ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Η στροφή του ΔΝΤ προς τον… σοσιαλισμό

Η στροφή του ΔΝΤ προς τον… σοσιαλισμό

Στη ζοφερή πραγματικότητα της πανδημίας, που άλλοτε θυμίζει ένα ξεχασμένο παρελθόν και άλλοτε ένα μελλοντολογικό θρίλερ, οι ανατροπές διαδέχονται η μια την άλλη και η παγκόσμια οικονομία μοιάζει να μεταλλάσσεται για να αντεπεξέλθει στα αλλεπάλληλα πλήγματα. Ιδέες παμπάλαιες μεν, που όμως έχουν χάσει τον δρόμο προς την κοινά αποδεκτή πολιτική, όπως για παράδειγμα το βασικό εισόδημα για όλους, υλοποιήθηκαν στη χώρα-σύμβολο της ελεύθερης οικονομίας, όταν η Ουάσιγκτον έστειλε μαζικά επιταγές στα αμερικανικά νοικοκυριά.

Σε Αμερική και Ευρώπη επιδοτήθηκαν οι μισθοί από το κράτος για να διασφαλισθούν οι θέσεις εργασίας. Η μεγαλύτερη ανατροπή φαίνεται, όμως, να γίνεται τώρα στη σφαίρα τής επί δεκαετίες επικρατούσας οικονομικής ιδεολογίας. Φορέας της ανατροπής είναι ο υπ’ αριθμόν ένα εκφραστής του φιλελευθερισμού, που τώρα έρχεται να προτείνει απροκάλυπτα στις κυβερνήσεις μια δημοσιονομική πολιτική σοσιαλιστικής κατεύθυνσης. Στη διάρκεια της εβδομάδας που πέρασε, το ΔΝΤ αιφνιδίασε όταν για πρώτη φορά κάλεσε τις κυβερνήσεις να αυξήσουν τους φόρους στους πλουσίους, στα υψηλά εισοδήματα, στη μεγάλη περιουσία και στις κερδοφόρες επιχειρήσεις προκειμένου να αντεπεξέλθουν στο δυσθεώρητο χρέος που έχουν επωμισθεί για να στηρίξουν τις χειμαζόμενες οικονομίες τους.

Μια προοδευτική αύξηση των φόρων, ανάλογη του πλούτου, είχε προταθεί κατά καιρούς από οικονομολόγους συνεργάτες του ΔΝΤ, αλλά εντελώς στο περιθώριο, καθώς εμφανιζόταν απλώς ως προσωπική άποψη αυτών των συνεργατών στο blog του Ταμείου και δεν αποτελούσε ποτέ επίσημη γραμμή του. Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά υιοθετεί τη συγκεκριμένη θέση επισήμως το δημιούργημα του Bretton Woods, το οποίο τα τελευταία 40 χρόνια έχει επιβάλει τις σκληρότερες πολιτικές λιτότητας, από τις χώρες της Λατινικής Αμερικής μέχρι την Ελλάδα, έχει υποστεί δριμύτατη κριτική ότι οι παρεμβάσεις του στρέφονται πάντα κατά των εργαζομένων και των ασθενέστερων οικονομικών στρωμάτων και έχει κατηγορηθεί ως υπεύθυνο για τη δραματική διεύρυνση των ανισοτήτων, της φτώχειας και της ανεργίας. 

Δεν πρόκειται, όμως, για ένα μεμονωμένο περιστατικό. Το Ταμείο μοιάζει μάλλον να συντονίζεται με μια γενικότερη στροφή στον προβληματισμό και στις θέσεις που εκφράζουν όσοι χαράσσουν οικονομική ή νομισματική πολιτική στις μεγαλύτερες οικονομίες και τείνουν να ανασύρουν από τη μνήμη τους κάποιες συνταγές του σοσιαλισμού. Εδώ και μήνες, ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Τζερόμ Πάουελ, σχολίασε έκθεση του ΔΝΤ που διαπίστωνε ότι και οι σοβαρές επιδημίες ιστορικά διευρύνουν την ανισότητα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς και αναφερόμενος στην πανδημία του κορωνοϊού τόνισε ότι έχει προκαλέσει «τη μεγαλύτερη αύξηση της ανισότητας». 

Στο πλαίσιο εκδήλωσης που είχε διοργανώσει το πανεπιστήμιο Princeton, εξέφρασε επιπλέον την ανησυχία του γιατί «το κόστος της πανδημίας πέφτει πάνω σε εκείνους που είναι λιγότερο από όλους σε θέση να αντεπεξέλθουν». Και δεν παρέλειψε να διευκρινίσει σε ποιους αναφερόταν, καθώς πρόσθεσε πως «είναι οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι στον τομέα των υπηρεσιών που επωμίζονται το βαρύ αυτό φορτίο, όπως και οι γυναίκες, που πλήττονται σε ακραίο βαθμό». Τον περασμένο μήνα, άλλωστε, η ομόλογός του στην ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, τόνισε πως η πανδημία έχει διευρύνει την ανισότητα και πλήττει δυσανάλογα τις γυναίκες, που «όπως και σε κάθε οικονομική κρίση, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να χάσουν τις θέσεις εργασίας τους ή να υποστούν μείωση των αποδοχών τους».

