ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Οι απόμαχοι της δουλειάς σε διαρκή μάχη επιβίωσης

oi-apomachoi-tis-doyleias-se-diarki-machi-epiviosis-2277978

Ο κυρ Αλέκος, 80 ετών, λαχταρά ακόμα τα ταξίδια που υπολόγιζε να κάνει ως συνταξιούχος, αλλά σήμερα με 450 ευρώ τον μήνα έσφιξε ακόμα πιο πολύ το ζωνάρι και των ονείρων του. Η κ. Αμαλία, 67 ετών, μακαρίζει τον εαυτό της που δεν έχει ακίνητη περιουσία, γιατί αν έπρεπε να πληρώσει και ΕΝΦΙΑ, ο μήνας της δεν θα «έβγαινε» με 630 ευρώ. Ο κ. Μιχάλης, 71 ετών, νοσταλγεί τις εποχές που έμπαινε στο καφενείο, το στέκι του στη Δραπετσώνα, και κερνούσε όλη την παρέα. Λένε ότι «όταν ο άνθρωπος κάνει σχέδια, ο Θεός γελάει», κάτι που φαίνεται να ισχύει για τους Ελληνες συνταξιούχους, που είδαν τα έσοδά τους, καρπούς των κόπων μιας ζωής και των εισφορών τους, να μειώνονται δραματικά σε μια 8ετία. Το ενδεχόμενο, δε, μιας περαιτέρω μείωσης από τις αρχές του 2019, τους έχει παραλύσει.

«Παρακολουθώ το κανάλι της Bουλής, με την ελπίδα να  καταλάβω τι συμβαίνει», λέει στην «Κ» η Αμαλία Πατάπη, πάλαι ποτέ εργαζόμενη σε διαγνωστικό κέντρο. Οι περιπέτειες της υγείας της –έχει δύο φορές προσβληθεί από καρκίνο– την εξανάγκασαν σε πρόωρη συνταξιοδότηση. «Βρέθηκα στα 56 μου καρκινοπαθής και άνεργη, κανείς δεν μου έδινε ευκαιρία για δουλειά…». Σήμερα, λαμβάνει μηνιαίως σχεδόν 630 ευρώ, εκ των οποίων μόνον 300 ευρώ πληρώνει ενοίκιο στο Ν. Ψυχικό. «Κάνω οικονομία σε όλα αποφεύγω να μαγειρεύω στον φούρνο γιατί καίει πολύ, βάζω θερμοσίφωνα με χρονομετρητή, δεν έχω καλοριφέρ αλλά μια σόμπα υγραερίου». Αντεπεξέρχεται στα αυστηρά υπολογισμένα έξοδά της χάρη στην έμφυτη πειθαρχία της και στη συμπαράσταση προσφιλών της προσώπων. «Αυτό που μου κοστίζει περισσότερο είναι ότι δεν έχω τη δυνατότητα να επισκεφθώ με το ΚΤΕΛ τα εγγόνια μου στην Κέρκυρα», λέει με έκδηλη πικρία.

Από το 2014 έχει να πάει στο χωριό του στην Κρήτη, ο 71χρονος Μιχάλης Ασημόπουλος, συνταξιούχος αστυνομικός. Το κόστος μετάβασης έχει καταστεί απαγορευτικό, αλλά και ο ίδιος πληγώνεται να αντικρίζει το πατρικό του να ρημάζει, «σχεδίαζα να το επισκευάσω, αλλά με βρήκε η κρίση». Ο κ. Μιχάλης, που είχε διατελέσει και αντιδήμαρχος στην Δραπετσώνα, συνταξιοδοτήθηκε στα πενήντα του. «Αν ήξερα τι ερχόταν, θα παρέμενα άλλα επτά χρόνια στην υπηρεσία, όμως τότε σχεδίαζα να βοηθήσω τα παιδιά μου στα επαγγελματικά τους, όχι μόνον υλικά, αλλά και με τη φυσική μου παρουσία» λέει ο 71χρονος, που σήμερα έχει εννέα εγγόνια. «Εχω χάσει 600 ευρώ τον μήνα και όλα τα δώρα». Και κατ’ επέκταση, «δεν μπορώ να κάνω δώρα στα εννιά εγγόνια μου, η μόνη μου συμβολή είναι να τα πηγαινοφέρνω στο σχολείο». Οι δύο του κόρες, παράλληλα, αναζητούν εργασία. «Εχουμε τα πτυχία κορνιζαρισμένα».

