ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αποχαιρετισμός στο θέατρο Ολύμπια

lyriki3
lyriki5
lyriki2
lyriki1
lyriki4

Την ώρα που όλα τα φώτα πέφτουν στις νέες εγκαταστάσεις του ΚΠΙΣΝ, η ιστορική έδρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής υποδέχεται τις τελευταίες παραγωγές. Τέσσερις αναγνωρίσιμοι Έλληνες λένε το δικό τους «αντίο» στο θέατρο της οδού Ακαδημίας.

Το θεατρο των αναμνησεων

Ο Κώστας Σημίτης συγκρίνει την εμπειρία της ακρόασης στο θέατρο Ολύμπια με τις μεγάλες σκηνές του εξωτερικού, η Κατερίνα Ευαγγελάτου μοιράζεται τις αναμνήσεις της από το θέατρο όπου ο πατέρας της, Σπύρος, υπήρξε καλλιτεχνικός διευθυντής και πρόεδρος, η Ελενα Ακρίτα θυμάται τις παραστάσεις που την έκαναν να πλαντάξει στο κλάμα και ο Αγγελος Δεληβορριάς ανατρέχει στις πιο θρυλικές στιγμές και στις πιο εμβληματικές φωνές που ακούστηκαν στον χώρο.

apochairetismos-sto-theatro-olympia0

Το πιτ της ορχήστρας.

Κατερίνα Ευαγγελάτου- σκηνοθέτις

Στο θέατρο Ολύμπια πηγαίνω από πολύ μικρή, όμως η πρώτη παράσταση που θυμάμαι ήταν όταν ήμουν περίπου πέντε ετών. Σίγουρα κάποια όπερα που είχε σκηνοθετήσει ο πατέρας μου, Σπύρος Ευαγγελάτος. Εχω πολλές μνήμες από πολλά σημεία αυτού του θεάτρου, είμαι συναισθηματικά δεμένη μαζί του, αφού ο πατέρας μου ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής από το 1984 έως το 1987 και στη συνέχεια πρόεδρος της Λυρικής από το 1999 έως το 2006.

Για μένα δεν ήταν απλώς ένα θέατρο όπου πήγαινα να δω όπερα. Ηταν ένας τόπος μαγικός, ο τόπος εργασίας του πατέρα μου, ένα τακτικό ραντεβού μου από τότε που γεννήθηκα έως και το 2014 που σκηνοθέτησε την τελευταία του παράσταση για τη Λυρική. 35 χρόνια… Και αυτό έχει κάτι που με συνδέει με διάφορες φάσεις όχι μόνο του θεάτρου και της καλλιτεχνικής του ανάπτυξης, αλλά και της οικογένειάς μου. Με θυμάμαι παιδάκι να πηγαίνω για να δω τη θεία μου Δάφνη να τραγουδάει. Θυμάμαι πόσο περίεργο ήταν που πήγαινα μαζί με τη μαμά μου να δω μια σκηνοθεσία του πατέρα μου, χωρίς όμως να παίζει η μαμά μου! Καθόταν δίπλα μου και αυτή ως θεατής, ήταν περίεργη αίσθηση για μένα.

Αγαπούσα το φουαγέ που είχε το πιάνο. Ενας υπέροχος χώρος. Περίμενα πώς και πώς να γίνει διάλειμμα για να ανέβω και να φάω αυτά τα τέλεια σαντουιτσάκια από απλό άσπρο ψωμί με τυρί και ζαμπόν, που ήταν κομμένα σε τρίγωνα και τοποθετημένα μέσα σε διαφανές σακουλάκι. Ναι, αυτό το άψητο τοστ είχε μια μαγική γεύση μόνο στη Λυρική, μόνο στα Ολύμπια…

