ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ο πατέρας μου Καλλικλής Ζωναράς

o-pateras-moy-kalliklis-zonaras-2133051

Καθώς την ακούει κανείς να διηγείται παραστατικά την ιστορία του αυτοδημιούργητου επιχειρηματία, που ταύτισε το όνομά του με την πιο ανθεκτικά αριστοκρατική εκδοχή της εστίασης στην Αθήνα, συνειδητοποιεί τις αστείρευτες δυνάμεις που μπορεί να διαθέτει ένας προκομμένος Ελληνας. Γεννημένος το 1873 στις Σαράντα Εκκλησιές της Ανατολικής Θράκης, χρειάστηκε να αντιμετωπίσει μέσα στις εννέα δεκαετίες του βίου του τρομερά εμπόδια, από καταστροφικές πλημμύρες και οικονομικά κραχ μέχρι πολέμους και Κατοχή. Ομως σε κάθε χτύπημα στάθηκε όρθιος, φροντίζοντας παράλληλα τους γύρω του, με μαχητικότητα, εντιμότητα και πίστη στην πατρίδα. «Ηταν ένας χαρακτήρας φιλοσοφημένος και αισιόδοξος. Ακόμη και στις πιο μεγάλες καταστροφές, έπινε ένα ποτήρι νερό και πήγαινε για ύπνο, με την πεποίθηση ότι αύριο είναι μια καινούργια ημέρα, που θα του δώσει την ευκαιρία να ξαναφτιάξει την κατάσταση. Και πράγματι έτσι συνέβαινε…»

Η Αλεξάνδρα Αλεξανδράκη συνεχίζει: «Τον βάφτισαν Καλλικλή, μια και τότε στη Θράκη υπήρχε η παράδοση να δίνουν αρχαιοελληνικά ονόματα. Προερχόταν από πολυμελή οικογένεια με άλλους τέσσερις αδελφούς και δύο αδελφές. Ο πατέρας τους ήταν παντοπώλης, με την κυριολεκτική έννοια του όρου. Το μαγαζί τους στις Σαράντα Εκκλησιές, έξω από τα τότε ελληνικά σύνορα, πουλούσε τα πάντα. Από μουσικά όργανα και δερμάτινα μέχρι τρόφιμα. Ηταν ένας αξιοσέβαστος μορφωμένος κύριος που διάβαζε καθημερινά τη γαλλική εφημερίδα. Κάποια στιγμή πήρε την απόφαση να στείλει τον πρωτότοκο Καλλικλή στη Μεγάλη του Γένους Σχολή, και έτσι ο μικρός πήγε εσωτερικός στην Πόλη. Μόλις αποφοίτησε, πήγε στο Βουκουρέστι να εργαστεί σε κάποιον θείο του. Σε ηλικία 27 ετών, ο νεαρός αποφασίζει να φύγει μετανάστης στην Αμερική με το μεγάλο κύμα των Ελλήνων που αναζητούσαν καλύτερη τύχη. Εφτασε με πλοίο στη Νέα Υόρκη και ύστερα πήγε στο Ντέιτον του Οχάιο, όπου είχε γνωστούς. Τον πρώτο χρόνο εργάστηκε ως υπάλληλος σε ένα ελληνικό ζαχαροπλαστείο και πολύ γρήγορα έμαθε την τέχνη της σοκολάτας. Αλλαξε το όνομά του σε Charles Zonars, που ήταν πιο ευπρόφερτο για τους Αμερικανούς, και μέσα σε μόλις έξι μήνες κατάφερε να ανοίξει το δικό του κατάστημα. Τα επόμενα δύο χρόνια άνοιξε ακόμη ένα και έφερε ένα από τα αδέλφια του στην Αμερική. Μέχρι το 1908 είχε ανοίξει άλλα δύο μαγαζιά, με αποτέλεσμα να μετακομίσει ολόκληρη η οικογένεια στο Οχάιο μαζί με τους γονείς. Εκεί είχε αρχίσει πλέον να φτιάχνεται μια μικρή παροικία από τις Σαράντα Εκκλησιές».

