ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Iστορίες από τη Μεσόγειο

istories-apo-ti-mesogeio-2167532

Τα χέρια του που σφίγγουν τα δικά μου είναι ζεστά, δυνατά· η ματιά του καθαρή, εγκάρδια, φιλόξενη. Είναι τα ίδια χέρια που τους τελευταίους μήνες έχουν απλωθεί για να σώσουν χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες που θαλασσοπνίγονται στα καρυδότσουφλα που διασχίζουν τη Μεσόγειο. Είναι τα ίδια μάτια τα οποία αντικρίζουν ένας-ένας οι ταλαιπωρημένοι φυγάδες όταν σηκώνουν το βλέμμα τους ψάχνοντας την ελπίδα και τη σωτηρία. Ο Νικόλας Παπαχρυσοστόμου, στη διάρκεια του περασμένου καλοκαιριού και μέχρι τα μέσα του Νοεμβρίου, ήταν ο συντονιστής της ομάδας των Γιατρών Χωρίς Σύνορα στο πλοίο Dignity Ι, που συμμετείχε στις διασωστικές επιχειρήσεις στην Κεντρική Μεσόγειο.

Από τις 21 Απριλίου έως και τις 14 Νοεμβρίου 2016, το 18μελές πλήρωμα βοήθησε 9.521 ανθρώπους να φτάσουν ασφαλείς στη στεριά. Χιλιάδες ώρες της ημέρας και της νύχτας με τα μάτια στραμμένα στο πέλαγος, τα αυτιά τεντωμένα, όλες τις αισθήσεις σε επιφυλακή, για να διακρίνουν μια κίνηση, μια αντανάκλαση από το φως του ήλιου ή τη λάμψη του φεγγαριού σε κάποιο πλεούμενο ή σε ένα απελπισμένο βλέμμα. Μόλις εντοπιστεί, μας εξηγεί ο Νικόλας, το πρωτόκολλο προβλέπει να αναχωρήσει μία ή και περισσότερες διασωστικές λέμβοι από το πλοίο, για να πλησιάσουν το πλωτό μέσο όπου βρίσκονται οι πρόσφυγες. Αφού προσδιορίσουν από ποια χώρα είναι η πλειονότητα, τους συστήνονται στη γλώσσα που μπορούν να κατανοήσουν και ξεκινούν τη διανομή σωσιβίων. Η «μαγική» στιγμή όμως «είναι όταν απλώνεις το χέρι σου, για να αδράξεις το χέρι αυτού που θα τραβήξεις από τη βάρκα. Είναι η στιγμή που εγώ προσωπικά συνειδητοποίησα τι είναι η “προσφυγική κρίση”, το δράμα αυτών των ανθρώπων. Ο πρώτος άνθρωπος που έπιασα εγώ ήταν μια γυναίκα. Θυμάμαι ότι ήταν μεγαλόσωμη, έχανε την ισορροπία της και χρειάστηκε να την τραβήξω με όλη μου τη δύναμη. Ολες οι άλλες λεπτομέρειες, του προσώπου της ή της στιγμής, έχουν σβηστεί πια, αλλά θυμάμαι το συναίσθημα».

