ΚΟΙΝΩΝΙΑ

O Γιαν Φαμπρ μετά την ελληνική «περιπέτεια»

o-gian-fampr-meta-tin-elliniki-peripeteia-2134933

Η στάση του σώματός του προδίδει έντονη προσπάθεια για γέλιο. Το πρόσωπό του σχεδόν παραμορφωμένο. Το είδωλο του Γιαν Φαμπρ μέσα από το μπρούντζινο άγαλμά του μοιάζει να σπάει πλάκα και να το διασκεδάζει. Από το πουκάμισό του στάζει πραγματικό νερό, ενώ στο αριστερό του χέρι κρατάει ένα βιβλίο με χαραγμένο τον τίτλο «Je suis une erreur».

Καθώς πλησιάζουμε, ακούμε ηχογραφημένη τη γνώριμη τραχιά φωνή του σε ένα γέλιο χωρίς σταματημό. Δεν πρόκειται λοιπόν για ένα απλό γλυπτό, αλλά για μια εγκατάσταση που στιγμιαία σχεδόν μας τρομάζει. Ο Φλαμανδός αιρετικός καλλιτέχνης, ακόμη και ως έργο τέχνης, καταφέρνει να μας ξαφνιάζει, να μας ξεγελά, την ίδια στιγμή που ο ίδιος, εντελώς απελευθερωμένος, έχει προλάβει να αυτοχαρακτηριστεί «ένα λάθος». «Είμαι ένα λάθος» είναι ο τίτλος μιας γνωστής περφόρμανς του που έχουμε δει και στην Ελλάδα (2007), αλλά και ένα μότο που μοιάζει να ασπάζεται πραγματικά.

Γι’ αυτό και δεν θα έπρεπε να μας είχαν εκπλήξει οι -προφητικές όπως αποδείχθηκε- απαντήσεις του πέντε εβδομάδες νωρίτερα στο περιθώριο της περιβόητης συνέντευξης Τύπου του Ελληνικού Φεστιβάλ, όταν δήλωνε αυτοκράτορας της απώλειας και γοητευμένος από την έννοια της αποτυχίας.

Οσα αντικρίσαμε, πάντως, στην πόλη της Φλωρεντίας μαζί με 110 άλλους δημοσιογράφους (οι περισσότεροι Ιταλοί, αλλά και από Βέλγιο, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, μέχρι και από το Μεξικό!) απείχαν πολύ από αυτή την αποκαλούμενη… γοητεία της αποτυχίας. 

«Viva l’arte», αναφώνησε τέσσερις φορές θριαμβευτικά. Αυτός ήταν όλος κι όλος ο λόγος του μπροστά στο συγκεντρωμένο πλήθος στο φρούριο Φόρτε ντι Μπελβεντέρε, που φιλοξενούσε σχεδόν εβδομήντα έργα τέχνης του. Νωρίτερα, ο δήμαρχος του είχε παραδώσει τα τέσσερα κλειδιά της Φλωρεντίας. Μιας πόλης που μοιάζει έτσι κι αλλιώς να του έχει παραδοθεί ολοκληρωτικά, αφού η πολυδιαφημισμένη έκθεσή του με τίτλο «Spiritual Guards» για πρώτη φορά συνενώνει τρεις ιστορικούς της χώρους: Φόρτε ντι Μπελβεντέρε, Παλάτσο Βέκιο και Πιάτσα ντελά Σινιορία.

Οι αφίσες της υπάρχουν παντού και συνοδεύουν όλη τη διαδρομή μας από το αεροδρόμιο της Τοσκάνης προς το ιστορικό κέντρο. Μέσα στο Παλάτσο Βέκιο έχουν κάνει κατάληψη τα περίφημα έντομά του. Δεν είναι η πρώτη φορά που οι Ιταλοί επιχειρούν αυτόν το διάλογο με τη σύγχρονη τέχνη. Εξι χρόνια πριν, ήταν τα διάσημα διαμαντένια κρανία του Ντάμιεν Χιρστ.

Αλλά έξω, η όψη Πιάτσα ντελά Σινιορία έχει ανανεωθεί εντελώς, χάρη σε δύο σύγχρονα έργα του Φαμπρ που προστέθηκαν στα ιστορικά της πλατείας (πρόκειται μάλιστα για τα δύο έργα με τα οποία πρωτοσυστήθηκε ως εικαστικός στο ελληνικό κοινό το 2003 με την έκθεση «Outlook»). Το ενδιαφέρον έχει πλέον μετατοπιστεί στο  άδειο μέχρι πρότινος κέντρο της πλατείας, όπου τώρα δεσπόζει η τεράστια Χελώνα του («Αναζητώντας την ουτοπία», 2003). Οι τουρίστες δεν σταματούν να φωτογραφίζονται, ενώ και για τους ντόπιους η Ταρταρούγα (χελώνα στα Ιταλικά) είναι το νέο σημείο συνάντησης για ραντεβού. Ενδεικτικό είναι πως το έργο αποτέλεσε viral στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μόνο λίγες ώρες μετά την τοποθέτησή του.