Θυμάμαι τη διαδρομή προς τα καμαρίνια όπου πηγαίναμε να συγχαρούμε τους σολίστ και τον μαέστρο. Ηταν στενά, γινόταν το αδιαχώρητο, πραγματικά μετά βίας κατόρθωνες να περάσεις από τις μικρές πορτούλες όπου ήταν τα καμαρίνια. Ως παιδάκι θυμάμαι ότι όλοι μου φαίνονταν πανύψηλοι, μου έκλειναν τον δρόμο. Ναι, είναι και αυτή μια ισχυρή παιδική ανάμνηση από τα Ολύμπια. Μου άρεσε όμως και η παράδοση που είχαμε, αμέσως μετά την παράσταση να πηγαίνουμε για φαγητό στο Ιντεάλ. Και τα δύο έχουν αισθητικά πολλά κοινά, για μένα ήταν η αυτονόητη συνέχεια.
Πάντα με συγκινούσε το κομμάτι της ορχήστρας, κυρίως όμως η τελειότητα της τεχνικής αυτών των πλασμάτων που λέγονται τραγουδιστές της όπερας. Πάντα είχαν κάτι το μαγικό για εμένα. Πρόπερσι που σκηνοθέτησα πρώτη φορά όπερα στη Ρωσία και μπήκα στη διαδικασία να δουλέψω με τραγουδιστές και ορχήστρα, ένιωσα μεγάλη συγκίνηση, επέστρεψα χρόνια πίσω και ένιωσα μια πληρότητα που δεν έχω νιώσει έως τώρα με τον ίδιο τρόπο στο θέατρο.

Η αλήθεια είναι πως η σκηνή δεν είναι καθόλου προορισμένη για όπερα, παρουσίαζε μεγάλες δυσκολίες. Με αυτή την έννοια δεν θα ήθελα να σκηνοθετήσω όπερα στα Ολύμπια, παρά μόνο για συναισθηματικούς λόγους ίσως. Εχω περιέργεια τι θα γίνει τώρα στον χώρο, αν και η μετεγκατάσταση άργησε, έπρεπε να έχει γίνει εδώ και χρόνια. Είναι ευχής έργον ότι γίνεται τώρα.

Kώστας Σημίτης – πρώην πρωθυπουργός

Θα μιλήσω για την ατμόσφαιρα της Λυρικής ως χώρου. Οι παραστάσεις της ήταν πάντα άρτιες και τα τελευταία χρόνια πολύ συχνά εξαιρετικές. Αυτές όμως δεν θα τις νοσταλγήσουμε, γιατί τους ανθρώπους, τους μουσικούς, τους καλλιτέχνες και τα άλλα πρόσωπα που την κατηύθυναν θα τα ξαναβρούμε στον καινούργιο χώρο. Θα αναφερθώ στη Λυρική Σκηνή (Ολύμπια) όπως την έζησα από νέος. Ηταν ένας χώρος οικείος, ζεστός, φωτεινός, που παρείχε τη δυνατότητα να περάσεις δύο ευχάριστες ώρες μακριά από την καθημερινότητα και τις δυσκολίες της. Από την είσοδο κιόλας αισθανόσουν ότι σ’ αυτό το ιδιότυπο κτίριο θα ζούσες το παραμύθι του ήχου και της εικόνας.

Οταν αργότερα γνώρισα τα εντυπωσιακά κτίρια στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη, ένιωσα μεγαλοπρέπεια, βαρύτητα, αποθαύμασα το μέγεθος και το περιβάλλον. Αλλά τα Ολύμπια, χάρη στο μικρό τους μέγεθος, ήταν πιο φιλικά, ένας χώρος πιο ζεστός. Ενιωθες εκεί ότι συμμετέχεις σε μια παράσταση με φίλους και όχι χαμένος σε ένα ανώνυμο και τεράστιο πλήθος. Νόμιζες ότι ήσουν και συ μέσα σ’ αυτό που άκουγες και ότι έπαιζαν και για σένα, είχε κάτι το προσωπικό, που ήταν δώρο του μικρού και αγαπητού χώρου που είχε γίνει συνήθεια. Είμαι σίγουρος ότι για ένα διάστημα θα μου λείψει πολύ, παρά την ομορφιά του νέου κτιρίου.

apochairetismos-sto-theatro-olympia1

Ο Ηλίας Βουδούρης διευθύνει την Ορχήστρα της ΕΛΣ.