Οσο μοναδικό και αν ήταν, έμελλαν να ακολουθήσουν και άλλα, δυνατότερα, μερικά αβάσταχτα. «Ξεκινάς… Τους πρώτους μήνες βλέπεις όλους αυτούς τους ανθρώπους, ακούς τις ιστορίες τους, ταξιδεύεις μαζί τους 1-2 ημέρες ώσπου να φτάσεις στην Ιταλία και νιώθεις ότι είναι κατάντια όλο αυτό, αναρωτιέσαι γιατί να συμβαίνει, τι είναι αυτό που τους παρακινεί να φύγουν, κ.λπ. Προβληματίζεσαι, στενοχωριέσαι, αλλά τα δύσκολα δεν έχουν έρθει ακόμη. Οταν έρθουν, για όσο δεν έχεις απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, σκέφτεσαι “τη γλιτώσαμε και σήμερα”. Ωσπου φτάνει η μέρα που χάνεις τον πρώτο άνθρωπο και συνειδητοποιείς ότι όλα πια άλλαξαν, γιατί αυτή τη ζωή την έχασες μέσα από τα χέρια σου. Και κλονίζεται η εμπιστοσύνη σου στον άνθρωπο». Θυμάται την πρώτη απώλεια, «ήταν μια 24χρονη γυναίκα, έγκυος στον πέμπτο μήνα· την είχε περισυλλέξει ένα άλλο σκάφος και εμείς την παραλάβαμε από αυτούς. Είχε εισπνεύσει αναθυμιάσεις, αλλά νομίζαμε ότι θα τα κατάφερνε. Δεν τα κατάφερε…». Οπως και δύο παιδάκια, 4 και 5 ετών. Εκείνη την ημέρα, στην περιοχή μαζί με το Dignity Ι βρισκόταν ένα ιρλανδικό πολεμικό, το οποίο και αυτό διέσωζε πρόσφυγες από μια λέμβο. «Με βρίσκει κάποια στιγμή μια γυναίκα», θυμάται ο Νικόλας, «και με ρωτά αν τους έχουμε ανεβάσει όλους από το πλεούμενο, γιατί αναζητά τα παιδιά της. Από τη γέφυρα επικοινωνώ με το ιρλανδικό, που με ενημερώνει ότι έχουν κι αυτοί 19 άτομα, συνεννοούμαστε να μας τα στείλουν με μια λέμβο και επιστρέφω στη μάνα και της λέω ότι μάλλον τα παιδιά της είναι στο άλλο πλοίο. Λίγα λεπτά αργότερα ακούω στον ασύρματο ότι έρχονται 19 άνθρωποι, αλλά ανάμεσά τους δεν υπάρχουν παιδιά…».

Η μέρα που χάραξε ανεξίτηλες μνήμες και συναισθήματα στη μνήμη του είναι η 29η Αυγούστου, όταν έφυγαν από τη Λιβύη 6.500 άνθρωποι. «Στην περιοχή που ήταν το Dignity I διεσώθησαν 3.000. Θυμάμαι έναν ναύτη να χάνει το μέτρημα, είδαμε 18-20 λέμβους εκείνη την ημέρα». Νωρίς το πρωί είχαν εντοπίσει μια ξύλινη βάρκα με 750 ανθρώπους. Κατόρθωσαν να επιβιβάσουν στο διασωστικό περίπου τους μισούς. Ανάμεσά τους ήταν δύο δίδυμα αγοράκια πέντε ημερών, ενός από τα οποία κινδύνευε η ζωή του. Χρειάστηκε να μεταφερθεί με ελικόπτερο στη Λαμπεντούζα και από εκεί σε νοσοκομείο στην Σικελία. Μέρες μετά έμαθαν ότι τα δύο μωρά και η μητέρα τους έχουν ξεκινήσει μια νέα ζωή, σώοι και υγιείς. Εκείνη την ημέρα η τύχη χαμογέλασε και στην 8χρονη Νόρα από τη Νιγηρία. «Την πήρα στην αγκαλιά μου και την έφερα στη λέμβο. Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο τρόμο στα μάτια ανθρώπου, η θάλασσα της ήταν κάτι άγνωστο, δεν ήξερε πού ήταν η μητέρα της, τι θα έκανε. Παρ’ όλα αυτά και την ταλαιπωρία της, η μικρούλα επιβίωσε».