Για τον «Ανθρωπο που μετρούσε τα σύννεφα» (1998) τα πράγματα είναι κάπως πιο δύσκολα, αφού είναι τοποθετημένος ανάμεσα σε έργα των Μικελάντζελο και Ντονατέλο. Φοβάται άραγε ο ίδιος τη σύγκριση; «Οχι, δεν νιώθω φοβισμένος. Στο ίδιο ακριβώς σημείο πριν από εμένα είχε εκθέσει ο Τζεφ Κουνς. Είμαι ο δεύτερος σύγχρονος καλλιτέχνης που το αποτολμά. Ομως κανένας δεν μπορεί να μπει σε διαδικασία σύγκρισης με τους τόσο σπουδαίους καλλιτέχνες εκείνης της λαμπρής εποχής. Αυτό ήθελα να δηλώσω στην περφόρμανς όπου με είδατε να σέρνομαι σαν σκουλήκι».

Λίγες ημέρες νωρίτερα, φορώντας μαύρο κοστούμι και τυλιγμένος με μαύρη ταινία, ερμήνευσε ο ίδιος μια ιδιότυπη χορογραφία μπροστά στα έκπληκτα μάτια των περαστικών, θέλοντας να κάνει μια συμβολική δήλωση ταπεινοφροσύνης στους πολύ μεγάλους δασκάλους της τέχνης: «Μπροστά τους ως σύγχρονος καλλιτέχνης δεν μπορείς παρά να νιώθεις ένα σκουλήκι», μας λέει δίνοντάς μας την αφορμή για να τον ρωτήσουμε αν πιστεύει πως ο ρόλος του καλλιτέχνη έχει αλλάξει από εκείνη την εποχή έως τη σημερινή.

Ακολουθεί μεγάλη παύση και η φωνή του βαθαίνει: «Οχι, δεν πιστεύω πως έχει αλλάξει πάρα πολύ. Οταν ως καλλιτέχνης κάνεις επιλογές, θα συναντήσεις και αντιδράσεις. Οσο πιο πολύ δημιουργείς τόσο πιο πολλές αντιδράσεις θα συναντήσεις. Ξέρετε τι φοβερά προβλήματα αντιμετώπισε ο Μικελάντζελο στην εποχή του; Τον κυνήγησαν. Οταν ζωγράφιζε την Καπέλα Σιξτίνα, ήθελαν μέχρι και να τον σκοτώσουν. Δεν είχαν βέβαια σκεφτεί τότε τον όρο “persona non grata”», μας λέει αναφερόμενος στο χαρακτηρισμό που του απέδωσαν πεντακόσιοι Ελληνες καλλιτέχνες με επιστολή τους έπειτα από σχετική συνέλευση στο θέατρο Σφενδόνη.

Μιλώντας για δυσκολίες, πάντως, ο ίδιος πιστεύει πως «η μεγαλύτερη πρόκληση που καλείται να αντιμετωπίσει κανείς όταν αρχίσει να γίνεται λίγο γνωστός, είναι να μην επαναπαυτεί, αλλά να εξακολουθεί να έχει περιέργεια για τα πράγματα». Είναι προφανώς η ίδια περιέργεια που τον οδήγησε έως το τιμόνι του Ελληνικού Φεστιβάλ. «Ναι, μου φάνηκε ενδιαφέρον πρότζεκτ και ήμουν ανοιχτός να δουλέψω με τους καλλιτέχνες της χώρας. Ανήκει, όμως, ήδη στο παρελθόν και εγώ ζω στο παρόν».

Ας υποθέσουμε, όμως, πως ο χρόνος γυρνούσε πίσω. Θα έκανε τις ίδιες επιλογές; «Φυσικά. Είμαι ένας καλλιτέχνης, ένας επιμελητής και ως τέτοιος όφειλα να έχω απόλυτη ελευθερία. Ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκαν τα πράγματα σήμαινε πως δεν θα την είχα πια. Αν δείτε πιο προσεκτικά το πρόγραμμά μου, υποστήριζα πάρα πολύ τους Ελληνες καλλιτέχνες. Δεν το κατάλαβαν αυτό». Ισως, λοιπόν, έπρεπε να έχει λάβει υπόψη του την ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων; «Γιατί νομίζετε πως είμαι πολιτικός; Ο συμβιβασμός είναι δουλειά των πολιτικών. Εγώ σας επαναλαμβάνω ότι είμαι καλλιτέχνης και οφείλω να κάνω ξεκάθαρες επιλογές».

Τα σχέδιά του δεν περιλαμβάνουν την Ελλάδα ούτε ως τόπο διακοπών. Το καλοκαίρι θα τον βρει να εργάζεται για την έκθεσή του στο Νέο Μουσείο της Τενερίφης, τον Οκτώβριο θα γίνουν τα εγκαίνια της πολύ μεγάλης του έκθεσης στο Ερμιτάζ και στη συνέχεια ξεκινά πρόβες για τη νέα του θεατρική δημιουργία με θέμα τις βελγικές ρίζες, που θα κάνει πρεμιέρα το επόμενο καλοκαίρι στο Μάντσεστερ. «Ακόμη μια μεγάλη παρανόηση σε σχέση με το Ελληνικό Φεστιβάλ», επισημαίνει. «Το αφιέρωμα στο Βέλγιο είχε να κάνει με ένα άνοιγμα σε μια πολυ-πολιτισμική κοινωνία 84 διαφορετικών εθνικοτήτων και όχι με ένα κλειστό φλαμανδικό περιβάλλον».

Παρά το γεμάτο του πρόγραμμα, ο ίδιος δεν αποδέχεται για τον εαυτό του τον όρο «δημοφιλής»: «Οχι. Δεν είμαι καθόλου δημοφιλής. Με το πέρασμα των χρόνων έχω κερδίσει κάποιο σεβασμό. Τα έργα μου, όμως, είναι δυσνόητα για το ευρύ κοινό», καταλήγει.