Οι ρόδινες ημέρες δεν κράτησαν πολύ. Το 1912 μια τρομερή πλημμύρα πλήττει ολόκληρη την πόλη. Το νερό έφτασε σε τέτοια ύψη, που παρέσυρε άλογα και πιάνα στους δρόμους. Τα μαγαζιά του Ζόναρς κατεστράφησαν ολοσχερώς. Κηρύχθηκε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και οι αρχές μοίραζαν κεριά, διότι δεν υπήρχε ηλεκτρικό, αλλά και συσσίτιο. Ομως ο πολυμήχανος Ελληνας δεν πτοήθηκε. Βρήκε ένα αυτοκίνητο και πήγε σε γειτονικές πόλεις και χωριά. Εκανε συμφωνία με τα εκεί ζαχαροπλαστεία να του προμηθεύουν καθημερινά γλυκά και παγωτά. Επέστρεψε στο Ντέιτον και κόλλησε μια ταμπέλα έξω από τα καταστήματά του: «Cheer Up. The worse is yet to come. Zonars has got ice cream!» (Μη χάνετε το κέφι σας. Δεν μας έχουν βρει τα χειρότερα. Ο Ζόναρς έχει παγωτό!).

«Αυτό ήταν!» λέει η κόρη του. «Ο κόσμος, που ζούσε μέσα στη δυστυχία και τη λάσπη, έτρεξε να πάρει γλυκά. Δεν χρειάστηκε να περάσει ούτε μήνας και ο πατέρας μου είχε αρχίσει να ξαναφτιάχνει περιουσία, αφού ξανάνοιξε όλα τα μαγαζιά του. Τότε, μόλις πέρασε η φορτούνα, αποφάσισε να κάνει το μεγαλύτερό του όνειρο πραγματικότητα. Να πραγματοποιήσει το γύρο του κόσμου, επηρεασμένος από το μεγάλο ταξίδι του Φιλέα Φογκ, του ήρωα του Ιουλίου Βερν. Μόνο που εκείνος θα κύκλωνε την υδρόγειο από τη Δύση προς την Ανατολή. Το 1913 λοιπόν έφτιαξε τις βαλίτσες του και ξεκίνησε για μέρη εξωτικά. Πρώτος του σταθμός ήταν η Καλιφόρνια και ύστερα η Χαβάη. Εκεί, σε ένα από τα νησιά, διέμεινε στο ξενοδοχείο ενός Ελληνα. Υστερα πήγε στην Ιαπωνία, πέρασε στην ηπειρωτική Ασία, στη Σαγκάη, όπου και πάλι βρήκε συμπατριώτες του. Συνέχισε στην Κίνα και έφτασε έως τα Ιμαλάια, τα οποία ήθελε οπωσδήποτε να δει. Βρήκε ένα σημείο στους πρόποδες από όπου την αυγή φαινόταν η χιονισμένη βουνοκορφή. Ηταν το ωραιότερο θέαμα της ζωής του, κάτι που θυμόταν μέχρι τα βαθιά γεράματα».

Η διαδρομή του συνεχίστηκε στην Ινδία και από εκεί στην Αραβία και την Αφρική. Εφτασε στη Μέση Ανατολή και προσκύνησε τον Πανάγιο Τάφο. Μετά πήγε στην Κωνσταντινούπολη, απ’ όπου πήρε το τρένο για το Παρίσι, παρακάμπτοντας την εμπόλεμη Ελλάδα. Εφυγε από το λιμάνι της Χάβρης για Νέα Υόρκη και ξαναπήγε στο σημείο εκκίνησης, το Ντέιτον, γεμάτος ιστορίες για τα πιο απόμακρα μέρη της υφηλίου. Ηταν μια μικρή οδύσσεια έντεκα μηνών, της οποίας φωτογραφίες κοσμούν το διαμέρισμα της κόρης του. Ξεχωρίζει βέβαια εκείνη που τέσσερις Νεπαλέζοι τον κουβαλούν στην πλάτη τους για να φτάσει στους πρόποδες του ψηλότερου βουνού του πλανήτη.