Από τις πολιτικές λιτότητας στη δημοσιονομική χαλάρωση

Περίπου δύο εβδομάδες πριν από τις πρωτοφανείς συστάσεις του ΔΝΤ για προοδευτική φορολόγηση των πλουσίων, στο blog του Ταμείου τρεις συνεργάτες του συνιστούσαν στις κεντρικές τράπεζες να λάβουν υπόψη τους την ανισότητα όταν διαμορφώνουν τις αποφάσεις της νομισματικής πολιτικής τους. Ηταν οι Νιλς Τζέικομπ Χάνσεν, Αλεσάντρο Λιν και Ρούι Μάνο, που αναφέρονταν μάλιστα στη συνεχιζόμενη τις τελευταίες δεκαετίες διεύρυνση της ανισότητας σε ανεπτυγμένες και αναδυόμενες οικονομίες και όχι αποκλειστικά στην όξυνση του προβλήματος εξαιτίας της πανδημίας. 

Το επιχείρημα δεν ήταν, βέβαια, εξίσου ανατρεπτικό με την πρόταση για φορολόγηση του πλούτου, αλλά ήταν εξίσου ενδιαφέρον. Τόνιζε πως μια μείωση των επιτοκίων επηρεάζει κατά κύριο λόγο την οικονομική κατάσταση και τη συμπεριφορά των φτωχών, που έχουν πρόβλημα ρευστότητας. Αυξάνει την κατανάλωση, κάτι που συγκαταλέγεται άλλωστε στους στόχους της χαλαρής νομισματικής πολιτικής, αλλά αναλογικά είναι μεγαλύτερο το όφελος για όσες οικονομίες έχουν μεγαλύτερο ποσοστό φτωχών στον πληθυσμό τους. 

Εξίσου ανατρεπτική ήταν, πάντως, η σύσταση του ΔΝΤ προς τις κυβερνήσεις να εξακολουθήσουν να δανείζονται προκειμένου να αντιμετωπίσουν τον οικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας και ουσιαστικά να μην ανησυχούν για το χρέος που επωμίζονται. Συνιστά, μάλιστα, τον περαιτέρω δανεισμό, μολονότι υπολογίζει πως οι δαπάνες των κυβερνήσεων με σκοπό τη θωράκιση των οικονομιών τους από τη λαίλαπα της πανδημίας έχουν ήδη φτάσει στα 12 τρισεκατομμύρια δολάρια. Εκτιμά, άλλωστε, πως το παγκόσμιο χρέος προσεγγίζει το 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Προεξοφλεί, όμως, ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης μετά την πανδημία και χαμηλό κόστος δανεισμού, γι’ αυτό και εκτιμά πως δεν θα υπάρξει πρόβλημα υπερχρέωσης ή εξυπηρέτησης του χρέους των χωρών.

Πρόκειται για εκ διαμέτρου αντίθετη συμβουλή από τη λιτότητα στην οποία επέμεινε τόσο πολύ το ΔΝΤ προ δεκαετίας για την αντιμετώπιση της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης που άρχισε μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers. Τότε το ΔΝΤ κώφευε συστηματικά στις προειδοποιήσεις οικονομολόγων για το δυσβάστακτο οικονομικό και κοινωνικό κόστος της λιτότητας. Αυτή τη φορά, όμως, έχει προειδοποιήσει τις κυβερνήσεις διά της προέδρου του, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, να μην επισπεύσουν την άρση των έκτακτων μέτρων, γιατί κάτι τέτοιο θα εγκυμονούσε τον κίνδυνο να υποστούν οι οικονομίες τους μακροπρόθεσμα και καίρια πλήγματα.

Το Ταμείο έφτασε μάλιστα στο σημείο να κάνει αυτοκριτική για το λάθος του στην προηγούμενη κρίση, διά στόματος Βιτόρ Γκασπάρ, επικεφαλής δημοσιονομικής πολιτικής του ΔΝΤ. Μιλώντας στους Financial Times ο κ. Γκασπάρ παραδέχθηκε πως το Ταμείο βιάστηκε να ταχθεί υπέρ της πολιτικής λιτότητας τη διετία 2010-2011 και, διαπιστώνοντας το λάθος, τώρα αναθεωρεί την προσέγγισή του και τις συστάσεις του προς τις κυβερνήσεις. Ο κ. Γκασπάρ επανέλαβε την προειδοποίηση της κ. Γκεοργκίεβα. Παραδέχθηκε, όμως, πως η πρόβλεψη για υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που διασφαλίζουν σταδιακή υποχώρηση του χρέους εμπεριέχει υψηλό ρίσκο.