Νιώθει ανήμπορη

Προβληματισμένη βλέπει καθημερινά τον 38χρονο γιο της να επιστρέφει άκαρπος από επαγγελματικά ραντεβού. «Είναι έναν χρόνο άνεργος», λέει στην «Κ» η 83χρονη συνταξιούχος Μαρίκα Μήτα, που νιώθει ανήμπορη να τον στηρίξει, αφού μετά βίας επιβιώνουν η ίδια και ο σύζυγός της. «Εχω δουλέψει πολύ στη ζωή μου, ξεκίνησα από παιδί ακόμα σε εργοστάσιο στο Λαύριο, συνέχισα μέχρι τα εξήντα μου πλένοντας σκάλες» ενώ «ανάλογη ήταν η ζωή και του άνδρα μου». Σήμερα, λαμβάνει έκαστος 450 ευρώ τον μήνα, εκ των οποίων τα 280 πηγαίνουν στο ενοίκιο για ένα παλιό διαμέρισμα στην Κηφισιά. «Στεκόμαστε όρθιοι μόνον χάρη στο κοινωνικό παντοπωλείο του δήμου» εξηγεί.

«Ευτυχώς, το κόστος ζωής στην επαρχία είναι πιο χαμηλό: όλο και κάποιος θα σου δώσει ένα αυγό ή λαχανικά από τον κήπο του» τονίζει στην «Κ» ο 80χρονος Αλέκος Σιδηρόπουλος, που μένει στην Κατερίνη. Στα νιάτα του «όργωνε» την Ευρώπη με το φορτηγό-ψυγείο και ήλπιζε ότι κάποτε θα την επισκεπτόταν ως τουρίστας. «Επειτα από τις περικοπές, έχω φτάσει στα 450 ευρώ» εξηγεί, «όχι για ταξίδια δεν είμαι, αλλά ούτε καν για μια χειρονομία στα τέσσερα εγγόνια μου και το ένα δισέγγονο». Ωστόσο, νιώθει καλά με τον εαυτό του. «Κατάφερα να αποκτήσω δικό μου σπίτι και δεν χρωστάω πουθενά!».

Το ζεύγος Παρθενίδη στη Μεταμόρφωση, μέχρι το 2011 εκπαιδευτικοί και σήμερα «ενεργοί» παππούδες, δεν κρύβει την οργή για το συνεχές «πετσόκομμα» των αποδοχών τους. «Ας μην κοιτάμε μόνο τις φανερές περικοπές, αλλά και τις κρυφές, όπως ότι δεν μου αναγνώρισαν τα χρόνια που δούλεψα ως αναπληρώτρια δασκάλα, αλλά και το γεγονός ότι τα παιδιά μου δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να προσλάβουν νταντά για τα παιδιά τους, καθήκον που έχουμε επωμιστεί εμείς», λέει η κ. Μιράντα. «Ως συνταξιούχοι δεν έχουμε τρόπο άσκησης πίεσης» συμπληρώνει ο σύζυγός της, «δεν μπορούμε να απεργήσουμε, μόνον να βγούμε στους δρόμους και κάθε τόσα χρόνια να ψηφίσουμε». Εν ολίγοις, «δεν μας υπολογίζουν». Και οι δύο έχοντας συμπληρώσει πάνω από 35 χρόνια υπηρεσίας, υπολόγιζαν σε μια αξιοπρεπή σύνταξη, εξ ου και είχαν αιτηθεί δάνειο, όχι για τους ίδιους, αλλά για τα παιδιά τους. Απαξ και τα δεδομένα άλλαξαν, το ζεύγος προχώρησε σε γενναίες περικοπές του οικογενειακού προϋπολογισμού: «Τέρμα τα ψώνια, οι έξοδοι, τα θέατρα και οι διακοπές», εξηγούν. «Μόνον στα χωριά μας πάμε, αλλά λόγω βενζίνης και διοδίων, μόνον Χριστουγέννα και το Πάσχα». Ταυτόχρονα, έχουν «χάσει» φίλους τους, «πολλοί συνάδελφοι ή και υπάλληλοι του ευρύτερου δημόσιου τομέα βρήκαν δουλειά στο εξωτερικό και μετανάστευσαν».