Αγγελος Δεληβορριάς – ακαδημαϊκός, μέλος της Διοικητικής Επιτροπής του Μουσείου Μπενάκη

Οι αναμνήσεις μου από την Εθνική Λυρική Σκηνή φτάνουν έως τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Τότε άκουσα την αξέχαστη Ζωή Βλαχοπούλου σε μια ερμηνεία της Μπάτερφλαϊ, που σημάδεψε καθοριστικά την ερωτική μου σχέση με την όπερα. Την παράσταση μάλιστα αυτή ξανάφερνα πάντοτε στη μνήμη μου όποτε άκουγα το ίδιο έργο και με διάσημους ακόμα ερμηνευτές, με την Τερέζα Στράτας, λ.χ., το 1964 στο Μόναχο, αν θυμάμαι καλά. Τα ίδια πάνω-κάτω χρόνια είδα πρώτη φορά στη Λυρική την «Τραβιάτα» με τη Φανή Νικήτα νομίζω· και η θεϊκή μουσική της προσανατόλισε έκτοτε τις προτιμήσεις μου στην ιταλική όπερα του 19ου κυρίως αιώνα, σε συνθέσεις του Βέρντι πιο συγκεκριμένα.

Απ’ όσα αστέρια λάμπρυναν φωνητικά την ελληνική μεταπολεμική περίοδο, στον νου μου έρχονται αυτόματα, και για τη γοητευτική υποκριτική τους εκφραστικότητα, ο Κώστας Πασχάλης και η Μαρία Κερεστετζή, η Λέλα Στάμος, ο Ανδρέας Κουλουμπής, ο Ζάχος Τερζάκης, η Μαρίνα Κρίλοβιτς και ο Δημήτρης Καβράκος. Ολοι αυτοί, καθώς και πολλοί άλλοι, τα ονόματα των οποίων μου διαφεύγουν, διέπρεπαν και σε μεγάλα λυρικά θέατρα του εξωτερικού. Τη Ζαννέτ Πηλού μάλιστα είχα την τύχη να την ακούσω ως Ευρυδίκη στην Οπερα του Παρισιού, πολύ πριν συνδεθούμε φιλικά στην Αθήνα και πολύ πριν της υποσχεθώ ότι θα ήμουν διατεθειμένος να πάω έως το Αμβούργο για να την απολαύσω στα «Παραμύθια του Χόφμαν», σε μια παραγωγή όμως που δεν πραγματώθηκε τελικά.

Ανάμεσα στους παλιότερους πρωταγωνιστές της Λυρικής Σκηνής, εκτός από τη Ναυσικά Γαλανού-Βουτυρά, δύσκολα θα μπορούσα να ξεχάσω την Ανθή Ζαχαράτου και τη Λέλα Ζωγράφου, στις οποίες οφείλεται άλλωστε η ταυτόχρονη εξοικείωσή μου με την οπερέτα. Αλησμόνητος επίσης μου είναι και ο Canio του Οδυσσέα Λάπα στους «Παλιάτσους» του Λεονκαβάλο, στην τελευταία πανηγυρική του εμφάνιση το 1951, αν δεν γελιέμαι. Από τους άλλους πασίγνωστους Ελληνες, έχω ακούσει την Ελενα Νικολαΐδου της Μετροπόλιταν στο Ηρώδειο και σε διάφορες παραγωγές τον Νικόλα Ζαχαρίου της Σκάλας. Την ισχυρότερη εντούτοις εσωτερική δόνηση την ένιωσα στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου το 1960. Αναφέρομαι βέβαια στη «Νόρμα» του Μπελίνι με τη Μαρία Κάλλας και, στο podium, τον Τούλιο Σεραφίν. Τότε άκουσα πρώτη φορά και την υπέροχη φωνή της Κικής Μορφωνιού στον ρόλο της Ανταλτζίζα.

