ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Βύρων Θεοδωρόπουλος: Οι Τούρκοι και Εμείς

shutterstock_569594896-thumb-large-thumb-large

Ξαναδιαβάζοντας το βιβλίο του Βύρωνα Θεοδωρόπουλου -τριάντα χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευσή του το 1988– σκέπτομαι πόσο θα ήθελα ο εκλεκτός διπλωμάτης και στοχαστής, που έφυγε από τη ζωή το 2010, να ζούσε ακόμη για να μας χαρίσει άλλον έναν πολύτιμο τόμο, ο οποίος θα κάλυπτε τις εξελίξεις της τελευταίας τριακονταετίας στις ταραγμένες ελληνοτουρκικές σχέσεις. Θερμές ευχαριστίες ανήκουν, επομένως, στον Αλέξη Παπαχελά για την απόφασή του να επαναφέρει στη δημοσιότητα ένα μοναδικό βιβλίο αναφοράς για ένα ζήτημα που –δυστυχώς– βρίσκεται ακόμη στην καρδιά των γεγονότων για το μέλλον της πατρίδας μας.

Ο πρέσβης επί τιμή Βύρων Θεοδωρόπουλος (Β.Θ.) ήταν κυριολεκτικά ένας πολυδιάστατος άνθρωπος. Αφιέρωσε 17 από τα 35 χρόνια υπηρεσίας στο υπουργείο Εξωτερικών σε πόστα με επίκεντρο τις ελληνοτουρκικές σχέσεις (πρόξενος στην Κωνσταντινούπολη, σύμβουλος πρεσβείας στην Αγκυρα, διευθυντής τουρκικών και κυπριακών υποθέσεων στο υπουργείο Εξωτερικών, και γενικός γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών). Υπηρέτησε επίσης ως πρέσβης στον Καναδά και υψηλόβαθμο στέλεχος στις Βρυξέλλες. Από τότε, και αργότερα, παρακολουθούμε τη συνετή και συνεχή υποστήριξη του Θεοδωρόπουλου στους θεσμούς της εκκολαπτόμενης Ευρωπαϊκής Ενωσης, στην οποία πίστευε ακράδαντα, με βασικό κίνητρο –κατά τη γνώμη μου– την αντιμετώπιση της τουρκικής αναθεωρητικής πρόκλησης. Οντως, η ένταξή μας στις Κοινότητες σήμανε το τέλος στο βασανιστικό (και έμμεσα διχαστικό) ερώτημα «πού ανήκει η Ελλάδα;». Μετά την αποχώρησή του από την ενεργό διπλωματική υπηρεσία, το φθινόπωρο του 1981, ο αεικίνητος διπλωμάτης αφιέρωσε τις επόμενες τρεις δεκαετίες της ζωής του στην ελληνική κοινωνία, ως συγγραφέας πολύ σημαντικών βιβλίων και ως άμισθο στέλεχος σε πολλαπλές επιτροπές της λεγόμενης κοινωνίας των πολιτών. Σε τελευταία ανάλυση, ο Βύρων Θεοδωρόπουλος έχει κερδίσει δίκαια την υπόσταση του γνήσιου και διαχρονικού ακαδημαϊκού δασκάλου.

Κατά τη γνώμη μου, η μεγαλύτερη προσφορά του βιβλίου που σήμερα έχω την τιμή να προλογίζω είναι ότι με ψυχραιμία και αντικειμενική απόσταση ο Β.Θ. ρίχνει άπλετο φως στην ψυχοσύνθεση και στις εμπειρίες του προβληματικού μας γείτονα. Αφιερώνει το ένα τρίτο του τόμου (πάνω από 110 σελίδες) στη γειτονική μας χώρα και στην πολυδαίδαλη και μακραίωνη παρουσία της στον ευρωασιατικό χώρο. Αξίζει αυτό το τμήμα του βιβλίου να διαβαστεί με ιδιαίτερη προσοχή από τη νέα μας γενιά, η οποία δεν έχει πληροφορηθεί επαρκώς για τις καταβολές και τις εξελίξεις στον τουρκικό γεωπολιτικό ογκόλιθο. Αλλά, και ο τουρκικός λαός παραμένει εξίσου με εμάς ανενημέρωτος και γενικότερα αδιάφορος για την πραγματική εικόνα της Ελλάδας, ακολουθώντας φανατικά τις αναθεωρητικές δοξασίες μιας αλυσίδας τουρκικών ηγεσιών.

