ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Σκληρή γλώσσα και καταγγελίες από τους δικαστές

adeies1

Χειρισμοί κορυφαίων δικαστικών παραγόντων αλλά και της κυβέρνησης, τον τελευταίο καιρό, έχουν δημιουργήσει ισχυρές αντιδράσεις μέσα στους κόλπους της Δικαιοσύνης, με αποτέλεσμα το κλίμα να είναι τεταμένο και οι δικαστικές ενώσεις να θέτουν πλέον ευθέως θέματα δημοκρατίας και προστασίας των θεσμών.

Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι των αντιδράσεων, οι οποίες κλιμακώνονται από την αρχή του δικαστικού έτους με γεωμετρική πρόοδο, ήταν η πρωτοφανής κίνηση δημοσιοποίησης προσωπικών δεδομένων αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), εκ των πλέον εγκρίτων, σε μια συγκυρία που πυροδότησε υποψίες για μεθοδεύσεις και χτυπήματα κάτω από τη ζώνη. Κι αυτό γιατί ο ανώτατος δικαστικός μετέχει της Ολομέλειας του δικαστηρίου, που κρίνει τα μείζονος σημασίας θέματα για τον νόμο με τις τηλεοπτικές άδειες, υπόθεση με τεράστια πολιτική φόρτιση και με δεδομένη την πολιτική σημασία της μιας ή της άλλης απόφασης που θα λάβει τελικώς το ΣτΕ για τον επίμαχο νόμο.

Οι ανακοινώσεις

Απτές ενδείξεις του κλίματος και των έντονων αντιδράσεων που επικρατούν στο δικαστικό σώμα, αποτελεί η δημόσια τοποθέτηση των μεγαλύτερων δικαστικών Ενώσεων της χώρας την εβδομάδα που πέρασε. Οπως είναι ήδη γνωστό, σε πολύ αυστηρή ανακοίνωσή τους έκαναν, μεταξύ άλλων, λόγο «για μεθοδεύσεις που μετέρχονται φασιστικά καθεστώτα», χρησιμοποιώντας ασυνήθιστα σκληρή γλώσσα για τα τεκταινόμενα στον χώρο της Δικαιοσύνης και εκφράζοντας ευθέως προβληματισμούς για την τήρηση της συνταγματικής τάξης.

Στο ίδιο μήκος κύματος ήταν και οι σκληρές αντιδράσεις από τον Δικηγορικό Σύλλογο της Αθήνας (ΔΣΑ), που χαρακτήρισε «όχι μόνον ποινικά αξιόλογες αλλά και προκλητικά αγοραίες» τις ενέργειες αυτές. Και προχωρώντας παραπέρα, τις συνέδεσαν, όπως αναμενόταν, με τις διασκέψεις της Ολομέλειας του Ανώτατου Δικαστηρίου που είναι σε εξέλιξη για την επικείμενη απόφαση για τον νόμο Παππά.

Κοινή είναι, πλέον, η αίσθηση ότι η τριβή που παράγεται, με αφορμή τη συγκεκριμένη δικαστική εκκρεμότητα, είναι πολύ μεγάλη, καθώς, ειδικώς μέσα στο ανώτατο δικαστήριο, τις τελευταίες εβδομάδες, επικρατεί αναταραχή. Υπάρχουν δικαστές που αντιδρούν έντονα, καταγγέλλοντας ευθέως μεθοδεύσεις. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι δύο αντιπρόεδροι του δικαστηρίου έφθασαν στο σημείο να ασκήσουν δριμεία κριτική και να στηλιτεύσουν δημόσια τους χειρισμούς του προέδρου του δικαστηρίου, Νίκου Σακελλαρίου, που ματαίωσε τη διάσκεψη της Ολομέλειας για τις τηλεοπτικές άδειες επικαλούμενος ως επιχείρημα «το κλίμα των ημερών».

Η επιδείνωση

Ως γνωστόν, η κατάσταση επιδεινώθηκε ραγδαία και οι αντιδράσεις διαχύθηκαν σε όλα τα επίπεδα της Δικαιοσύνης τις αμέσως επόμενες ώρες. Συγκεκριμένα, μετά τη δημοσιοποίηση, από την ίδια την πρόεδρο του Αρείου Πάγου Βασιλική Θάνου, ότι ετέθη από την ηγεσία της Δικαιοσύνης θέμα στον πρωθυπουργό, κατά την τελευταία συνάντησή τους, να παρακαμφθεί το Σύνταγμα με νόμο και να μένουν οι ανώτατοι δικαστικοί στις θέσεις τους και μετά το 67ο έτος. Η συγκεκριμένη ρύθμιση, σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, ήταν σχεδόν φωτογραφική για την πρόεδρο του Αρείου Πάγου.

Δικαστικές ενώσεις, έγκριτοι νομικοί, συνταγματολόγοι και όχι μόνο, αμέσως ξεσηκώθηκαν και έκαναν λόγο για ευθεία παραβίαση του Συντάγματος. Το γεγονός είχε ως αποτέλεσμα η πρόεδρος του Αρείου Πάγου να επιχειρήσει να «μαζέψει» το θέμα, λέγοντας σε δικαστές πως εννοούσε ρύθμιση στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης.

