ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι γιαγιάδες σώζουν ακόμα την οικογένεια

giagiades1
vrefi

Σήμερα, Κυριακή, η κυρία Ευσταθία έχει off. Θα μαγειρέψει για την ίδια και τον άντρα της, θα συγυρίσει το σπίτι, θα χαζέψει το αγαπημένο της πρόγραμμα στην τηλεόραση και θα πέσει νωρίς για ύπνο. Οπως κάθε Δευτέρα έτσι και αύριο, 8.30 π.μ. θα πρέπει να χτυπήσει κάρτα στο σπίτι της κόρης της. Να αναλάβει τα παιδιά όσο η μαμά τους ετοιμάζεται για τη δουλειά, να προλάβουν να πουν κι οι δυο τους καμιά κουβέντα. Το να είσαι μαμά, λένε, είναι η ομορφότερη και ταυτόχρονα η δυσκολότερη δουλειά του κόσμου. Το να είσαι γιαγιά στην Ελλάδα, πάντως, είναι κανονικό «επάγγελμα» με αυστηρά ωράρια και συγκεκριμένα ρεπό.

Δεν έχει διερευνηθεί επαρκώς η συμμετοχή του παράγοντα «γιαγιά» στην ελληνική οικονομία. Με δεδομένη την έλλειψη κατάλληλων κρατικών δομών αλλά και την οικονομική στενότητα που περιορίζει την πρόσβαση σε ιδιωτικές υπηρεσίες φύλαξης και φροντίδας, ουδείς γνωρίζει τι θα γινόταν εάν τα ζευγάρια δεν είχαν το «μαξιλάρι» των γονιών τους να ακουμπήσουν. Πόσο χαμηλότερα θα ήταν τα ποσοστά της γυναικείας απασχόλησης;

Σύμφωνα με πολύ πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, που δημοσιεύθηκαν με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Οικογενειών στις 15 Mαΐου, το ποσοστό των παιδιών κάτω των τριών ετών που πηγαίνουν σε βρεφονηπιακούς σταθμούς, δημόσιους ή ιδιωτικούς, στην Ελλάδα δεν ξεπερνά το 13%, υπολειπόμενο σημαντικά από τα αντίστοιχα ποσοστά χωρών, όπως το Βέλγιο (49%), η Δανία (70%), η Γερμανία (27%), η Γαλλία (40%), η Πορτογαλία (45%), αλλά και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που φτάνει το 28%.

Ωστόσο, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, το ποσοστό των παιδιών κάτω των τριών ετών που φροντίζουν αποκλειστικά οι γονείς τους δεν ξεπερνά το 37% στη χώρα μας, αρκετά χαμηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (50%), γεγονός που αποκαλύπτει ότι οι οικογένειες στην Ελλάδα στηρίζονται περισσότερο σε «ανεπίσημες» υπηρεσίες φύλαξης και φροντίδας, όπως οι παππούδες και οι γιαγιάδες. Ενδεικτικά, το ποσοστό των παιδιών κάτω των τριών ετών που τα φροντίζουν αποκλειστικά οι γονείς τους αγγίζει το 73% στη Βουλγαρία (όπου το 11% πηγαίνει σε επίσημες δομές), το 60% στην Τσεχία (5% σε επίσημες δομές), το 62% στη Γερμανία, το 49% στην Ισπανία και το 60% στην Πολωνία.

Δημοσιεύοντας τα άνω στοιχεία, η Eurostat σημείωσε ότι η Ευρώπη έχει δρόμο μπροστά της έως ότου φτάσει τον στόχο που είχε θέσει στο Συνέδριο της Βαρκελώνης το 2002. Εκεί είχε αποφασιστεί ότι τα κράτη-μέλη θα πρέπει να διευκολύνουν περαιτέρω την πρόσβαση των γυναικών στην αγορά εργασίας, παρέχοντας στο 33% των παιδιών κάτω των τριών ετών και στο 90% των παιδιών από 3 έως 6 ετών πρόσβαση σε εξειδικευμένες δομές.

Τα ελληνικά δεδομένα

Στην Ελλάδα, πολλές μητέρες είτε δεν εργάζονται είτε αφήνουν τη φροντίδα των παιδιών τους στις δικές τους μητέρες. Ειδικότερα, σύμφωνα με την έκθεση της UNICEF «Η κατάσταση των παιδιών στην Ελλάδα 2014», ένας στους τρεις εργαζομένους (32,6%) δηλώνει ότι κατά τις ώρες εργασίας του η φύλαξη των παιδιών γίνεται από τον/τη σύντροφο που μένει στο σπίτι, ενώ το 28% δηλώνει ότι επιστρατεύει συγγενείς ή φιλικά άτομα. Γενικά, το καθοριστικό κριτήριο φαίνεται ότι είναι το κόστος. Δύο στα τρία άτομα (64,5%) που δηλώνουν ότι δεν εργάζονται ή ότι απασχολούνται μερικώς εξαιτίας της φύλαξης των παιδιών αναφέρουν ως κύριο λόγο το υψηλό κόστος των υπηρεσιών φροντίδας και κατά δεύτερο λόγο τη μη ύπαρξη υπηρεσιών φροντίδας (18,75%). Είναι ενδεικτικό ότι παράγοντες που σχετίζονται με την ποιότητα και την καταλληλότητα των υπηρεσιών φροντίδας δεν αναφέρονται ως σημαντικοί λόγοι για μη εργασία ή μερική απασχόληση, καθώς βρίσκονται σε χαμηλά ποσοστά στην Ελλάδα (16,67%) σε αντίθεση με άλλες χώρες της Ε.Ε. (25,85%). Η ανεπάρκεια των υπηρεσιών φροντίδας στην Ελλάδα αποδεικνύεται από το γεγονός ότι σχεδόν οι μισοί (46,3%) εργαζόμενοι αναγκάστηκαν να κάνουν διευθέτηση του χρόνου εργασίας τους λόγω έλλειψης εναλλακτικών υπηρεσιών φροντίδας κατά τη διάρκεια της ημέρας. Το αντίστοιχο ποσοστό εργαζομένων στην Ευρώπη είναι αρκετά μικρότερο (24,1%).

Πάντως, πρόσφατη έρευνα του Χάρβαρντ απέδειξε ότι τα παιδιά γυναικών που εργάζονται επηρεάζονται από αυτό το πρότυπο στη μετέπειτα ζωή τους. Οι κόρες εξελίσσονται σε πιο επιτυχημένες επαγγελματίες, ενώ οι γιοι συμμετέχουν περισσότερο στις δουλειές του σπιτιού και στη φροντίδα των παιδιών.