ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Τέχνη και λαογραφία με φόντο τα… μετάξια του Μέντη

texni1

Μπαίνοντας στο κτίριο της παλιάς βιοτεχνίας του Μέντη στα Κάτω Πετράλωνα, το πρώτο που προσέχεις είναι ο θόρυβος. Αυτός ο ρυθμικός επαναλαμβανόμενος ήχος των μηχανών κατακλύζει τον ενιαίο χώρο. Η παραγωγή, μετά τόσες δεκαετίες, συνεχίζεται. Ο όρος «παλιά βιοτεχνία» ίσως δεν είναι τόσο ακριβής, δεδομένου πως ο χώρος έχει πλέον επισήμως μετατραπεί σε «Κέντρο διατήρησης παραδοσιακών τεχνικών κλωστοϋφαντουργίας», υπό τη σκέπη του Μουσείου Μπενάκη. Τα όσα μπορεί κανείς να δει (σε λειτουργία) σήμερα εκεί αποτελούν απλώς μια συρρίκνωση της θρυλικής κλωστοϋφαντουργίας του Μέντη, οικογενειακής επιχείρησης που μετρά σχεδόν 150 χρόνια ζωής.

«Η δική μου εικαστική παρέμβαση έχει πηγή έμπνευσης τον τρόπο που φτιάχτηκαν οι πρώτες μηχανές, οι οποίες μιμούνταν τις κινήσεις των εργατών. Τις κωδικοποίησα σε ένα διάγραμμα, το οποίο αναλύει την επαναληπτική διαδικασία» μου λέει η καλλιτέχνις Χρυσάνθη Κουμιανάκη, καθώς περπατάμε ανάμεσα στις μηχανές. Βασισμένη στην παραπάνω κωδικοποίηση, έστησε μια (διακριτική) εγκατάσταση που καθρεφτίζει επί της ουσίας καλλιτεχνικά τη βιοτεχνική δραστηριότητα. Τον διάλογο σύγχρονης τέχνης και λαογραφίας επιμελείται η ομάδα locus athens (Μαρία-Θάλεια Καρρά και Ολγα Χατζηδάκη), η οποία επιδιώκει να αφηγείται ιστορίες τόπων και κτιρίων της πόλης.

Στην αυλή, δίπλα στην πόρτα, δεσπόζει το πορτρέτο του Σπύρου Μέντη, ο οποίος ίδρυσε τη βιοτεχνία στο Ναύπλιο, τη δεκαετία του 1860. Ο εγγονός του, επίσης Σπύρος –και τελευταίος που λειτούργησε την επιχείρηση πριν από την υιοθεσία του μουσείου– μου αφηγείται την ιστορία της οικογένειας, η οποία είναι συνυφασμένη με εκείνη της Ελλάδας από την εποχή του Οθωνα και εντεύθεν. Τα μετάξια του Μέντη έντυσαν τα ανάκτορα και τους Εύζωνες για πολλές δεκαετίες.

«Η βασιλική οικογένεια ήταν ο σπουδαιότερος πελάτης του Μέντη από την εποχή του Ναυπλίου. Οταν η Αυλή μετακόμισε στην Αθήνα, η δουλειά την ακολούθησε. Μέχρι τότε ο παππούς μου είχε αναλάβει την εποπτεία του βασιλικού ραφείου και τον στολισμό των βασιλικών αμαξών. Το βασικό κατάστημα ήταν στην Ερμού, απέναντι από την Καπνικαρέα. Λειτουργούσε και μία βιοτεχνία στην οδό Κηρυκείου, δίπλα στην αρχαία Αγορά, κι ένα “κουκουλόσπιτο” (σ.σ. εκεί γινόταν η επεξεργασία του μεταξοσκώληκα) στο Μετς».

Από τους Βαλκανικούς Πολέμους έως τη Μικρασιατική Εκστρατεία, τα τρία αγόρια του Μέντη πηγαινοέρχονταν στο μέτωπο. Η επιχείρηση πέρασε στα χέρια των γυναικών, ωστόσο η δραστηριότητα επεκτείνεται και στα στρατιωτικά είδη (γυλιούς, άρβυλα, φιτίλια), ενώ άλλο ένα κατάστημα ανοίγει στην οδό Ευαγγελιστρίας. Η μεγάλη ανάπτυξη έρχεται το 1950-1960. «Κάναμε μεγάλες εξαγωγές κυρίως προς την Ανατολή και τις αγορές του Λιβάνου. Μετά τη μεταπολίτευση ήρθε μια πραγματική καταστροφή με τον βομβαρδισμό του Λιβάνου, αρχές της δεκαετίας του ’80. Κάπου εκεί ανέλαβα μαζί με την αδελφή μου. Είχαμε ακόμα πολλές παραγγελίες από τον χώρο της υψηλής μόδας και τα “τζάκια” της αστικής Αθήνας. Επί Ανδρέα σταμάτησε η εργασία μας για τα κεντήματα στις στολές των Ευζώνων. Μου κόστισε, αλλά ήταν αναπόφευκτο λόγω των παρατυπιών που δεν ήμουν διατεθειμένος να κάνω προκειμένου να την κρατήσω. Γενικά εκείνη την εποχή γίνονταν διάφορα. Είχαμε πελάτες υπουργούς για παράδειγμα που δεν ήθελαν να πληρώσουν ΦΠΑ ή το χαρτόσημο γιατί ήσαν, λέει, φτωχοί…», λέει γελώντας ο κ. Μέντης.

Η απόφαση, όπως μου επισημαίνει, για το κλείσιμο της επιχείρησης άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό του μετά την καταστροφή του μαγαζιού της Ερμού, κατά τα γεγονότα του Δεκεμβρίου του 2008. Τελικά, το 2010 ήρθε η πρόταση του Μουσείου Μπενάκη και έτσι η βιοτεχνία των Πετραλώνων (Πολυφήμου 6), η οποία λειτουργούσε από το 1978, απέκτησε την επιπλέον ιδιότητα του μνημείου για την κλωστοϋφαντουργία.

​​Η έκθεση «Χροαχίμ» της Χρυσάνθης Κουμιανάκη και της locus athens, η οποία εγκαινιάστηκε το περασμένο Σάββατο θα διαρκέσει μέχρι τις 25 Ιουνίου.