ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η κρίση αύξησε τους ελεύθερους επαγγελματίες

Η κρίση αύξησε τους ελεύθερους επαγγελματίες

Η παρατεταμένη ανεργία των τελευταίων χρόνων φαίνεται να μεγέθυνε τον κλάδο των ελεύθερων επαγγελματιών. Στελέχη επιχειρήσεων, που έμειναν άνεργα εξαιτίας της κρίσης, συνέχισαν να κάνουν τη δουλειά που έκαναν εκπροσωπώντας τον εαυτό τους. Μια τέτοια χαρακτηριστική περίπτωση είναι η 42χρονη Κατερίνα Κούτρα, η οποία εργαζόταν για περίπου δέκα χρόνια σε διαφημιστική εταιρεία, ως υπεύθυνη μάρκετινγκ, μέχρι που το 2013 η εταιρεία έκλεισε. Η Κατερίνα θυμάται εκείνες τις μέρες λέγοντας ότι «όταν μας ανακοίνωσαν ότι σε τρεις μήνες η εταιρεία θα έκλεινε, έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου. Καταλάβαινα ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά, αλλά δεν πίστευα ότι θα συνέβαινε». Από την επόμενη ημέρα και για περίπου έξι μήνες τηλεφωνούσε και έκλεινε ραντεβού αναζητώντας δουλειά, χωρίς επιτυχία. Τα πράγματα όμως άλλαξαν γι’ αυτήν, όπως λέει, όταν δέχθηκε κλήση στο κινητό της από παλιό πελάτη που χρειαζόταν βοήθεια, την οποία η ίδια του προσέφερε. Τότε επέλεξε να γίνει ελεύθερη επαγγελματίας και να συνεχίσει τη δουλειά της.

Πού οφείλεται η στροφή

Σύμφωνα με την εταιρεία συμβούλων Manpower, η οποία ειδικεύεται στη διαχείριση ανθρώπινων πόρων, η στροφή στα ελεύθερα επαγγέλματα δεν οφείλεται μόνον στην οικονομική κρίση αλλά και στην αλλαγή του παραδοσιακού μοντέλου εργασιακών σχέσεων, το οποίο τείνει να γίνει πιο ευέλικτο. «Υπάρχουν επιχειρήσεις που έχουν ανάγκες, αλλά δεν μπορούν να καλύψουν σταθερές θέσεις εργασίας. Αυτές καλύπτουν μεσοπρόθεσμα, αλλά δεν στηρίζουν τη βιώσιμη ανάπτυξη», σχολιάζει στη «Κ» η Ερατώ Παρασχάκη, στέλεχος της Manpower. Σκιαγραφώντας το προφίλ των νέων ανέργων αναφέρει ότι η πλειονότητά τους είναι επαγγελματικά ώριμοι, γεγονός που τους καθιστά ικανούς να ασκήσουν το ελεύθερο επάγγελμα. Διακρίνονται δύο μεγάλες κατηγορίες. «Οι άνω των 40 ετών στρέφονται κατά πλειοψηφία στη συμβουλευτική ως ελεύθεροι επαγγελματίες, ενώ οι νεαρότεροι προτιμούν την επιχειρηματική δραστηριότητα, να κάνουν κάτι δικό τους, γεγονός που φανερώνει την αλλαγή της νοοτροπίας μεταξύ των γενεών».

Ο αναδυόμενος κλάδος των start-ups φαίνεται να στηρίζει σε μεγάλο βαθμό τον κλάδο των ελεύθερων επαγγελματιών, ιδιαίτερα στον τεχνολογικό κλάδο, μέσω συνεργασίας ανά project. «Οι εταιρείες που έχουν εξωστρεφή προσανατολισμό και συγκεκριμένους χρηματοδοτικούς πόρους προσβλέπουν σε συνεργασίες ανά έργο με εξειδικευμένους συνεργάτες οι οποίοι, αφού ολοκληρώσουν το έργο, παύουν να αποτελούν τμήμα της εταιρείας». Αυτές οι δουλειές, όπως υποστηρίζει η κ. Παρασχάκη, δεν βρίσκονται μέσω αγγελιών, που για χρόνια αποτελούσε βασικό εργαλείο σε όποιον έψαχνε για δουλειά. «Οι δουλειές αυτού του είδους δίνονται σε μεγάλο ποσοστό μέσω πληροφοριών διά στόματος. Μόνο το 10% των προσφερόμενων θέσεων εργασίας αναρτάται σε πλατφόρμες. Οι εργοδότες προτιμούν να λάβουν συστάσεις από συνεργάτες τους για την κάλυψη μιας θέσης, παρά να μπουν στη διαδικασία να αναζητήσουν τυχαία πρόσωπα».

Η έρευνα της Manpower για τις προοπτικές απασχόλησης, η οποία διεξήχθη τον Μάρτιο του 2016, καταγράφει τις προθέσεις των εργοδοτών να αυξήσουν τον αριθμό των ατόμων που απασχολούν στην επιχείρησή τους. Από τους 750 εργοδότες που συμμετείχαν στην έρευνα, το 18% αναμένει αύξηση του αριθμού των απασχολουμένων, το 8% προβλέπει μείωση, το 70% βλέπει αμετάβλητο το ποσοστό απασχολουμένων, ενώ το 4% δεν γνωρίζει αν θα υπάρξουν μετατροπές το προσεχές τρίμηνο. Συγκρατημένη αισιοδοξία γεννούν οι προθέσεις των εργοδοτών στην Ελλάδα για προσλήψεις κατά το τρίμηνο Απριλίου – Ιουνίου 2016. Οι συνολικές προοπτικές απασχόλησης διαμορφώνονται στο +5%, παραμένοντας σχετικά σταθερές για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο, ενώ εμφανίζονται μειωμένες κατά 4 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το β΄ τρίμηνο του 2015. Ο αριθμός των απασχολουμένων αναμένεται να αυξηθεί σε επτά από τους εννέα τομείς οικονομικής δραστηριότητας. Οι ισχυρότερες προθέσεις προσλήψεων προβλέπεται να καταγραφούν στον τομέα των χρηματοοικονομικών, ασφαλειών, ακίνητης περιουσίας και παροχής υπηρεσιών προς επιχειρήσεις, με συνολικές προοπτικές απασχόλησης της τάξης του +13%, παραμένοντας σταθερές σε σύγκριση με το α΄ τρίμηνο του 2016 και αμετάβλητες συγκριτικά με το β΄ τρίμηνο του 2015.