ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αποψη: Εξωδικαστικός και δικαιοσύνη

dikastirios-thumb-large--4

Από το 2008 μέχρι και σήμερα, η διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων από τα πιστωτικά ιδρύματα υπήρξε ή εξαιρετικά δυσχερής ή σε ορισμένες περιπτώσεις ανέφικτη. Αυτό οφείλεται στη μακρά νομική προστασία που εξασφάλισε στους οφειλέτες, αδιακρίτως, η νομοθεσία, με σειρά ευνοϊκών ρυθμίσεων (ενδεικτικά μόνο αναφέρονται οι ν. 3714/2008, 3869/2010, 3858/2010, 4224/2013, 4307/2014). Το παραπάνω νομικό πλαίσιο ελάχιστα συνέβαλε στην προστασία ευπαθών δανειοληπτών και περισσότερο λειτούργησε προς όφελος των λεγόμενων στρατηγικών κακοπληρωτών, ο αριθμός των οποίων βαίνει διαρκώς αυξανόμενος. Εξίσου αδύνατη είναι η είσπραξη απαιτήσεων στο πλαίσιο του κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, με την οδό της αναγκαστικής εκτελέσεως, καθώς όπως είναι ευρύτερα γνωστό δεν διεξάγονται πλειστηριασμοί ούτε καν για την είσπραξη υπέρογκων επιχειρηματικών οφειλών (με αποτέλεσμα η διεξαγωγή των πλειστηριασμών με ηλεκτρονικά μέσα να αποτελεί μονόδρομο).

Εδώ και 6 περίπου μήνες συζητείται το νομοσχέδιο για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων, το γνωστό ως Out of the Court Workout (OCW). Πέραν των σημαντικών καθυστερήσεων που έχουν σημειωθεί στην οριστικοποίηση και ψήφιση του νόμου, έχουν παρεισφρήσει στο νομοσχέδιο ορισμένες διατάξεις, που εάν παραμείνουν, θα καταστήσουν τον νόμο ένα ακόμη εργαλείο καθυστερήσεων. Η βασική αποτίμηση του νομοσχεδίου είναι η ακόλουθη: Στα θετικά σημεία συγκαταλέγονται:

– Η διάκριση ανάμεσα σε μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις.

– Το ότι λαμβάνονται υπόψη μόνο οφειλές που δημιουργήθηκαν μέχρι τις 31.12.2016.

– Καθιερώνεται υποχρέωση διαφάνειας των οικονομικών στοιχείων των οφειλετών.

– Αξιοποιούνται ως συντονιστές οι πολλοί εν τω μεταξύ διαπιστευμένοι διαμεσολαβητές του υπουργείου Δικαιοσύνης.

– Ανάγεται σε ελάχιστη αναγκαία (και αυτονόητη θα έλεγε κανείς) προϋπόθεση το βιώσιμο της επιχείρησης.

– Η πρόβλεψη ότι ο οφειλέτης θα πρέπει να έχει φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, και θα πρέπει να εμφανίζει θετικό αποτέλεσμα προ φόρων σε μία τουλάχιστον από τις τρεις τελευταίες χρήσεις.

– Ο οφειλέτης αντιμετωπίζεται ενιαία έναντι όλων των πιστωτών του και αποφεύγεται ο κατακερματισμός ρυθμίσεων.

Ολος, όμως, αυτός ο σοβαρός στόχος, που το αναμενόμενο θα ήταν να τον αγκαλιάσουν όλοι οι φορείς, κινδυνεύει να γίνει ένα ακόμη νομοθέτημα, χωρίς πρακτικά αποτελέσματα, εάν διατηρηθούν ορισμένες προβλέψεις όπως:

Να υπάγονται στον νόμο όχι μόνο οι εμπορικές οφειλές των επιχειρήσεων, αλλά και οι ατομικές τους, οι άσχετες με την επιχειρηματική τους δραστηριότητα. Οσοι το υποστηρίζουν, δεν συνειδητοποιούν ότι έτσι υιοθετούν, συνειδητά μία κοινωνική ανισότητα σε βάρος των καταναλωτών, και ότι αγνοούν και αυτή ακόμη τη δομή της πτωχευτικής διαδικασίας, που προϋποθέτει πάντα εμπορική ιδιότητα και οφειλή.

Περιλαμβάνονται μικρές οφειλές ποσού μεταξύ 20.000 και 50.000 ευρώ, οι οποίες ενώ οικονομικά αντιστοιχούν σε ένα εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό, θα αποτελούν, κατ’ εκτίμηση, περίπου το 1/4 των αιτήσεων, που θα υποβληθούν και θα προκαλέσουν σημαντικές καθυστερήσεις. Είναι, όμως, ζήτημα αναλογικότητας και άνισης μεταχείρισης επιχειρήσεων διαφορετικών μεγεθών, αφού οι μεγαλύτερου μεγέθους επιχειρήσεις συμβάλλουν, κατά τεκμήριο τουλάχιστον, περισσότερο στην εθνική οικονομία, στα δημόσια έσοδα, στην απασχόληση και κατ’ επέκταση στην ανάπτυξη.

