ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οταν οι Ελληνες γίνονταν πρόσφυγες

otan-oi-ellines-ginontan-prosfyges-2132731

Η κηδεία έγινε καταμεσής του πελάγους. «Ενα παιδάκι από τα Καρδάμυλα ξεψύχησε. Ενας παπάς που ήταν πάνω στο καράβι τού διάβασε μια νεκρώσιμη ευχή και κατόπιν το πτώμα του ρίχθηκε στη θάλασσα…»

Ηταν Μεγάλη Πέμπτη, 2 Απριλίου 1942, όταν μια μεγάλη ομάδα Χιωτών έφυγε νύχτα για την Τουρκία με βάρκες. Ο πόλεμος και η πείνα τούς εξώθησαν σε φυγή «απέναντι» και από εκεί για τη Μέση Ανατολή.

Φθάνοντας στις τουρκικές ακτές στη Σμύρνη, οι τουρκικές αρχές τούς έβαλαν σε ένα λαθρεμπορικό καράβι με προορισμό την Κύπρο. Τριακόσια άτομα για πέντε ολόκληρα μερόνυχτα έπλεαν κάτω από δύσκολες συνθήκες προς το νησί της Αφροδίτης. 

Πόσα άλλα παιδιά και πόσοι μεγαλύτεροι πέθαναν ή πνίγηκαν σε τέτοια ταξίδια απελπισίας; 

Εβδομήντα χρόνια και πλέον μετά, σαν να μην άλλαξε τίποτα. Οι μαρτυρίες Ελλήνων οι οποίοι βίωσαν το δράμα της προσφυγιάς, καθώς αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου για να σωθούν, δεν διαφέρουν από αυτά που ζούμε, αντιστρόφως σήμερα, στις ίδιες θάλασσες, με θύματα πρόσφυγες και μετανάστες από περιοχές που την εποχή εκείνη βρέθηκαν σε ρόλο «οικοδεσπότη», όπως η Ελλάδα τώρα.

Αφηγήσεις που κατέγραψαν ντόπιοι ερευνητές, καταθέσεις κάποιων από τους ελάχιστους εν ζωή προσφύγων τότε στην «Κ», αλλά και αποκαλυπτικές εκθέσεις διπλωματικών υπηρεσιών που καταχωρίζονται, μεταξύ άλλων, στο υπό έκδοση βιβλίο με τίτλο «Τα παιδιά του Οδυσσέα» (Ψυχογιός) του αναπληρωτή καθηγητή Ιστορίας του ΑΠΘ κ. Ιάκωβου Μιχαηλίδη, συνθέτουν την εικόνα μιας τραγωδίας, με βάρκες, λαθρεμπόρους, μπαξίσια, ναυάγια, πείνα και θάνατο, πολύ θάνατο.    

Ο Γιώργος Μαραβέλης από την Καλλιμασιά της Χίου περιέγραψε αργότερα την περιπέτειά του. «Ξεκινήσαμε από το Βότοπο με τα τρία παιδιά και τη γυναίκα μου. Η βάρκα του Μπελλέ ήταν γεμάτη. Για εισιτήρια του έδωκα τα σπαρμένα χωράφια που κρατούσα.

Μόλις βγήκαμε στην Τουρκία σ’ ένα παραθαλάσσιο σημείο, ήρθαν άλλες τρεις βάρκες με κόσμο. Εκεί μας πήραν μυρωδιά οι Τούρκοι. Φώναξαν τους βαρκάρηδες, τους έβγαλαν τα παπούτσια και τους χτυπούσαν στις πατούσες (σ.σ. φάλαγγα ). “Φτάνει πια”, φώναζαν οι βαρκάρηδες. Τους ακούγαμε. Οι Τούρκοι μάς ξανάβαλαν στις βάρκες για να γυρίσουμε πίσω. Ευτυχώς εκείνη τη νύχτα ήταν μπουνάτσα. Το νερό ήταν τέσσερα δάχτυλα κάτω απ’ τη βάρκα. Και λίγο κύμα να ‘χε θα πνιγόμαστε. Εβγήκαμε πίσω στο νησί, βρεγμένοι έως τα μπούνια και ήρθαμε με τα πόδια στο χωριό. Η πείνα όμως ήταν αβάσταγη. Γι’ αυτό έκαμα και δεύτερη απόπειρα. Επλέρωσα το βαρκάρη και του ‘πα “να με πας να με ‘φήκεις, όσο πιο μακριά μπορείς”. Νύχτα πάλι φτάσαμε σ’ ένα μέρος. Μισοκολύμπησα, έβαλα στον ώμο έναν έναν τους άλλους και τους ήβγαλα στη στεριά. Το πρωί μας βρήκαν οι Τούρκοι, άλλα αυτή τη φορά δεν μας έστειλαν πίσω. Μείναμε έξι μήνες στην Τουρκία και από εκεί πήγαμε στη Συρία και στη συνέχεια στο Κονγκό».

