ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αγώνας για την ένταξη της Μήλου στους μαρτυρικούς τόπους

02s1fr1

Ο έφηβος που το σκάει αξημέρωτα από το σπίτι, επιδεικνύοντας ανυπακοή στους γονείς του, είναι μια σκηνή γνώριμη σε όλους. Θα ήταν μια νεανική περιπέτεια με αίσιο τέλος, αν αυτή η ιστορία δεν εκτυλισσόταν στην Κατοχή. «Στα αυτιά μου ηχούν ακόμα οι φωνές της μάνας μου, που προσπαθούσε να με εμποδίσει» διηγείται σήμερα στην «Κ» ο 85χρονος Αντώνης Μαυρογιάννης, ενθυμούμενος την προσωπική του εμπλοκή στα γεγονότα της μοιραίας 26ης Φεβρουαρίου 1943 στη γενέτειρά του, Μήλο. Είχε προηγηθεί μια κατά το μάλλον ή ήττον αναίμακτη παρουσία των κατακτητών στο νησί. «Ηταν μια ηλιόλουστη μέρα στην καρδιά του Φεβρουαρίου και τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα ακολουθούσε» εξιστορεί ο 85χρονος οδοντίατρος. «Κατά τις τρεις το μεσημέρι ακούω στο πατρικό μου, στο Εμπουριό Μήλου, έναν δυνατό βρόντο και είδα ένα αεροπλάνο να καίγεται τραβώντας πίσω του μια φλόγα πενήντα μέτρων…». Τα σύννεφα είχαν ήδη μαζευτεί πάνω από το κυκλαδίτικο νησί. Ο 12χρονος τότε Αντώνης σπεύδει σε ένα ξάγναντο και βλέπει να βγαίνει μέσα από τη θάλασσα καπνός στο σημείο όπου είχε αγκυροβολήσει το πλοίο «Αρτεμις». «Το πλοίο είχε βυθίσει ένα από τα αεροπλάνα της Αγγλικής Πολεμικής Αεροπορίας, RAF» διευκρινίζει ο ίδιος, «το δε αεροπλάνο το είχαν χτυπήσει οι Γερμανοί με τα τετράκανα ταχύβολα που είχαν τοποθετήσει στον Αδάμαντα, που ήταν επιφυλακή για να προστατεύσουν το πλοίο από μια πιθανή επίθεση». Το εν λόγω πλοίο, φορτωμένο με βαρέλια βενζίνης αεροπλάνων, αποτελούσε το τελευταίο γερμανικό φορτίο στη Μεσόγειο με προορισμό είτε την Κρήτη είτε την Αφρική (Ρόμελ). Η καταστροφή του –σύμφωνα με πολλούς– ήταν στρατηγικής σημασίας και συνέβαλε στη συντομότερη λήξη του πολέμου.

Τα αντικείμενα που άρχισε να ξεβράζει η θάλασσα κέντρισαν το ενδιαφέρον του εφήβου. «Περίμενα, λοιπόν, να νυχτώσει και στις τρεις σαμάρωσα τη γαϊδούρα μας και εφοδιάστηκα ένα τσουβάλι». Ακολούθησε το παραλιακό δρομάκι της Φατούρενας προς Πατρικιά-Βρυσίδα και μετά κάτω από τον Αγιο Μάμαντα. Την ίδια, όμως, παρόρμηση είχαν και άλλοι περίπου σαράντα άνδρες του νησιού. Αλλοι έπαιρναν από το βυθισμένο πλοίο βαρέλια με βενζίνη, άλλοι τρόφιμα. Ωστόσο, ένας εξ αυτών αρχίζει να τρυπάει τα βαρέλια, προσπαθώντας να καταστρέψει ολοσχερώς το πολύτιμο πολεμικό υλικό των Γερμανών, όπως είχαν κάνει και τα βρετανικά αεροσκάφη. Ο 12χρονος Αντώνης φορτώνει βαρέλια με βαμβάκια, ψάρια που είχαν σκοτωθεί από τις βόμβες και την ιστορική – πλέον- κουλούρα από φελλό με την ονομασία «Αρτεμις».

«Φοβόμασταν, βέβαια, γιατί υποψιαζόμασταν τι θα συμβεί αν μας έπιαναν οι Γερμανοί», ομολογεί σήμερα ο κ. Μαυρογιάννης, «όμως, εσφαλμένα, αγνοήσαμε έναν συγχωριανό που μας προειδοποίησε, πιστεύοντας ότι ήθελε να κρατήσει τη λεία για τον εαυτό του». Οι Γερμανοί καταφθάνουν και αρχίζουν να πυροβολούν. «Οσοι τράβηξαν για την Αχιβαδολίμνη, συνελήφθησαν» περιγράφει ο κ. Μαυρογιάννης, τον οποίο αυτές οι στιγμές έκτοτε τον έχουν στοιχειώσει. «Οι ναζί έπιασαν τριάντα Μηλιούς, εκ των οποίων οι 14 έφτασαν στο απόσπασμα» διηγείται ο επιζών. «Επέζησα κρυμμένος τρία μερόνυχτα μέσα σε μια σπηλιά. Ετρεμα μήπως η μήνις των Γερμανών στραφεί στους γονείς μου, που ήταν τελείως αμέτοχοι».

Η δικαίωση των δεκατεσσάρων ανδρών, που εκτελέστηκαν στο κυκλαδίτικο νησί, αποτελεί την προσωπική σταυροφορία του Αντώνη Μαυρογιάννη – ήδη από την εφηβεία. Οταν έγινε η εκταφή τους, οι συνομήλικοί του τον θυμούνται να κατεβαίνει κλαίγοντας στον λάκκο για να νιώσει «την παγωνιά του τάφου του», καθώς βασανιζόταν από ενοχές για τη διάσωσή του. Πολλές είναι οι νύχτες που ξύπνησε ιδρωμένος από κάποιον εφιάλτη που τον «γύριζε» πίσω στο 1943. «Θεωρώ ότι η πολιτεία οφείλει την ίδια ευγνωμοσύνη για όλα τα παιδιά της, που έδωσαν τη ζωή τους γι’ αυτή» επισημαίνει ο κ. Μαυρογιάννης, «επιβάλλεται έστω και αργά η αναγνώριση της εκτέλεσης των δεκατεσσάρων παλικαριών και η ένταξη της Μήλου στους μαρτυρικούς τόπους της Ελλάδας». Ο Δήμος Μήλου κατέθεσε σχετικό αίτημα πριν από δύο χρόνια στο υπουργείο Εσωτερικών, το οποίο έπειτα από εξέταση του αιτήματος από ειδική επιτροπή, το απέρριψε. Η νομοθεσία είναι εξαιρετικά αυστηρή και συνυπολογίζει τις υλικές και ανθρώπινες απώλειες που έχει υποστεί κάθε τόπος – δεδομένου ότι οι θηριωδίες επί Κατοχής ήταν ουκ ολίγες. «Τι περισσότερο, όμως, θα μπορούσε να προσφέρει ένα μικρό νησί στον βωμό της ελευθερίας από την εκτέλεση δεκατεσσάρων νέων ανθρώπων;» αναρωτιέται με πικρία.