ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Μια «μικρή Ειδομένη» Αφγανών έχει απλωθεί στο Ελληνικό

afganoi1

Από την πύλη κιόλας, νιώθεις σα να βλέπεις μαγική εικόνα. Εχουν περάσει χρόνια, αλλά αυτή την αχανή αίθουσα δύσκολα την ξεχνάς. Αν είσαι γύρω στα 40, θυμάσαι τον εαυτό σου πολύ πριν από την κρίση να βγαίνει στην αίθουσα Αφίξεων πανευτυχής, με τη βαλίτσα στο χέρι και να πηγαίνει προς την έξοδο του αεροδρομίου. Τώρα, για να φτάσεις στην έξοδο θες ένα δεκάλεπτο ζιγκ-ζαγκ στις σκηνές. Από τα ανοίγματα στο ύφασμα βγαίνουν κεφάλια και σε κοιτούν παράξενα όπως περνάς και έτσι καταλαβαίνεις πόσο παράταιρος επισκέπτης είσαι τώρα πια σε αυτό το μέρος.

Σχεδόν πέντε χιλιάδες άνθρωποι ζουν σ’ αυτές τις σκηνές – έτσι λένε τα νούμερα. Την προηγούμενη εβδομάδα μια κοπέλα 17 χρόνων πέθανε εδώ και οι άνθρωποι που ζουν στα σπίτια της περιοχής είναι ακόμα ανάστατοι. Μια μικρή Ειδομένη έχει απλωθεί στο παλιό αεροδρόμιο, στο Χόκεϊ και στο Μπέιζμπολ. Μόνο σε αυτή την αίθουσα, στις Αφίξεις, ζουν 1.500 άνθρωποι. Με το που μπαίνεις, νιώθεις τον αέρα βαρύ και ζεστό, σαν σε λεωφορείο του Αυγούστου που έχει τα παράθυρα κλειστά. «Ολοι Αφγανοί είμαστε εδώ», λέει ο Γκους που έχει απλώσει ένα χαρτόνι στο πάτωμα και έχει ξαπλώσει με προσκεφάλι τον τοίχο. «Εχει ζέστη μέσα στη σκηνή, τα μεσημέρια δεν αντέχω», κάνει. Ο Γκους είναι εδώ εβδομάδες τώρα. Με τη γυναίκα του και τον αδελφό της μοιράζονται «να, εκείνη την πράσινη σκηνή». Λέει πως ήδη απ’ όταν ήρθαν η αίθουσα ήταν γεμάτη. Οι πιο παλιοί είχαν φέρει σανίδες και τις είχαν στήσει σαν τείχος γύρω απ’ τις σκηνές τους. «Κι έτσι στρώσαμε μες στη μέση», λέει ο Γκους. «Τώρα πρέπει να περνάς ανάμεσα στις σκηνές πολύ προσεκτικά για να φτάσεις στη δική μας, αλλιώς σκοντάφτεις, πέφτουν οι σανίδες, τρομάζουν τα μωρά μέσα και φωνάζουν».

Σε αυτό το αλλόκοτο σύμπαν, με το ιριδίζον φως του αεροδρομίου και τα σηματάκια της Ολυμπιακής, τα «VIP» και τα «Baggage Claim» πάνω από τα κεφάλια τους, οι πρόσφυγες ψάχνουν τρόπο να περάσουν τις ώρες τους. «Βλέπεις ανθρώπους να τσακώνονται για τα πιο ασήμαντα πράγματα», λέει ο Σαμίρ που ήταν έμπορος στο Αφγανιστάν και τώρα είναι πρόσφυγας στην Ελλάδα. «Τσακώνονται για το ποιος θα πάει πρώτος στην τουαλέτα, ή επειδή γκρίνιαξε τη νύχτα το παιδί κάποιου. Τσακώνονται για το φαγητό, για τα κινητά, για τη ζέστη, για τα πάντα. Το πιο δύσκολο εδώ μέσα, είναι να κάνεις υπομονή». «Υπομονή μέχρι πότε;», τον ρωτάω. «Μέχρι να ανοίξουν τα σύνορα».

Τζάμια ερμητικά κλειστά

«Please!», ακούω ξαφνικά μια φωνή πίσω μου. Είναι μια γυναίκα με μια σκούπα στο ένα χέρι και μια σακούλα στο άλλο. «Σκουπίδια» μου λέει στα αγγλικά και όπως με προσπερνά κατεβάζει τα μάτια. «Καθαρίζουμε όσο μπορούμε» λέει ο Σαμίρ, καθώς παρακολουθώ την κοπέλα που πάει προς τα πέρα, «αλλά τον αέρα δεν μπορούμε να τον καθαρίσουμε». Κοιτάζω γύρω και βλέπω πως δεν υπάρχει ούτε ένα παράθυρο να μπει αέρας στην αίθουσα – τα τζάμια προς τον παλιό αεροδιάδρομο είναι ερμητικά κλειστά. «Γράψε να μας ανοίξουν ένα τζάμι έστω», πετιέται ένας άλλος νεαρός από δίπλα μου. Ωρες-ώρες πνίγομαι εδώ μέσα». Είναι ο Καμπίρ, που μαζί με τη Σαντάφ από το Αφγανιστάν και τη μικρή τους κόρη μένουν εδώ από τις αρχές Απριλίου. Τον ρωτάω πώς περνάει τις μέρες του. «Μία ώρα στην ουρά για το πρωινό», λέει ο Καμπίρ, «μία ώρα στην ουρά για το μεσημεριανό, άλλη μία ώρα για το βραδινό… Πάει! Πέρασε η μέρα!». Η Σαντάφ, όμως, δεν έχει όρεξη για αστεία. «Δεν είναι μέρος εδώ για να έχεις παιδιά», μου λέει. «Τη μικρή πώς να την κάνω μπάνιο, μου λες;». Η Σαντάφ λέει πως δεν την πειράζει τόσο που στο ντους οι γυναίκες είναι όλες μαζί, χωρίς κουρτίνα για διαχωριστικό, σα να είσαι στις φυλακές. «Το χειρότερο είναι πως το νερό είναι παγωμένο, το παιδί κρυώνει κι εγώ δεν έχω τρόπο να το ζεστάνω».

Καθώς η ώρα του φαγητού πλησιάζει, έξω απ’ την αίθουσα Αφίξεων η ουρά έχει ήδη ξεκινήσει να στήνεται. «Μπορεί να περιμένεις και μιάμιση ώρα», μου λέει μια κοπέλα. «Αλλά στο τέλος παίρνεις φαγητό». Μέχρι εκεί που πιάνει το μάτι, οι σκηνές είναι τόσο πολλές, που πια ξεχειλίζουν από τις αίθουσες στα πεζοδρόμια του αεροδρομίου. Κάτω απ’ την πινακίδα «Αναχωρήσεις – Olympic» είναι μια μπουγάδα απλωμένη. Στο πάρκινγκ του Ελληνικού, ένας άνδρας έχει ανάψει φωτιά και ψήνει κάτι για να το φάει. Στις όχθες της παραλιακής, τρία πιτσιρίκια τρέχουν ξυπόλυτα πάνω – κάτω, χωρίς κανέναν να τα προσέχει. Και στη θάλασσα, που απέχει τρία λεπτά αποδώ, οι άνδρες μπαίνουν με τα ρούχα, «για να πλυθούν κι αυτά κι εμείς»…