«Στο συλλαλητήριο ήμασταν μια χούφτα άνθρωποι»

Το δίλημμα για τον Γ.Σ., μηχανικό που σε λίγες μέρες κλείνει τα 66 του, είναι μεγάλο. «Εχω συμπληρώσει 33 χρόνια δουλειάς, που μαζί με τον στρατό και το τρέχον έτος αρκούν για να συνταξιοδοτηθώ», εξηγεί στην «Κ», «όμως είναι τελείως ασαφές το ύψος της σύνταξής μου». Η κρίση που έπληξε την οικοδομή τον είχε στρέψει στο εμπόριο, από το οποίο εξασφαλίζει τα προς το ζην για τον ίδιο και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. «Μετανιώνω που επέστρεψα το 1984 από τη Γερμανία όπου σπούδασα», λέει κάνοντας έναν απολογισμό ζωής, «τότε, παρασυρμένος από την αισιοδοξία του σοσιαλισμού, δεν συνυπολόγισα ότι στην Ελλάδα τα δεδομένα για τα εργασιακά, τα συνταξιοδοτικά και τα φορολογικά είναι επικίνδυνα ρευστά». Δεδομένης της ελληνικής πραγματικότητας, «θα πάρω το ρίσκο να εργαστώ όσο αντέχω», καταλήγει, «θα κατεβάσω απλώς τους ρυθμούς για λόγους υγείας».

Η αντίφαση

«Δεν αντέχω να ακούω πλέον αυτή τη συζήτηση σχετικά με τις συντάξεις», απαντά στην «Κ» ο 70χρονος Γιώργος Κουτρουμπής, που εργαζόταν μέχρι τα 58 του στα Ελληνικά Ταχυδρομεία. Καθώς ως νέος υπήρξε συνδικαλιστής, παρατηρεί σήμερα μια μεγάλη αντίφαση. «Ολοι οι συνομήλικοί μου παρακολουθούν ειδήσεις και αγωνιούν, αλλά όταν οργανώθηκε συλλαλητήριο διαμαρτυρίας, ήμασταν μια χούφτα άνθρωποι», υπογραμμίζει, «χαράσσουν ακόμα διαχωριστικές γραμμές, ενώ το πρόβλημα είναι κοινό». Αν γυρνούσε τον χρόνο πίσω, «θα μπορούσα να εργαστώ λίγα ακόμα χρόνια, αλλά αυτό δεν θα μεταφραζόταν σε μεγαλύτερη σύνταξη». Από τα χρόνια που πέρασε ως ταχυδρομικός υπάλληλος κρατάει τις καλές αναμνήσεις. «Ημουν πολύ αγαπητός στο κοινό», θυμάται, «συναντώ ακόμα τυχαία κόσμο που έχω εξυπηρετήσει και μιλάμε εγκάρδια».

Την «κατρακύλα» της οικονομίας την προέβλεπε, «από τότε που οι τράπεζες μας κυνηγούσαν για διακοποδάνεια και όλοι οι φίλοι μου έπαιζαν στο χρηματιστήριο». Ο ίδιος, πάντως, αν και με τις περικοπές στη σύνταξή του αντιμετωπίζει δυσκολίες, δεν σκοπεύει να παρακολουθεί τη ζωή από τον καναπέ. «Είμαι εθελοντής στην ομάδα πρασίνου του Δήμου Γαλατσίου, συμμετέχω στις δράσεις της ΜΚΟ 50+Plus Hellas, που αφορούν άτομα άνω των 50 ετών», καταλήγει, «έχω μυηθεί στις νέες τεχνολογίες, πάω κολυμβητήριο και περπατάω συστηματικά».