ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Το πείραμα του Σέιχ-Σου και οι αναδασώσεις

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Σ’ ένα «οικολογικό εργαστήρι» μετατράπηκε μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1997 το Σέιχ-Σου της Θεσσαλονίκης από το Εθνικό Ιδρυμα Αγροτικών Ερευνών (ΕΘΙΑΓΕ), το ΑΠΘ και το ΤΕΙ Δράμας, που συνεργάστηκαν, μελέτησαν και αξιολόγησαν έργα και δράσεις που δρομολογήθηκαν μετά την καταστροφή, τόσο για την αναγέννηση του δάσους όσο και για την προστασία της πόλης. Τα συμπεράσματα που προέκυψαν μετά την τρίχρονη έρευνα, αποδεικνύονται χρήσιμα για την αποκατάσταση του συνόλου τον πυρόπληκτων δασών της χώρας.

Οπως ανέφεραν στην «K» οι ερευνητές του Ινστιτούτου Δασικών Ερευνών κ Στ. Γκατζογιάννης και Π. Κωνσταντινίδης, τα αποτελέσματα του ειδικού ερευνητικού προγράμματος, το οποίο χρηματοδότησε με εκατό εκατομμύρια το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο, «δεν αφορούν μόνο το Σέιχ-Σου αλλά τα περισσότερα ελληνικά δάση που βρίσκονται σε χαμηλό υψόμετρο και έχουν τον χαρακτήρα του μεσογειακού ή περιαστικού δάσους».

Παράλληλα με το πρόγραμμα ξεκίνησε και η εκπόνηση μιας ειδικής μελέτης με πανελλήνια σημασία για το ζήτημα της επιλογής δασικών ειδών κατά τις αναδασώσεις ύστερα από δασικές πυρκαγιές.

Τα αποτελέσματα αυτής, συνδυασμένα και με άλλες παρατηρήσεις που έγιναν σε καμένα δάση στην Κεφαλονιά, στη Σιθωνία και στη Βόρεια Εύβοια, κατέληξαν στην έκδοση ενός εύχρηστου οδηγού για την επιλογή των ειδών που πρέπει να χρησιμοποιούνται σε τεχνητές αναδασώσεις και σε 1.500 αντίτυπα θα διατεθεί σε αρμόδιους φορείς για την αποκατάσταση πυρόπληκτων περιοχών.

Τα συμπεράσματα του ειδικού προγράμματος παρακολούθησης του Σέιχ-Σου, που θα παρουσιαστούν επίσημα σε ημερίδα στη Θέρμη στις 5 Ιουνίου, έρχονται να δικαιώσουν σε μεγάλο βαθμό εκείνους που υποστηρίζουν ότι «η Φύση ξέρει καλά τη δουλειά της και τις περισσότερες φορές η φυσική αναγέννηση στα ελληνικά δάση είναι προτιμότερη από την τεχνητή», με προϋπόθεση ότι θα προστατευτεί από τις καταπατήσεις.

Στο Σέιχ-Σου

Η έρευνα στο Σέιχ-Σου, στο οποίο το 1997 χάθηκε το 60% της δασοκάλυψης, σε σύνολο 32.000 στρεμμάτων έδειξε ότι:

Οι αναδασώσεις μετά την πυρκαγιά δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα καθώς οι επιλογές των δασικών ειδών που θα συγκροτούσαν το μελλοντικό δάσος -καθώς όλοι τότε επέμεναν ότι έπρεπε να φυτευτούν δύσφλεκτα είδη- δεν εγγυώνται επιτυχία.

Φυλλοβόλα είδη δρυός, πικροδάφνες και άλλα, αν και θεωρείται ότι έχουν μεγαλύτερη αντίσταση κατά της φωτιάς έναντι άλλων ειδών της μεσογειακής ζώνης, δεν μπόρεσαν να αντέξουν στο Σέιχ-Σου αφού αποδείχθηκαν ότι ήταν… εκτός τόπου.

Τη σκυτάλη των εξελίξεων στις καμένες εκτάσεις του Σέιχ-Σου ανέλαβε πλέον η ίδια η Φύση με είδη που προϋπήρχαν όπως η τραχεία πεύκη, το κυπαρίσσι, το πουρνάρι, και η σύνθεση του νέου δάσους θα είναι στο μεγαλύτερο μέρος όπως και η παλαιά.

Σήμερα όπως ανέφεραν οι ερευνητές, μόνο το 10% της βλάστησης προέρχεται από την τεχνητή αναγέννηση. Μετρήσεις το 1999-2000 έδειξαν 570 φυτά στο εκτάριο από τεχνητή, 6.379 φυτά από φυσική.

Τα δασοτεχνικά έργα που εκτελέστηκαν μετά την πυρκαγιά (κλαδοπλέγματα, αυλακώσεις, ξυλοφράγματα) για να αποτραπεί η διάβρωση και να προστατευτεί από πλημμύρες το πολεοδομικό συγκρότημα βρίσκονται σε οριακό σημείο και κρίνεται αναγκαία η εκπόνηση νέων μελετών διευθέτησης για κάθε χείμαρρο χωριστά.

Παρά το αυξημένο ενδιαφέρον, στο αναγεννημένο Σέιχ-Σου, δεν έχουν λυθεί τα προβλήματα της πυροπροστασίας, ενώ οι ασθένειες στα δέντρα του δάσους που γλίτωσε από τη φωτιά έχουν αυξηθεί, γεγονός που επιβάλλει την εντατικοποίηση των μέτρων προστασίας.