άρθρου 63 του Συντάγματος του 1952 περί ασυλίας των βουλευτών, «δεδομένου ότι έχει ήδη διαμορφωθή ουσιαστικώς καθεστώς αποκλεισμού της άρσεως της ασυλίας άνευ τινός διακρίσεως, επί ζημία δε του κύρους του Κοινοβουλίου καλλιεργείται παρά τη κοινή γνώμη υπό των επιβουλευομένων το ελεύθερον πολίτευμα η εντύπωσις περί ασυδοσίας δήθεν του βουλευτού έναντι του νόμου».

Αναβίωση 12 χρόνια μετά στο Σύνταγμα του 1975

Οι πιθανότητες επιτυχούς έκβασης της «βαθείας τομής» το 1963 ήταν ασφαλώς περιορισμένες. Σε συνθήκες ακραίας πολιτικής πόλωσης και «ανένδοτου αγώνα», η συγκέντρωση των απαιτούμενων 2/3 της Βουλής για να αποφασισθεί η αναθεώρηση του Συντάγματος (όπως προέβλεπε το άρθρο 108 του Συντάγματος του 1952) δεν αποτελούσε μια ρεαλιστική εκδοχή, έστω και εάν η Ενωση Κέντρου συμφώνησε αρχικά (10-10-1962) στην αναγκαιότητα αναθεώρησης του Συντάγματος, για να υπαναχωρήσει λίγες μόνον ημέρες μετά (13-10-1962) μη αναγνωρίζοντας στην τότε Βουλή την αρμοδιότητα αναθεώρησης του Συντάγματος. Αυτό το γνώριζε και ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο οποίος την εποχή εκείνη δήλωνε ότι ακόμη και εάν δεν επιτευχθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία, «αρκεί η παρά τη δημοσία γνώμη δημιουργία της συνειδήσεως περί της υφισταμένης ανάγκης αναθεωρήσεως ωρισμένων εκ των μη θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος». Στο πλαίσιο αυτό, η κοινοβουλευτική επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος συγκροτήθηκε τον Μάρτιο του 1963 μόνον από βουλευτές της ΕΡΕ και του κόμματος των Προοδευτικών, και συνεδρίασε μόλις εννέα φορές για μερικούς μήνες (από 13 Μαρτίου έως 5 Ιουνίου 1963), αφού ο Κωνσταντίνος Καραμανλής παραιτήθηκε από πρωθυπουργός τον Ιούνιο του ίδιου έτους.

Παρ’ όλα ταύτα, η «βαθεία τομή» αναβίωσε δώδεκα χρόνια αργότερα, με την ψήφιση του ισχύοντος Συντάγματος. Πρόκειται για μια αναμενόμενη εξέλιξη, ιδίως εάν σκεφθεί κανείς ότι συμπίπτουν οι πρωταγωνιστές της πρότασης αναθεώρησης του 1963 και του Συντάγματος του 1975 (Κ. Καραμανλής, Κ. Τσάτσος, Κ. Παπακωνσταντίνου). Ετσι, το ισχύον Σύνταγμα υιοθέτησε ορισμένες από τις καινοτόμους σκέψεις της πρότασης συνταγματικής αναθεώρησης του 1963, όπως την προστασία του γάμου, της οικογένειας και της εργασίας, τη λειτουργία της Βουλής και σε Τμήματα, την εκλογή βουλευτών Επικρατείας, την ψήφιση «νόμων-πλαισίων» και την έκδοση πράξεων νομοθετικού περιεχομένου.

* Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.