Ο κ. Δημήτρης Μελαχροινούδης, από τη Χίο, που έχει καταγράψει σε βιβλίο αφηγήσεις συγχωριανών του, λέει στην «Κ» πως «οι άνθρωποι τότε πέθαιναν από την πείνα, αναγκάζονταν να φύγουν για την απέναντι στεριά αναζητώντας κάτι καλύτερο. Η διακίνηση γινόταν με βάρκες και, για να φύγουν, έπρεπε να πληρώσουν κάποιο ποσό. Εδιναν ό,τι μπορούσαν, ένας έδωσε το χωράφι που καλλιεργούσε. Μερικοί ντόπιοι αγόραζαν βάρκες γι’ αυτή τη δουλειά».

Καθώς οι τουρκικές αρχές έστελναν πίσω ψαροκάικα και βάρκες με πρόσφυγες, ανάμεσά τους Αγγλοι και Ελληνες αξιωματικοί που έφευγαν για τη Μέση Ανατολή, η ελληνική πρεσβεία στην Αγκυρα προέβαινε σε διαβήματα προς την τουρκική κυβέρνηση, ενώ επιδίωκε τη συνδρομή της  Intelligence Service, αλλά και… τη βοήθεια Τούρκων λαθρεμπόρων. Σε έκθεσή του προς το υπουργείο Στρατιωτικών στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 1941, με αριθμό πρωτοκόλλου 361, ο τότε στρατιωτικός ακόλουθος Βασίλειος Αποκορίτης ανέφερε ότι συναντήθηκε ο ίδιος με Τούρκους λαθρεμπόρους, οι οποίοι τον βοήθησαν να καταστρώσει ένα σχέδιο διαφυγής. Σύμφωνα με το σχέδιο, θα ναυλώνονταν από τις ελληνικές αρχές πλοία έως πενήντα τόνων, με τουρκική σημαία και πλοιάρχους Τούρκους λαθρέμπορους, οι οποίοι θα φρόντιζαν για την ασφαλή μεταφορά των προσφύγων από τα ελληνικά νησιά, ιδιαίτερα τη Χίο και τη Σάμο, στην Κύπρο. 

Τα πλοία θα ταξίδευαν με κανονικά έγγραφα για την εκτέλεση δήθεν εμπορίου μεταξύ Σμύρνης και Μερσίνας. Ως εκ τούτου, θα αναχωρούσαν από τη Σμύρνη και, αντί να κατευθυνθούν στη Μερσίνα, θα πήγαιναν αρχικά στη Σάμο και τη Χίο, όπου θα επιβίβαζαν όσους ήθελαν να διαφύγουν. Ακολούθως θα κατευθύνονταν στην Κύπρο, όπου θα τους περίμεναν οι αγγλικές αρχές. Η συγκεκριμένη «εμπορική» δραστηριότητα θα απέφερε στους λαθρεμπόρους και ένα μεγάλο χρηματικό ποσό ως αντίτιμο της συμμετοχής τους στην όλη επιχείρηση.

Ο Χρήστος Κάργας από τα Θυμιανά της Χίου αφηγήθηκε την τραγική ιστορία της οικογένειάς του. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, οι γονείς του και τα δυο μικρά του αδέλφια από τη Σμύρνη, όπου είχαν καταφύγει με βάρκες, πλήρωσαν και μπήκαν σε ένα καράβι με προορισμό την Κύπρο. Ομως το καράβι προσέκρουσε σε ξέρα και βυθίστηκε, με αποτέλεσμα να πνιγούν και τα τέσσερα μέλη της οικογένειάς του. Μαζί τους επέβαιναν και πάνω από εκατό άλλοι πρόσφυγες. Οι γερμανικές αρχές κρατούσαν ακινητοποιημένες τη νύχτα τις βάρκες, όμως οι διακινητές είχαν κάποιες εφεδρικές κρυμμένες, και έτσι μετέφεραν κόσμο. «Φύγαμε νύχτα με τους γονείς μου, τους θείους μου και άλλους συντοπίτες με βάρκα που κινούνταν με ενάμιση κουπί. Βγήκαμε στην ακτή, ανάψαμε φωτιά και την άλλη μέρα οι Τούρκοι μάς πήγαν σ’ ένα σπίτι. Φοβόμουν πολύ, είχε κύμα, ευτυχώς γλιτώσαμε», αφηγείται στην «Κ» η κ. Μαριάνθη Ανδρεάδη. Τότε ήταν έξι ετών…