Τονίζει συστηματικά ο Β.Θ. (και δικαιώνεται από τα επόμενα τριάντα χρόνια ιστορικών εξελίξεων) ότι ο δρόμος για το μέλλον των δύο λαών θα παραμείνει ανηφορικός και θα απαιτεί υπομονή, σύνεση, και εγκράτεια από τις δύο πλευρές. Κυρίως, εισηγείται την αποφυγή μιας ψυχοφθόρου μοιρολατρίας με μόνιμη επωδό το απόφθεγμα ότι είμαστε καταδικασμένοι από τη γεωγραφία να έχουμε τον Τούρκο για γείτονα. Η ελπίδα, και συγχρόνως προτροπή, του συγγραφέα είναι ότι εμείς θα πρέπει να απαγκιστρωθούμε από τη νοοτροπία ότι «ο Τούρκος είναι Ασιάτης επιδρομέας που κατέλυσε το Ελληνοβυζαντικό κράτος [και] που κράτησε τον Ελληνισμό υπόδουλο επί αιώνες». Και οι Τούρκοι πρέπει, αναλόγως και ταυτοχρόνως, να ξεφύγουν από την ιστορική τους μνήμη ότι «…ο Ελληνας είναι εκείνος που έκανε την αρχή της διαλύσεως της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκ των έσω», φτάνοντας το 1922 σε απόσταση αναπνοής από την Αγκυρα.

Ο αναγνώστης θα εκτιμήσει ιδιαιτέρως το τρίτο μέρος του βιβλίου (σελ. 247-334) που παρουσιάζει εμπειρικά και διεξοδικά τα ελληνοτουρκικά προβλήματα, αρχίζοντας από τη φθορά στις ελληνοτουρκικές σχέσεις που προκάλεσε το κυπριακό ζήτημα, με μελαγχολική αναφορά στον ελλαδικό και στον τουρκικό μαξιμαλισμό (Ενωση και Ταξίμ), στην προσωποκεντρική συμπεριφορά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου (η Κύπρος ανήκει στον Τρίτο Κόσμο), στην «επιτήδεια ουδέτερη», αν όχι φιλοτουρκική, στάση της Βρετανίας (διαίρει και βασίλευε), και τέλος στη βαρύγδουπη ψυχροπολεμική ανάμειξη των Ηνωμένων Πολιτειών στον ρόλο της παγκόσμιας υπερδύναμης και του κύριου ρυθμιστή των εξελίξεων στην Ανατολική Μεσόγειο. Για τον Β.Θ. το Κυπριακό, στα μέσα της δεκαετίας του 1950, σήμανε το τέλος μιας σύντομης μεταπολεμικής περιόδου ελληνοτουρκικής φιλίας, με δεδομένη τη συμμετοχή των δύο χωρών στις διεργασίες του Δόγματος Τρούμαν (1947), και την εισδοχή τους στο ΝΑΤΟ (1952). Ταυτοχρόνως, ο Β.Θ. επισημαίνει ότι το μεγάλο και εντελώς αθώο θύμα της όξυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων στη δεκαετία του 1950 ήταν η ελληνική ομογένεια της Πόλης που κακοποιήθηκε βάναυσα από την κυβέρνηση του Μεντερές στα τραγικά γεγονότα της 6ης Σεπτεμβρίου 1955. Επίσης, χωρίς ιδιαίτερη οξύτητα, ο Β.Θ. επισημαίνει τον ρόλο της ελληνικής δικτατορίας (1967-74) που με την αδέξια συμπεριφορά της (ιδίως την επιχείρηση για την ανατροπή του Μακαρίου στα μέσα Ιουλίου 1974) έδωσε την ευκαιρία στους Τούρκους να εισβάλουν, να παραμείνουν, και να διχοτομήσουν ντε φάκτο την Κυπριακή Δημοκρατία.