Το 1920, όταν οι φλόγες του πολέμου είχαν σβήσει, ο Ζωναράς ήρθε πια στην πατρίδα. Κάποιοι του έβαλαν την ιδέα να φτιάξει ένα εργοστάσιο κυτιοποιίας με αμερικανικά μηχανήματα. Ηταν μια επένδυση που δεν πήγε καλά. Στο μεταξύ, γνώρισε τη γυναίκα της ζωής του, την Ελένη Θεοφίλου, μια Αθηναία καλλονή, και την ερωτεύτηκε παράφορα. Ομως εκείνη δεν ήθελε καθόλου να αφήσει την οικογένειά της και να μετακομίσει στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, και έτσι ο μελλοντικός της σύζυγος συνθηκολόγησε να μείνει στην Ελλάδα και να κάνουν οικογένεια. Αλλωστε, τα χρήματα εξακολουθούσαν να φτάνουν με εμβάσματα από το Οχάιο, όπου οι επιχειρήσεις του θριάμβευαν. Μέχρι βέβαια το Κραχ, που διέλυσε τα πάντα. Ο Ζωναράς έπρεπε να συσπειρώσει την εσωτερική του δύναμη και να ξεκινήσει από το μηδέν για μία ακόμη φορά.

Οταν απέτυχε το εργοστάσιο κυτιοποιίας, είχε ανοίξει μια βιοτεχνία με σοκολατάκια σε έναν μικροσκοπικό χώρο στη Λιοσίων. Τα συσκεύαζε σε ωραία κουτιά και τα έδινε σε άλλα καταστήματα με την επωνυμία «Zonars’». Λίγο αργότερα έφτιαξε ένα μικρό κατάστημα απέναντι από το σημερινό, μαζί με τον συνεταίρο του Παντελή Νικολακόπουλο, από το οποίο έβγαλε πολλά χρήματα. Τότε πρωτολανσαρίστηκε με τεράστια επιτυχία στην Ελλάδα και το παγωτό Σικάγο από τον δαιμόνιο Κάρολο. Οταν άρχισε να χτίζεται το Μετοχικό Ταμείο Στρατού, ανησύχησε. «Ηξερε ότι, αν άνοιγε ζαχαροπλαστείο στο ισόγειο, θα του έπαιρνε όλη την πελατεία. Εσπευσε να κάνει αμέσως την κίνηση να το ενοικιάσει αυτός. Τον ίδιο χώρο ήθελε και ο Φλώκας, αλλά τελικά δεν άντεξε να πληρώσει ένα τέτοιο υπέρογκο ενοίκιο και το πήρε ο πατέρας μου με τον Νικολακόπουλο», θυμάται η Αλεξάνδρα.

Ο Ζωναράς φώναξε τους καλύτερους μάστορες και αρχιτέκτονες για να φτιάξουν το καλύτερο κατάστημα εστίασης στην Αθήνα. Κοσμοπολίτης και γνώστης, ήταν πάνω από το κεφάλι τους για να είναι τέλεια όλα. Ακόμη και τις πιο δεξιοτέχνες κεντήστρες βρήκε για να του φτιάξουν τα λινά τραπεζομάντιλα. Τον Αύγουστο του ’40 ήταν όλα έτοιμα πια για να ανοίξει. Μία εβδομάδα πριν από τα επίσημα εγκαίνια, ανήμερα Δεκαπενταύγουστου, γίνεται ο βομβαρδισμός της «Ελλης» στην Τήνο. Η χώρα ξαναμπαίνει σε περιπέτειες και το κατάστημα ανοίγει κάτω από το βάρος μιας απειλητικής σκιάς στις 23 Αυγούστου, με πολλούς επισήμους να δίνουν το «παρών». Παραμένει σε λειτουργία μέχρι και τον Απρίλιο του 1941, γίνεται μάλιστα το στέκι των πανηγυρισμών έπειτα από κάθε νίκη στο αλβανικό μέτωπο. 

Μόλις οι Γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα, το επιτάσσουν και εμφανίζονται μπροστά στον Ζωναρά δύο παλιά γκαρσόνια με στολή ναζί. Ηταν κατάσκοποι που ανήκαν στην Πέμπτη Φάλαγγα και είχαν πιάσει δουλειά στο μαγαζί για να συγκεντρώνουν πληροφορίες από τους πολιτικούς, τους δημοσιογράφους αλλά και τους Βρετανούς που σύχναζαν εκεί. Ευτυχώς το απέναντι μικρό κατάστημα συνέχισε να φτιάχνει σοκολατάκια, και έτσι έζησε η οικογένεια.