Αμερικανοί κροίσοι ζητούν να αυξηθεί η φορολογική επιβάρυνσή τους

Οσο κι αν αιφνιδιάζει η σύσταση του ΔΝΤ για φορολόγηση των πλουσίων, των κερδοφόρων επιχειρήσεων και του πλούτου, αποτελεί ώς ένα βαθμό απότοκο ενός συνδυασμού εξελίξεων των τελευταίων ετών: της διευρυνόμενης ανισότητας που οδηγεί την παγκόσμια μεσαία τάξη στα όρια της εξαφάνισης, της εξαθλίωσης μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού και της συνεπακόλουθης δυσφορίας που αυτή προκαλεί στη μεγάλη πλειονότητα των φορολογουμένων ανά τον κόσμο.

Είναι, υπό αυτήν την έννοια, αναμενόμενη εξέλιξη, καθώς έχει προηγηθεί τα τελευταία χρόνια ένα ετερόκλητο κύμα ανάλογων συστάσεων ή αιτημάτων από οικονομολόγους αλλά και από τους ίδιους τους κατόχους του μεγάλου πλούτου, που τάσσονται υπέρ της αναδιανομής του πλούτου και ζητούν να φορολογηθούν βαριά. Ανάμεσά τους ο Μπιλ Γκέιτς, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει επανειλημμένως τονίσει ότι θεωρεί αμελητέα τη φορολογική επιβάρυνσή του και έχει ζητήσει αύξηση των φόρων στον μεγάλο πλούτο. Επανέλαβε το ίδιο αίτημα τις πρώτες ημέ ρες του τρέχοντος έτους, προτού η πανδημία αγγίξει τον δυτικό κόσμο. Συνόδευσε το αίτημά του με ένα ακόμη: να καταργηθεί το «παραθυράκι» της αμερικανικής νομοθεσίας που επιτρέπει στους διαχειριστές κεφαλαίων να καταβάλουν μειωμένους φόρους.

Με το ιδιάζον αίτημα του Γκέιτς έχει συνταχθεί, όμως, ένας «στρατός» από βαθύπλουτους Αμερικανούς και Ευρωπαίους. Ανάμεσά τους ο μεγαλοεπενδυτής Γουόρεν Μπάφετ, που έχει χαρακτηρίσει την αύξηση των φόρων «κάλλιστα δυνατό τρόπο να βοηθήσει κανείς έναν υπέροχο πολίτη, που όμως δεν έχει το χάρισμα του καλού επενδυτή». Ο Μπάφετ έχει μάλιστα τονίσει ότι οι πλούσιοι στην Αμερική φορολογούνται δυσανάλογα λίγο σε σχέση με τα πλούτη τους και έχει ζητήσει από το Κογκρέσο να παραχωρήσει περισσότερες εκπτώσεις φόρου στους φτωχούς Αμερικανούς και να αυξήσει τους φόρους στους προνομιούχους. Μαζί τους και ο Ρέι Ντάλιο, ο 70χρονος ιδρυτής της επενδυτικής Bridgewater Associates, που όχι μόνον έχει υπογραμμίσει ότι οι πλούσιοι πρέπει να καταβάλουν περισσότερους φόρους, αλλά έχει χαρακτηρίσει «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης» το διευρυνόμενο χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς και έχει εκφράσει απερίφραστα την άποψη ότι το καπιταλιστικό σύστημα δεν λειτουργεί πια, ενώ το αμερικανικό όνειρο έχει πεθάνει. Την ίδια ακριβώς διάγνωση περί του εκφυλισμού του αμερικανικού ονείρου έχει κάνει και ο Τζέιμι Ντίμον, διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan Chase, ο οποίος μάλιστα έχει απευθύνει έκκληση στις αμερικανικές επιχειρήσεις να αναλάβουν καίριο ρόλο, ώστε να γίνει ξανά ρεαλιστικό το αμερικανικό όνειρο.