Μια νύχτα του Οκτωβρίου, ωστόσ,ο η μοίρα έπαιξε τραγικό παιχνίδι σε δύο οικογένειες από τη Δυτική Αφρική. «Τρεισήμισι το πρωί. Εχουμε μοιραστεί σε δύο διασωστικές και πλησιάζουμε μια λέμβο ασφυκτικά γεμάτη, που φαινόταν ότι δεν θα άντεχε για πολύ. Δεν έχουμε καν προλάβει να μοιράσουμε σωσίβια σε όλους, όταν από το πίσω μέρος αρχίζουν να πέφτουν άνθρωποι στο νερό. Ξεκινάμε να τους μαζεύουμε όπως όπως. Κάποια στιγμή βλέπω να πηδάει στο νερό ένας γεροδεμένος άντρας, ο οποίος φτάνει κολυμπώντας έως εμάς και αρχίζει να φωνάζει ένα όνομα κλαίγοντας με αναφιλητά. Τον ανεβάζουμε μαζί με μια γυναίκα λιπόθυμη, που η γιατρός μάς λέει ότι είναι σε κρίσιμη κατάσταση. Η λέμβος ήταν κακοφτιαγμένη, είχε σκάσει και είχε διπλώσει στη μέση, όπου σχηματίστηκε μια “λίμνη” από θαλασσινό νερό και καύσιμα. Εμείς συνεχίσαμε να ανασύρουμε ανθρώπους από τη θάλασσα, ώσπου άρχισε να χαράζει. Με το πρώτο φως βλέπουμε ότι μέσα στη λέμβο υπάρχουν πτώματα, είναι πια ένα πλωτό κοιμητήριο. Οπως κινούνται τα νερά, βλέπουμε κάποια στιγμή να αναδύεται το πτώμα ενός 4χρονου παιδιού. Κατέβηκα στη λέμβο, το πήρα, το σήκωσα ψηλά, το φίλησα και το ανεβάσαμε στο πλοίο. Δίπλα του είδα νεκρό άλλο ένα παιδί, 8 ετών, που επίσης μεταφέραμε στο Dignity I. Ανεβαίνοντας στο πλοίο, έμαθα ότι είχε πεθάνει και η γυναίκα. Οταν αρχίσαμε να ψάχνουμε τους συγγενείς τους, διαπίστωσα ότι ο γεροδεμένος άντρας που έκλαιγε νωρίτερα ήταν ο πατέρας του 4χρονου και αυτό που φώναζε ήταν το όνομά του, Ηρακλής. Ο άντρας αυτός έχασε τρία παιδιά εκείνη την ημέρα. Η γυναίκα που ξεψύχησε ήταν η γυναίκα ενός φίλου του. Λίγο πριν έρθουν από τη Frontex να παραλάβουν τις σορούς, οδηγήσαμε τους δύο άντρες στην πλώρη όπου τις είχαμε, για να τις αποχαιρετήσουν. Στα λεπτά που ακολούθησαν άκουσα από τους δυο τους την ομορφότερη ελεγεία· ρωτούσαν τους νεκρούς τους πόσο πια αξίζει η Ευρώπη, αν αξίζει τελικά, γιατί “ακόμα και αν πεινούσαμε, είχαμε ο ένας τον άλλο”. Εκλαιγαν σαν παιδιά και μαζί τους όλο το πλήρωμα».

Τα βράδια, περπατώντας στο κατάστρωμα ή όρθιος στη γέφυρα κοιτώντας τα χαρτόνια όπου είχε κολλήσει τις ζωγραφιές των προσφυγόπουλων που μετέφερε το Dignity I, πολλές φορές αναρωτήθηκε αν, παρά τις κοπιώδεις προσπάθειες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα και των άλλων διασωστικών πληρωμάτων, θα κατορθώσουν να αλλάξουν κάτι. «Με απογοητεύει ότι η Ευρώπη δεν προσπαθεί να βρει λύσεις. Θα πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι δεν κατορθώνει να ανακόψει τιςροές αρνούμενη να δεχθεί τους ανθρώπους αυτούς κλείνοντας τα σύνορά της. Θα πρέπει να δημιουργήσει ασφαλείς και νόμιμες οδούς, ώστε να σπάσει τα δίκτυα των διακινητών, αλλά και να λάβει αποτελεσματικά μέτρα, ώστε να σταματήσουν οι άνθρωποι να πνίγονται μεσοπέλαγα. Θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα στις χώρες από όπου προέρχονται οι πρόσφυγες». Τη Μεσόγειο δεν την αναγνωρίζει πια, «δεν είναι ίδια με αυτή όπου μεγάλωσα», λέει. Δεν είναι αισιόδοξος για το μέλλον, δεν θα σταματήσει όμως να αγωνίζεται για να το κάνει καλύτερο για τους ανθρώπους που θα πέσουν στα χέρια του.