Τα διμερή ελληνοτουρκικά προβλήματα αυξήθηκαν μετά το 1974, χωρίς οι δύο πλευρές να φθάσουν σε αμοιβαία συμφωνημένες λύσεις ούτε σε ένα από αυτά. Εδώ απλά θα απαριθμήσω τα προβλήματα, διαβεβαιώνοντας τον αναγνώστη ότι διαβάζοντας το βιβλίο του πρέσβη θα έχει μια πλήρη και εύληπτη περιγραφή των θέσεων των δύο πλευρών: Οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας του Αιγαίου, το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης, ο έλεγχος και το εύρος του διεθνούς εναερίου χώρου, η άμυνα και ο επιχειρησιακός έλεγχος των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, η ελληνική μειονότητα στην Τουρκία και η μουσουλμανική μειονότητα στην Ελλάδα. Μια δέσμη προτάσεων του Θεοδωρόπουλου για αμοιβαία αποδεκτή λύση έχει διατυπωθεί σε διάφορες επιστημονικές συναντήσεις επανειλημμένως. Αρχίζει με την παραδοχή ότι το Αιγαίο δεν θα μεταβληθεί σε «ελληνική λίμνη» (απαίτηση των Τούρκων) αλλά και δεν θα προσδιοριστεί με τρόπο που εγκλωβίζει τα ελληνικά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου σε τουρκική ζώνη επιχειρησιακής ευθύνης (η δική μας απαίτηση). Μια ευφάνταστη πρόταση του Β.Θ. που αφορά την αμοιβαία αποδοχή των 10 ναυτικών μιλίων για τα ελληνικά χωρικά ύδατα και τον εθνικό εναέριο χώρο, διευκολύνει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα και αυξάνει τα χωρικά μας ύδατα κατά τέσσερα μίλια (από τα έξι στα δέκα), ενώ μειώνει τον ελληνικό εναέριο χώρο από τα 12 στα 10, ικανοποιώντας όχι μόνο τα συμφέροντα της Τουρκίας, αλλά και τα συμφέροντα των ΗΠΑ, της Ρωσίας και λοιπών χρηστών δικαιωμάτων ελευθέρων πτήσεων και πλοών. Τέλος, ο Β.Θ. εισηγούνταν την άμεση διεύρυνση της αιγιαλίτιδας ζώνης της ηπειρωτικής Ελλάδας από τα σημερινά 6 στο διεθνώς αποδεκτό όριο των 12 ναυτικών μιλίων με την πραγματιστική λογική της παροιμίας «κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρι».

Θα ήταν ευχής έργον να ζούσε σήμερα ο Βύρων Θεοδωρόπουλος για να απαντήσει στα κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με μια μεταβατική και αβέβαιη κατάσταση στην Τουρκία. Τι θα μας έλεγε για το μέλλον του Ερντογάν σήμερα; Θα επιλέξει ο Τούρκος ηγέτης τον ρόλο του τσάρου ή του σουλτάνου; Η απάντηση δεν θα είναι εύκολη. Η έκρηξη του αποτυχημένου στρατιωτικού πραξικοπήματος το 2016, το οποίο ο Ερντογάν έχει αποδώσει στη συνωμοτική δραστηριότητα του αυτοεξόριστου ισλαμιστή ιεροκήρυκα Γκιουλέν, μειώνει τη δυνατότητα επιλογής του ρόλου του σουλτάνου. Και για τον ίδιο λόγο ο ρόλος του τσάρου αμφισβητείται και πάλι από τις βαθιές τομές του Ερντογάν στο στράτευμα μετά το πραξικόπημα. Η μεγάλη πρόκληση για τον Ερντογάν είναι να επιτύχει στα χρόνια που έρχονται μια αρμονική σύνθεση στοιχείων της θρησκευτικής παράδοσης του οθωμανικού κράτους με τις επιταγές του οικονομικού εκσυγχρονισμού και ταυτόχρονης ενσωμάτωσης της Τουρκίας στους ευρωατλαντικούς θεσμούς. Με άλλα λόγια, τη διατήρηση μιας Τουρκίας στρατηγικά συνδεδεμένης με τη Δύση (ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ενωση) που διατηρεί παράλληλα ένα παρεμβατικό ρόλο στη φλεγόμενη Μέση Ανατολή.

Αλλά τι θα μας έλεγε ο Β.Θ. για τις πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα των «μνημονίων» και της οκταετούς οικονομικής επίβλεψης των ευρωπαϊκών θεσμών και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου; Ως ευρωπαϊστής, ο αείμνηστος Ελληνας πρέσβης θα συμβούλευε τη συνέχιση και εμβάθυνση της μόνιμης παραμονής μας στην Ενωμένη Ευρώπη των ομόκεντρων κύκλων, με την Ελλάδα να παραμένει στον εσωτερικότερο κύκλο. Θα θεωρούσε, επομένως, τη λεγόμενη «κωλοτούμπα» του Αυγούστου 2015 ως μια ιστορική απόφαση ευρωπαϊκής προσαρμογής του Αλέξη Τσίπρα και θα αναγνώριζε τη χρησιμότητα της σταδιακής σύμπλευσης του ΣΥΡΙΖΑ με τις αρχές και τις λειτουργίες ενός ευρωπαϊκού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Τέλος, πιστεύοντας σε ένα γνήσιο μείγμα φιλελεύθερων, δημοκρατικών και συντηρητικών αρχών, θα ευχόταν τη διεξαγωγή των επόμενων εκλογών χωρίς φανατισμούς, και ο μη γένοιτο διχασμούς, ενισχύοντας το πείραμα της περαιτέρω εμβάθυνσης και ολοκλήρωσης στη μεταπολεμική Δυτική Ευρώπη.

* Ο κ. Θεόδωρος Κουλουμπής είναι ομότιμος καθηγητής Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Αθηνών.