Και ως να μην έφθαναν αυτά, το γεγονός ότι, όπως αποκαλύφθηκε στη συνέχεια, η ηγεσία της Δικαιοσύνης πήγε στο Μαξίμου για να μιλήσει για μισθούς και επιδόματα των δικαστών –αντί να το κάνουν οι δικαστικές ενώσεις που ασχολούνται με αυτά τα θέματα – προκάλεσε και άλλες αντιδράσεις, αυτή τη φορά, εντός αλλά κι εκτός Δικαιοσύνης, με τα κόμματα της αντιπολίτευσης να εξαπολύουν πυρά ομαδόν στην κυβέρνηση, φθάνοντας στο σημείο να μιλήσουν για «συναλλαγή» ενόψει επικείμενων κρίσιμων δικαστικών αποφάσεων.

Η ένταση

Με όλες αυτές τις εξελίξεις, δεν είναι παράξενο ότι τελευταία, και πάντως από την έναρξη του δικαστικού έτους τον Σεπτέμβριο και μετά, σχεδόν δεν υπάρχει εβδομάδα που να μην εκδοθεί και μία σκληρή ανακοίνωση από δικαστικές ενώσεις κατά χειρισμών είτε παραγόντων της ηγεσίας της Δικαιοσύνης είτε της κυβέρνησης. Εμπειροι παρατηρητές των δικαστικών πραγμάτων, οι οποίοι ερωτώνται σχετικά, δύσκολα ανακαλούν στο παρελθόν περίοδο με τέτοια ένταση μέσα στη Δικαιοσύνη και βεβαίως με τόσες επικρίσεις για σωρεία χειρισμών στον ευαίσθητο και βαριά θεσμικό χώρο της δικαστικής λειτουργίας.

Και όσο το κλίμα παραμένει τεταμένο και οι αιτιάσεις για λανθασμένες κινήσεις –πρωτίστως κορυφαίων– δικαστικών παραγόντων αυξάνονται, τόσο μεγαλώνει και ο αριθμός των δικαστών εκείνων που ζητούν πλέον ανοικτά να επικρατήσει νηφαλιότητα και ηρεμία. Με ένα στόχο: Προκειμένου να αφεθούν οι ίδιοι να κάνουν τη δουλειά τους, χωρίς να αφήνονται έκθετοι σε πάσης φύσεως κινδύνους.

Η τρομοκρατική επίθεση, άλλωστε, που εκδηλώθηκε κατά της εισαγγελέως εφετών, Γεωργίας Τσατάνη, η οποία είχε διωχθεί, με πρωτοβουλία της προέδρου του Αρείου Πάγου, ενώ είχε καταγγείλει για παρέμβαση τον αναπληρωτή υπουργό Δικαιοσύνης κ. Δημήτρη Παπαγγελόπουλο για την υπόθεση Βγενόπουλου, εξελήφθη ως αποτέλεσμα της στοχοποίησής της.

Η απόσταση

Ισως είναι η μόνη φορά που διαπιστώνεται τέτοια και τόσο μεγάλη απόσταση ανάμεσα σε δικαστές και ηγετικούς παράγοντες της Δικαιοσύνης. Με τους τελευταίους να επικρίνονται σφοδρά για πράξεις ή για παραλείψεις τους. Εν προκειμένω αναφέρεται ενδεικτικά η περίπτωση του εισαγγελέα Ισίδωρου Ντογιάκου, που επαύθη μετά την επανεκλογή του ως προϊσταμένου. Επίσης, αναφέρονται οι πειθαρχικές έρευνες κατά δικαστών που κινούνται κατά καιρούς από τον υπουργό Δικαιοσύνης κ. Νίκο Παρασκευόπουλο, και οι οποίες εκτιμάται από δικαστικές πηγές ότι ενισχύουν τις υποψίες για προσπάθειες ακύρωσης ορισμένων εξ αυτών, με πρόσφατη την έρευνα εις βάρος του αντιπροέδρου του ΣτΕ μετά την εναντίον του πρωτοφανή αθλιότητα.

Ο υπουργός κ. Παρασκευόπουλος, από την πλευρά του, υπεραμύνθηκε με δηλώσεις του τη νομιμότητα των ενεργειών του, σε μια προσπάθεια κατευνασμού των αντιδράσεων και αμέσως προχώρησε σε παραγγελία για έρευνα προκειμένου να εντοπιστούν οι υπεύθυνοι των υποκλοπών, αλλά και της διαρροής των προσωπικών δεδομένων του ανώτατου δικαστικού.

Πάντως, είναι πλέον σαφές, πως η Δικαιοσύνη, που αποτελούσε έως πρότινος προνομιακό χώρο για την άσκηση κυβερνητικής πολιτικής, με την έννοια ότι δικαστικές ενέργειες αξιοποιούνταν στο πλαίσιο του κυβερνητικού στόχου για πάταξη της διαφθοράς και της διαπλοκής, έχει πλέον μετατραπεί σε πεδίο προβλημάτων για το Μέγαρο Μαξίμου. Δικαστικές πηγές αποδίδουν τη μεταβολή αυτή σε τουλάχιστον «άγνοια της θεσμικότητας του χώρου», από πλευράς αρμοδίων παραγόντων, αλλά και σε επιλογές δικαστικών παραγόντων που αποδείχθηκαν –εκ των πραγμάτων και εκ του αποτελέσματος– ότι, τελικά, δεν είχαν τη δυνατότητα να κρατήσουν το τιμόνι σε δύσκολες εποχές.