ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Η Ε.Ε., η δημόσια υγεία και οι «διαταράκτες»

i-e-e-i-dimosia-ygeia-kai-oi-diataraktes-2146615

Στις 15 Ιουνίου 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε δύο σχέδια πράξεων που αφορούν τα βιοκτόνα και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα και στα οποία αναφέρονται τα προτεινόμενα κριτήρια προσδιορισμού/χαρακτηρισμού των ενδοκρινικών διαταρακτών. Τα κριτήρια αυτά είχαν τεθεί σε δημόσια διαβούλευση, η οποία ολοκληρώθηκε στις 28 Ιουλίου. Ομολογουμένως, η επιλογή της περιόδου αυτής, καθώς βρισκόμαστε στα μέσα του καλοκαιριού, στέρησε τη δυνατότητα επαρκούς οργάνωσης, αντίδρασης και συζήτησης, των διαδικασιών δηλαδή που είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητες σε θέματα που αφορούν τη δημόσια υγεία.

Φαίνεται ότι η Επιτροπή παραβλέπει ότι η έκθεση στους ενδοκρινικούς διαταράκτες έχει επιστημονικά τεκμηριωθεί και αποδειχθεί ότι συνδέεται με ασθένειες που όχι μόνο απειλούν την ανθρώπινη ζωή, αλλά και αφαιρούν ετησίως δισεκατομμύρια ευρώ από το σύστημα υγείας της Ε.Ε. Ακόμα, ότι πρέπει να συνεκτιμάται και ο κίνδυνος για το φυσικό περιβάλλον και την άγρια ζωή, που οπωσδήποτε η κοινοτική νομοθεσία οφείλει να προστατεύει, πράγμα που συνέβαινε.

Σε προηγούμενα νομοθετικά κείμενα, είχε αναδειχθεί μια ισχυρή ευαισθησία για την εξασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου προστασίας της ανθρώπινης υγείας, των ευαίσθητων ομάδων πληθυσμού, της άγριας ζωής και του περιβάλλοντος, αλλά και για την εφαρμογή της αρχής της προφύλαξης, με χαρακτηριστικότατο παράδειγμα τον κανονισμό 528/2012 για τη διάθεση στην αγορά και τη χρήση των βιοκτόνων. Ομως η προτεινόμενη νομοθεσία για τα βιοκτόνα και τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα φαίνεται να αγνοεί τα προηγούμενα ή, τουλάχιστον, να μην τα λαμβάνει υπόψη όσο θα έπρεπε.

Το κύριο χαρακτηριστικό της προτεινόμενης νομοθεσίας είναι η απρόσμενη αποδοχή των ουσιών που πιθανώς να προκαλούν ενδοκρινικές διαταραχές, καθώς δεν αποκλείονται σύμφωνα με τα κριτήρια που δόθηκαν προς διαβούλευση. Ο νομοθέτης προτείνει τον αποκλεισμό μόνο των ουσιών με γνωστή και πλήρως αποδεδειγμένη δυνατότητα πρόκλησης ενδοκρινικών διαταραχών, αγνοώντας την υπαρκτή βάση δεδομένων των πιθανών ενδοκρινικών διαταρακτών και αποκλείοντας έτσι μόνο ένα μικρό υποσύνολο επικίνδυνων ουσιών. Για να καλυφθεί μεγαλύτερος αριθμός ουσιών, απαιτείται τόσο μεγάλος αριθμός αποδεικτικών στοιχείων που είναι πρακτικά σχεδόν αδύνατο να επιτευχθεί. Ο νομοθέτης αγνοεί τις ουσίες για τις οποίες υπάρχουν μόνο ενδείξεις για πιθανή ενδοκρινική δράση και, επομένως, δεν εξασφαλίζει τα επιθυμητά επίπεδα ασφάλειας για την υγεία και το περιβάλλον, όπως αυτά αναφέρονταν σε προηγούμενα νομικά κείμενα.

Ενα ακόμη χαρακτηριστικό σημείο είναι ότι ενδέχεται να επιτραπεί η χρήση ορισμένων ουσιών που όντως έχει αποδειχθεί χωρίς την παραμικρή αμφιβολία ότι είναι ενδοκρινικοί διαταράκτες, εάν ο κίνδυνος για την ανθρώπινη υγεία είναι αμελητέος. Αμελητέος μεν, υπαρκτός δε, αφού ο νομοθέτης δεν μιλά πια για αμελητέα έκθεση, αλλά για αμελητέο κίνδυνο. Επομένως, δίνεται ένα νομικό «παραθυράκι» για να επιτραπεί η χρήση ορισμένων ενδοκρινικών διαταρακτών. Κάτι άλλο που πρέπει να θυμηθούμε είναι ότι δεν υπάρχει ασφαλές όριο έκθεσης στους ενδοκρινικούς διαταράκτες, όπως συμβαίνει και με τις καρκινογόνες ουσίες και ότι καθημερινά, εκτιθέμεθα σε πλήθος τέτοιων ουσιών με τα μείγματά τους να έχουν απρόβλεπτη επίδραση στον οργανισμό. Επιπλέον, αγνοείται η αρχή της προφύλαξης και η έκθεση σε επικίνδυνες ουσίες συνεχίζεται μέχρι να έρθει η πλήρης απόδειξη, αλλά, τότε, η ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον θα έχουν υποστεί επιπτώσεις που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Αναμφίβολα, οι ενδοκρινικοί διαταράκτες αποτελούν σημαντική απειλή για την υγεία και ο αποκλεισμός τους είναι μονόδρομος. Η εμμονή σε ένα υψηλό, πιθανώς μη επιτεύξιμο, επίπεδο επιστημονικής απόδειξης δεν προστατεύει την υγεία και δεν παρακινεί τις βιομηχανίες να βρουν εναλλακτικές ασφαλέστερες ουσίες για να αντικαταστήσουν τόσο τους γνωστούς όσο και τους πιθανούς ενδοκρινικούς διαταράκτες.

Η Ε.Ε. είναι θεωρητικά αναγκασμένη να αποφασίζει σωστά λαμβάνοντας υπόψη την επιστημονική αβεβαιότητα και την αρχή της προφύλαξης που αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ασπίδες της ανθρώπινης υγείας και δεν πρέπει να παραγκωνίζεται προς όφελος μιας ελεύθερης εμπορικής κυκλοφορίας ύποπτων χημικών ουσιών. Καθεστώς πίεσης προς την Επιτροπή προφανώς και υπάρχει, ειδικά όταν η συζήτηση για τη Διατλαντική Εταιρική Σχέση Εμπορίου και Επενδύσεων (TTIP) είναι πιο επίκαιρη από ποτέ. Ομως η ίδια η Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο έχει καλέσει την Επιτροπή να μη διαπραγματεύεται πάνω σε θέματα που τα νομοθετικά πρότυπα διαφέρουν μεταξύ ΗΠΑ και Ε.Ε, αλλά και οι Ευρωπαίοι πολίτες μπορούν και πρέπει να αντιδράσουν προς όφελος της υγείας της παρούσας γενεάς, των μελλοντικών Ευρωπαίων πολιτών, αλλά και του περιβάλλοντος.

* Η κ. Π. Νικολοπούλου-Σταμάτη είναι καθηγήτρια της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, επιστημονική υπεύθυνη του ΠΜΣ «περιβάλλον και Υγεία. Διαχείριση περιβαλλοντικών θεμάτων με επιπτώσεις στην υγεία».