«Μιλάμε για μια περίοδο με συσκότιση και τεράστιες ελλείψεις τροφίμων. Θα αναρωτιέται κανείς τι είδους γλυκά φτιάχναμε. Εκεί ο πρωτομάστορης του πατέρα μου είχε κάνει το θαύμα του. Ζάχαρη δεν υπήρχε και έτσι εξήντλησε την εφευρετικότητά του χρησιμοποιώντας μέλι, σταφίδες και ξηρούς καρπούς. Ως και κρέμα φουντούκι είχε επινοήσει», λέει η Αλεξάνδρα Αλεξανδράκη, που ήταν τότε έφηβη. «Ο πατέρας μου έβλεπε απέναντι το κατάστημά του, που το είχαν κάνει καντίνα οι Γερμανοί, αλλά δεν το έβαζε κάτω. Λίγο μετά πέσαμε στο Κίνημα και το σπίτι μας ήταν δίπλα σε ένα επικίνδυνο σημείο κοντά στο μουσείο. Κάθε τόσο, όταν γινόταν κατάπαυση πυρός, πεταγόταν με τα πόδια στην Πανεπιστημίου στο μικρό μαγαζί και μας έφερνε τρόφιμα τόσο σε εμάς όσο και στη γειτονιά. Ετσι τα βγάλαμε πέρα. Δεν πρόλαβαν να φύγουν οι Γερμανοί και ήρθαν οι Εγγλέζοι και ξαναεπίταξαν το“Ζonars”. Κάναμε άλλα τόσα χρόνια υπομονή για να φύγουν τελικά το 1950, αφήνοντάς μας μια μικρή αποζημίωση. Με αυτά τα χρήματα και ένα δάνειο ο Ζωναράς το ανακαίνισε και άρχισε πάλι να λειτουργεί».

Επρόκειτο βέβαια για τη χρυσή εποχή του ζαχαροπλαστείου. «Τότε γνώρισα και εγώ τον άνδρα μου, τον Αλέξανδρο Αλεξανδράκη, τον ζωγράφο που πήρε μέρος στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα σχέδιά του έμειναν στην ιστορία. Ηταν μια άλλη εποχή για την Ελλάδα, που έβγαινε από τη συμφορά με βαθιές πληγές, αλλά με κουράγιο και ελπίδα για το μέλλον. Στο Ζonars ερχόταν όλη η καλή κοινωνία μιας χώρας που ξαναέβρισκε το βηματισμό της. Ακόμη όμως και αυτοί που δεν ήταν προνομιούχοι στέκονταν με αξιοπρέπεια και με τη φιλοδοξία να είναι ευπρεπείς στο ντύσιμο και στη συμπεριφορά. Η αγένεια και η κακομοιριά δεν ήταν τόσο συνηθισμένα φαινόμενα όπως σήμερα. Επίσης τότε, ακόμη και αν όλα ήταν μισογκρεμισμένα και διαλυμένα, οι άνθρωποι ήθελαν να καλοντύνονται και να κυκλοφορούν για να αισθάνονται καλύτερα οι ίδιοι και όχι για να κάνουν επίδειξη».
Ο Ζωναράς είναι βέβαια κάθε μέρα εκεί, χωρίς να ξεκουράζεται ή να πλήττει. Εχει πλήρη εποπτεία των πάντων. Οταν έγιναν οι σεισμοί της Πελοποννήσου και ο ίδιος είχε πατήσει τα 90, αποφάσισε ότι έπρεπε να βοηθήσει τις δοκιμαζόμενες περιοχές. Σε συνεργασία με την Κοινωνική Πρόνοια και με δραστήριους ανθρώπους όπως η Ελένη Βλάχου, έφτασε στα πιο δύσβατα σημεία, κυριολεκτικά από κατσικόδρομους. Χάρη στις δικές του προσπάθειες και την αυτοψία, φτιάχτηκαν τρία-τέσσερα μονοτάξια σχολεία, που λειτούργησαν για πολλά χρόνια, για τα παιδιά από τα πληγέντα χωριά.
Το 1968 συνειδητοποίησε ότι κανένα από τα δύο παιδιά του δεν θα συνέχιζε την επιχείρηση, και έτσι πήρε την απόφαση να την πουλήσει στους επιχειρηματίες που είχαν τον «Διόνυσο». Το μαγαζί άλλαξε χέρια το 2000 και το 2016 άνοιξε ξανά, μεταμορφωμένο από τον Χρύσανθο Πανά. Και αν ο Κάρολος Ζωναράς βλέπει από εκεί ψηλά, θα είναι μάλλον ευχαριστημένος που το όνομά του προφέρεται ακόμα από τα χείλη των Αθηναίων