Την περίοδο της δικτατορίας εκτόνωνα τις οπερετικές μου ανάγκες στο εξωτερικό και σε μια δισκοθήκη με επιλεγμένες εκτελέσεις. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ήμουν από τους πιο τακτικούς θαμώνες του θεάτρου της οδού Ακαδημίας, του Ηρωδείου και του Μεγάρου Μουσικής. Ετσι, ανελλιπώς θα έλεγα, παρακολούθησα τη σταθερά εξελισσόμενη ποιοτική άνοδο της Λυρικής σε μια ολόκληρη σειρά από λαμπρές παραγωγές σπουδαίων έργων με εξαίρετους αρχιμουσικούς και με μια πλειάδα νεότερων ερμηνευτών. Η Δήμητρα Θεοδοσίου, ο Δημήτρης Πλατανιάς, η Βασιλική Καραγιάννη, ο Τάσος Αποστόλου, η Ελενα Κελεσίδου, ο Διονύσης Σούρμπης, η Μυρτώ Παπαθανασίου, ο Αντώνης Κορωναίος, η Μαρία Μητσοπούλου, ο Γιάννης Χριστόπουλος, η Τζούλια Σουγλάκου, ο Χρήστος Σταμπόγλης, η Ειρήνη Καράγιαννη, ο Θάνος Πετράκης και άλλοι σχηματίζουν έναν αστερισμό που τιμά τις μουσικές μας σπουδές και το φιλόμουσο κοινό.

Ελενα Ακρίτα – δημοσιογράφος, συγγραφέας

Μεγάλωσα με μια μαμά που λάτρευε την κλασική μουσική, την όπερα και το μπαλέτο. Για να καταλάβετε, όταν ο γιος μου ήταν μωρό, η μαμά τού έβαζε Αλμπινόνι, με αποτέλεσμα το παιδί να κλαίει γοερά. Με τη μαμά πρωτοείδα μικρή, μαθήτρια Δημοτικού, στο Ολύμπια όπερα: την «Μποέμ» – δεν θα ψάξω να βρω ποια παραγωγή ήταν, γιατί δεν θέλω να απομυθοποιήσω αυτή τη σκηνή… Θυμάμαι ότι σπάραξα στο κλάμα.

Πριν από δύο χρόνια ξαναείδα «Μποέμ» στο Ολύμπια, σε σκηνοθεσία της Λίνα Βερτμύλλερ. Θέλω να σας πω ότι και πάλι πλάνταξα στο κλάμα. Αυτό μου συμβαίνει γενικά στην όπερα, θέλω πολύ στην «Τραβιάτα» στο τέλος να παντρευτούν και να μην πεθάνει αυτή, κυρίως βέβαια στη «Μαντάμα Μπατερφλάι» που έχουν και παιδάκι…

Το θέατρο Ολύμπια θα μου λείψει. Ξέρετε αυτή η φθορά της όπερας που υπάρχει έως έναν μικρό βαθμό είναι ασορτί με τη φθορά του κόκκινου βελούδου στα καθίσματα της συγκεκριμένης αίθουσας. Παρόλο που βλέπεις πλέον όλες τις ηλικίες στη Λυρική, νομίζω ότι τα Ολύμπια κρατούν μια ανοιχτή αγκαλιά για όλες αυτές τις υπέροχες κυρίες μιας κάποιας ηλικίας, με τα κρεπαρισμένα μαλλιά και τις πέρλες στον λαιμό. Εγώ τις αγαπώ πολύ αυτές τις κυρίες, που γίνονται όλο και λιγότερες, και στην όπερα και κυρίως στη ζωή μας. Αναρωτιέμαι αν αυτό το κοινό που έχει στηρίξει το θέατρο Ολύμπια θα μπορέσει ποτέ να μεταγγιστεί στο ΚΠΙΣΝ.

Μου αρέσει που τα Ολύμπια είναι στην Ακαδημίας, με αυτά τα κτίρια γύρω, με ταξί να κάνουν ουρά και να περιμένουν το κοινό μετά την παράσταση. Είναι ενταγμένο στην πόλη. Δεν είναι τυχαίο ότι ο αποχαιρετισμός μάς πονάει.