Ακόμη, το ενδεχόμενο να λειτουργήσει σε πρώτο στάδιο όχι με ηλεκτρονικά μέσα, αλλά με έγχαρτη μορφή το σύστημα υποδοχής των αιτήσεων, με το επιχείρημα ότι κατά την έναρξη ισχύος του νόμου δεν θα είναι έτοιμη η ηλεκτρονική πλατφόρμα, προδιαγράφει την αποτυχία του νόμου από την πρώτη μέρα ισχύος του. Οταν θα αρχίσει να λειτουργεί το ηλεκτρονικό σύστημα θα βρίσκονται ήδη στο στάδιο επεξεργασίας οι παλιές αιτήσεις. Θα έχει κατ’ αποτέλεσμα παρασχεθεί ένα ακόμη δίχτυ προστασίας στους στρατηγικούς κακοπληρωτές.

Ενώ ο νόμος εξαγγέλλεται ως πλαίσιο εξωδικαστικού συμβιβασμού παρεμβάλλεται και προβλέπεται δικαστική διαδικασία επικύρωσης. Συνηθίζεται, όποιο πρακτικό συντάσσεται στο πλαίσιο εξωδικαστικών διαδικασιών, όπως άλλωστε θα είναι και ο νόμος για το OCW, να επικυρώνεται απλώς από τον πρόεδρο του Δικαστηρίου, όπως συναντάμε σε πολλές διατάξεις (λ.χ. στο άρθρο 214 Α του ΚΠολΔ, στο άρθρο 9 παρ. 2 του νόμου 3898/2010 για την κατάθεση του πρακτικού διαμεσολάβησης), και το δικαστήριο δεν επεμβαίνει, διότι η επικύρωση της συμφωνίας έχει τυπικό χαρακτήρα και αποβλέπει στο να αποκτήσουν οι δανειστές τίτλο εκτελεστό. Είναι γνωστός τόπος η υπερφόρτωση των δικαστηρίων. Για όσους δανειστές δεν συναινούν υπάρχει απλούστερη οδός και συγκεκριμένα η άσκηση τριτανακοπής.

Ενώ η διάταξη του άρθρου 1 του σχεδίου νόμου αναφέρεται σε ρύθμιση των οφειλών, που είναι απαραίτητη προκειμένου να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του οφειλέτη, απουσιάζει από το σχέδιο νόμου οποιαδήποτε διάταξη για τους όρους υπό τους οποίους μπορεί να στοιχειοθετηθεί αστική ή και ποινική ευθύνη όσων δημόσιων υπαλλήλων, ή υπαλλήλων των πιστωτικών ιδρυμάτων συμμετάσχουν στην αναδιάρθρωση, που εκ των πραγμάτων περικλείει και σοβαρές διαγραφές της αρχικής οφειλής. Ο νομοθέτης δεν μπορεί να ζητάει τόλμη, ή αποφασιστικότητα, ή ριζικές λύσεις όσο δεν θέτει αντικειμενικά κριτήρια. Ενα λ.χ. αντικειμενικό κριτήριο, ειδικά για τα πιστωτικά ιδρύματα, θα ήταν η βούληση του ίδιου του νομικού προσώπου να ζητήσει ευθύνες από τα στελέχη του, πράγμα που θα προϋπέθετε ότι αυτά πράγματι ενήργησαν αντίθετα προς το συμφέρον του. Ενας νέος νόμος που πράγματι αποβλέπει στο να επιφέρει κοινωνική ειρήνη αλλά και σταθερότητα θα άξιζε τον κόπο να προβεί σε αυτές τις διορθωτικές παρεμβάσεις, που συνοψίζονται:

– Στον περιορισμό αποκλειστικά και μόνο σε εμπορικές οφειλές.

– Στον καθορισμό του ελάχιστου ορίου υπαγωγής στις διατάξεις (συνολικών) οφειλών τουλάχιστον 50.000 ευρώ.

– Στη θέσπιση αντικειμενικών και τεχνικά αποδεκτών κριτηρίων, τα οποία θα μπορούσαν να θεμελιώσουν (εάν βέβαια συντρέχει και το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου) την ποινική ευθύνη όσων φυσικών προσώπων έχουν ανάμειξη στη ρύθμιση.

– Στην έναρξη ισχύος και εφαρμογής του νόμου μόνο όταν θα ολοκληρωθεί το ηλεκτρονικό σύστημα υποδοχής αιτήσεων και δικαιολογητικών.

– Στην κατάργηση κάθε δικαστικής διαδικασίας για την επικύρωση του πρακτικού του εξώδικου συμβιβασμού.

Διαφορετικά ο νομοθέτης δεν θα έχει κάνει το γενναίο βήμα, όπως δεν το έκανε το 2014 και θα συνεχίσουμε τη νομοθετική παράδοση της άνευ κριτηρίων προστασίας των οφειλετών.

* Η κ. Χαρούλα Απαλαγάκη είναι καθηγήτρια ΑΠΘ & Γενική Γραμματέας της ΕΕΤ