ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Tα success stories «έκαψαν» καριέρες και πολλά λεφτά

ta-success-stories-ekapsan-karieres-kai-polla-lefta-2185497

Η αμερικανική εταιρεία real estate –μία από τις γνωστές στην άλλη όχθη του Ατλαντικού– ήρθε στην Αθήνα πριν από περίπου δυόμισι χρόνια. Στόχος της; Να κάνει δουλειές επί ελληνικού εδάφους. Θεωρούσε ότι το σημείο καμπής για την ανάπτυξη της οικονομίας της χώρας είχε έρθει και ότι, παρά τη διαφαινόμενη, τότε, αλλαγή σε κυβερνητικό επίπεδο, τίποτα δεν θα σταματούσε τις νέες επενδύσεις.

Για τον σκοπό αυτό νοίκιασε γραφεία στο κέντρο της πρωτεύουσας, έστειλε έναν «δικό της» άνθρωπο από τη Νέα Υόρκη, με –κάποια σχετική– γνώση της ελληνικής πραγματικότητας, ως επικεφαλής, και προχώρησε σε προσλήψεις στελεχών. Μάλιστα, επειδή βιαζόταν για να κλείσει αυτή την «εκκρεμότητα» με τον καλύτερο τρόπο, προφανώς για να μη… χάσει την ευκαιρία, προσέλαβε ορισμένα αρκετά γνωστά ονόματα από τον ευρύτερο χρηματοπιστωτικό κλάδο, με γνώση του αντικειμένου, και ετοιμάστηκε να ξεκινήσει τις δουλειές.

Πικρή ανάμνηση

Σήμερα, κάτι λιγότερο από 30 μήνες μετά, το όλο εγχείρημα αποτελεί πικρή ανάμνηση. Κι αυτό, γιατί η μητρική εταιρεία αποφάσισε να περιορίσει στο ελάχιστο την παρουσία της στην Ελλάδα, κι έτσι αρκετός κόσμος όπως ήταν αναμενόμενο έχασε τη δουλειά του, ενώ ο απεσταλμένος από τις ΗΠΑ επέστρεψε κι αυτός στην έδρα του. Αν τη βρήκε, δηλαδή, στο μεταξύ, και δεν την έχασε και αυτός λόγω των εξελίξεων. Γιατί απέτυχε το εγχείρημα; Διότι οι μεγάλες δουλειές που εκτιμούσαν ότι θα ανοίξουν δεν άνοιξαν, όσες προσπάθησαν να δημιουργήσουν οι ίδιοι «κόλλησαν» σε γραφειοκρατικά, φορολογικά και «άλλα» –κοινώς αποδεκτά για εμάς, αλλά ακατανόητα για τους Αμερικανούς– εμπόδια, ενώ το σημείο καμπής για την οικονομία, που διέβλεπαν πριν από δυόμισι χρόνια προς τα πάνω, ήταν προς τα… κάτω.

«Ξέρετε πόσες καριέρες έχει “κάψει” η Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια;», διερωτάτο στις αρχές της περασμένης εβδομάδας βασικό στέλεχος αμερικανικής τράπεζας με έδρα το Λονδίνο και έμμεση παρουσία στη χώρα μας. «Πολλά υποσχόμενα στελέχη, που χρεώθηκαν την Ελλάδα, εισηγήθηκαν επενδύσεις, συμμετοχές σε αυξήσεις και άλλες κινήσεις που κόστισαν πανάκριβα και σήμερα είναι άνεργα, με καμιά προοπτική να επανενταχθούν στο σύστημα», προσθέτει. Γιατί «καμία προοπτική»; Διότι στοίχισαν στα «μαγαζιά τους» εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, κι αυτά σε μια κλειστή κοινωνία, όπως εκείνη του City, γίνονται αμέσως γνωστά. Η αλήθεια πάντως είναι ότι όσοι πίστεψαν όλα τα ελληνικά success stories όντως «έκαψαν» μαζί με τις καριέρες τους και πολλά λεφτά. Στις τραπεζικές ανακεφαλαιοποιήσεις και όχι μόνο. «Σήμερα, δεν υπάρχει νοήμον στέλεχος που θα παρουσιασθεί στην επενδυτική μας επιτροπή και θα μας πει να βάλουμε λεφτά σε μια ενδεχόμενη νέα ανακεφαλαιοποίηση, χωρίς να… διατρέχει κίνδυνο», είναι το τελικό συμπέρασμα. Οπότε, μπορεί κανείς να αντιληφθεί το επενδυτικό κλίμα για τη χώρα εκτός συνόρων.

Οταν «μιλάει» η εμπειρία

Και εντός; Μια καλή ευκαιρία για να μάθει κανείς από την εμπειρία κάποιου που ήρθε στην Ελλάδα, πίστεψε στην προοπτική της και πήρε ένα πολύ μεγάλο επενδυτικό στοίχημα «στο όνομά της», κατά πάσα πιθανότητα θα έχουν όσοι παρακολουθήσουν τις εργασίες της ερχόμενης γενικής συνέλευσης του ΣΕΒ. Οι πληροφορίες λένε ότι μεταξύ των βασικών της ομιλητών θα είναι ο επικεφαλής του Fairfax, του fund που «έριξε» πολύ χρήμα στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια.

Ο κ. Πρεμ Γουάτσα αναμένεται ότι θα αναφερθεί, μεταξύ άλλων, και στις δυσκολίες που αντιμετώπισε όποιος έκανε το μεγάλο βήμα επί ελληνικού εδάφους. Αλλά και βεβαίως στα οφέλη που αποκόμισε από αυτή την κίνηση.

Συζητώντας, τέλος, κανείς με ξένους οίκους, αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει πάντα η βεβαιότητα ότι «το σημείο καμπής της οικονομίας προς τα πάνω» κάποια στιγμή θα έρθει. Ο Ελληνοαμερικανός επενδυτής Τζον Κουδούνης, που συμμετέχει στο επιχειρηματικό σχήμα ΕΧΙΝ, το οποίο με τη σειρά του συμμετέχει στον διαγωνισμό για την εξαγορά της Εθνικής Ασφαλιστικής που εξελίσσεται αυτές τις μέρες, δηλώνει σήμερα στην «Οικονομική Κ» (σελ. 5) ότι «ερχόμαστε στην Ελλάδα εδώ και πολλά χρόνια και έχουμε την αίσθηση ότι αυτή είναι η σωστή στιγμή για να επενδύσουμε. Βλέπουμε καλές ευκαιρίες για επικερδείς δράσεις. Αυτή είναι η αίσθηση που έχουμε τόσο ο κ. Κάλαμος και εγώ όσο και ο τρίτος συνεταίρος μας, ο Ματ Φέρφιλντ».