ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αποψη: Εκκλησία και Πολιτεία σε αναθεωρητική δίνη

Ο ΣΥΡΙΖΑ έδωσε ήδη, με σχετική πρότασή του, το περίγραμμα της αναθεωρητικής λογικής του. Σε αυτήν καταλέγεται ασφαλώς και η τυπολογία των σχέσεων Πολιτείας και Εκκλησίας. Κατ’ αρχάς, εγγράφεται στα θετικά σημεία της πρότασης ότι δεν επιλέγεται η κατάργηση του άρθρου 3 Σ., αλλά η διόρθωση και διασαφήνισή του. Στη συνάφεια αυτή βασική καινοτομία αποτελεί η εισαγωγή στο άρθρο 3 Σ. της αόριστης ρήτρας για την «κρατική θρησκευτική ουδετερότητα». Μία πρόδρομη παρατήρηση αφορά την αναγκαιότητά της, για την οποία διατηρώ σοβαρές επιφυλάξεις. Δεν εξυπονοείται η κατοχύρωσή της ήδη στο άρθρο 13 Σ. για τη θρησκευτική ελευθερία; Αν ναι, όπως νομίζω, τότε ποια η προστιθέμενη αξία της θεσμοθέτησής της; Εξάλλου, η ενύλωσή της είναι μάλλον ζήτημα νομοθετικών παρεμβάσεων παρά θέμα συνταγματικών διακηρύξεων…

Περαιτέρω, η θρησκευτική ουδετερότητα διακρίνεται για την εννοιολογική πολυσημία της. Νοείται ως αδιαφορία της Πολιτείας για τα εκκλησιαστικά πράγματα, οπότε στην περίπτωση αυτή η Πολιτεία δεν υιοθετεί καμία θρησκευτικότητα στην εθιμοτυπία της και η Εκκλησία, ως αυστηρώς ιδιωτική υπόθεση, αφενός στερείται κάθε προστασίας και αφετέρου δεν υπόκειται σε κάποια ιδιαίτερη ή αυστηρή εποπτεία (γαλλικό μοντέλο) ή σημαίνει την ευμενή ουδετερότητα της Πολιτείας έναντι της Εκκλησίας γενικώς ή έναντι μεγάλων και καθιερωμένων θρησκευτικών κοινοτήτων (γερμανικό ή και αμερικανικό πρότυπο); Ποιο κράτος θα εκφράζει; Το θρησκευτικά αδιάφορο ή απλώς το μη παρεμβατικό; Πολύ φοβούμαι ότι η μη νοηματοδότηση της σχετικής ρήτρας, ενδεχομένως με την προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης, θα προκαλέσει, έστω ανεπίγνωστα, περισσότερες ερμηνευτικές δυσχέρειες απ’ όσες αγκυλώσεις η εισαγωγή της θα επιχειρήσει τυχόν να ξεπεράσει…

Σε κάθε περίπτωση, γιατί επιλέγεται μεθοδολογικά η ενσωμάτωσή της στο άρθρο 3 Σ., που αφορά μόνο την «επικρατούσα» Ορθόδοξη Εκκλησία και όχι, ως ώφειλε, στο άρθρο 13, που κατοχυρώνει τη θρησκευτική ελευθερία, διαρρυθμίζει συνολικώς το θρησκευτικό φαινόμενο και επομένως, περιλαμβάνει στο κανονιστικό του πεδίο όλες τις «γνωστές» θρησκείες; Ασφαλώς, μόνο η δεύτερη εκδοχή επιτυγχάνει την ευαγγελιζομένη ουδετερότητα…

Στο πλαίσιο εκσυγχρονισμού του άρθρου 3 προτείνονται δύο ακόμη παρεμβάσεις, οι οποίες κινούνται, φρονώ, προς την ορθή κατεύθυνση·

α) Τίθεται ερμηνευτική δήλωση για τη σημασιολόγηση του όρου «επικρατούσα θρησκεία», όπως είχε σχετικώς από πολλού προταθεί. Επιβεβαιώνεται έτσι ότι το άρθρο 3 δεν νοείται ως περιστολή του δικαιώματος στη θρησκευτική ελευθερία, αλλά περιβάλλει με μια θεσμική εγγύηση την Ορθόδοξη Εκκλησία ως υποκείμενο και φορέα της θρησκευτικής ελευθερίας. Θα μπορούσε βεβαίως να γίνει ένταξη του όρου απευθείας στο ά. 13. Μην ξεχνάμε ότι η διάταξη περί «επικρατούσας θρησκείας» διαχωρίζεται στο ισχύον Σύνταγμα, πρώτη φορά, από εκείνην που καθιερώνει τη θρησκευτική ελευθερία, παραγνωρίζοντας τη μεταξύ των δύο διατάξεων (ά. 3 και 13 Σ.) στενή συνάφεια…

β) Η επαναδιατύπωση του άρθρου 3 ορίζει (εδ. γ΄): «Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας είναι αυτοκέφαλη και διοικείται σύμφωνα με όσα ορίζουν ο Καταστατικός Χάρτης της, ο Πατριαρχικός Τόμος του 1850 και η Συνοδική Πράξη του 1928». Η πρόταση περιλαμβάνει μία ανακρίβεια και μία καινοτομία. Η πρώτη συνίσταται στο ότι η Εκκλησία της Ελλάδος είναι, μετά την Πατριαρχική Πράξη 1928, εν μέρει μόνο, αυτοκέφαλη, καθώς αποτελείται από την Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος και τις μητροπόλεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου («Νέες Χώρες»). Ως προς τη δεύτερη, συνάγεται ότι αμφότερα τα πατριαρχικά κείμενα, τόσο ο Τόμος 1850 όσο και η Πράξη 1928, κατοχυρώνονται πλέον στο Σύνταγμα συνολικώς, όπως άλλωστε επιβάλλει η συνεπής εφαρμογή της αυτοδιοίκησης της κάθε θρησκευτικής κοινότητας (άρθρο 13).

Mου μένει μια ακροτελεύτια παρατήρηση: η αναθεωρητική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ κατατέθηκε με ασύγγνωστη καθυστέρηση. Eτσι, θα καταστεί, ως μη ώφειλε, μέρος του προεκλογικού σχεδιασμού, γεγονός το οποίο αποτρέπει ευρύτερες συγκλίσεις και συναινέσεις. Δυστυχώς, η ιστορία επαναλαμβάνεται…

ΥΓ. Η συμφωνία, κατ’ ακριβολογία «Προσχέδιο Συμφωνίας» μεταξύ Αρχιεπισκόπου και πρωθυπουργού, που επιχειρεί να επουλώσει μία κακοφορμισμένη πληγή στις σχέσεις Πολιτείας και Εκκλησίας, εάν και εφόσον υλοποιηθεί, εντάσσεται στην προσπάθεια να αποδεχθεί η Εκκλησία, χωρίς αντιδράσεις, την εισαγωγή στο Σύνταγμα της ρήτρας για την «κρατική θρησκευτική ουδετερότητα». Αλλωστε, η χρονική σύμπτωση των εξαγγελιών μόνο τυχαία δεν είναι…

* Ο Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι δικηγόρος, επίκουρος καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.