Φανατική οπαδός της βαρύτερης φορολογίας για τους πλουσίους είναι και η Αμπιγκέιλ Ντίσνεϊ, εγγονή του Ρόι Ντίσνεϊ, συνιδρυτή της αυτοκρατορίας The Walt Disney Company. Πριν από ένα χρόνο περίπου, η Αμπιγκέιλ Ντίσνεϊ μαζί με τους προαναφερθέντες, αλλά και με τον Ούγγρο μεγαλοεπενδυτή Τζορτζ Σόρος και τον γιο του Αλεξάντερ Σόρος, υπέγραψαν ανοικτή επιστολή προς τους υποψήφιους προέδρους καλώντας τους να εντάξουν στην προεκλογική ατζέντα τους την υπόσχεση ότι θα θεσπίσουν κάποιον μέτριο, έστω, φόρο στον πλούτο. Την επιστολή προσυπέγραψαν και άλλοι, λιγότερο διάσημοι, αλλά εξίσου βαθύπλουτοι Αμερικανοί, όπως τα μέλη των οικογενειών Πρίτζκερ και Γκουντ.

Ολα αυτά ενώ τα ενημερωτικά δελτία που υπέβαλαν αμερικανικοί κολοσσοί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ προδίδουν πως σε πολλές περιπτώσεις οι ιλιγγιώδεις αμοιβές ιδρυτών και επικεφαλής μεγάλων επιχειρήσεων είναι 500 φορές ή και χιλιάδες φορές πολλαπλάσιες των μισθών των υπαλλήλων τους.

Αμερικανοί κροίσοι ζητούν να αυξηθεί η φορολογική επιβάρυνσή τους

Οσο κι αν αιφνιδιάζει η σύσταση του ΔΝΤ για φορολόγηση των πλουσίων, των κερδοφόρων επιχειρήσεων και του πλούτου, αποτελεί ώς ένα βαθμό απότοκο ενός συνδυασμού εξελίξεων των τελευταίων ετών: της διευρυνόμενης ανισότητας που οδηγεί την παγκόσμια μεσαία τάξη στα όρια της εξαφάνισης, της εξαθλίωσης μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού και της συνεπακόλουθης δυσφορίας που αυτή προκαλεί στη μεγάλη πλειονότητα των φορολογουμένων ανά τον κόσμο.

Είναι, υπό αυτήν την έννοια, αναμενόμενη εξέλιξη, καθώς έχει προηγηθεί τα τελευταία χρόνια ένα ετερόκλητο κύμα ανάλογων συστάσεων ή αιτημάτων από οικονομολόγους αλλά και από τους ίδιους τους κατόχους του μεγάλου πλούτου, που τάσσονται υπέρ της αναδιανομής του πλούτου και ζητούν να φορολογηθούν βαριά. Ανάμεσά τους ο Μπιλ Γκέιτς, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει επανειλημμένως τονίσει ότι θεωρεί αμελητέα τη φορολογική επιβάρυνσή του και έχει ζητήσει αύξηση των φόρων στον μεγάλο πλούτο. Επανέλαβε το ίδιο αίτημα τις πρώτες ημέ ρες του τρέχοντος έτους, προτού η πανδημία αγγίξει τον δυτικό κόσμο. Συνόδευσε το αίτημά του με ένα ακόμη: να καταργηθεί το «παραθυράκι» της αμερικανικής νομοθεσίας που επιτρέπει στους διαχειριστές κεφαλαίων να καταβάλουν μειωμένους φόρους.

Με το ιδιάζον αίτημα του Γκέιτς έχει συνταχθεί, όμως, ένας «στρατός» από βαθύπλουτους Αμερικανούς και Ευρωπαίους. Ανάμεσά τους ο μεγαλοεπενδυτής Γουόρεν Μπάφετ, που έχει χαρακτηρίσει την αύξηση των φόρων «κάλλιστα δυνατό τρόπο να βοηθήσει κανείς έναν υπέροχο πολίτη, που όμως δεν έχει το χάρισμα του καλού επενδυτή». Ο Μπάφετ έχει μάλιστα τονίσει ότι οι πλούσιοι στην Αμερική φορολογούνται δυσανάλογα λίγο σε σχέση με τα πλούτη τους και έχει ζητήσει από το Κογκρέσο να παραχωρήσει περισσότερες εκπτώσεις φόρου στους φτωχούς Αμερικανούς και να αυξήσει τους φόρους στους προνομιούχους. Μαζί τους και ο Ρέι Ντάλιο, ο 70χρονος ιδρυτής της επενδυτικής Bridgewater Associates, που όχι μόνον έχει υπογραμμίσει ότι οι πλούσιοι πρέπει να καταβάλουν περισσότερους φόρους, αλλά έχει χαρακτηρίσει «κατάσταση εκτάκτου ανάγκης» το διευρυνόμενο χάσμα ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς και έχει εκφράσει απερίφραστα την άποψη ότι το καπιταλιστικό σύστημα δεν λειτουργεί πια, ενώ το αμερικανικό όνειρο έχει πεθάνει. Την ίδια ακριβώς διάγνωση περί του εκφυλισμού του αμερικανικού ονείρου έχει κάνει και ο Τζέιμι Ντίμον, διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan Chase, ο οποίος μάλιστα έχει απευθύνει έκκληση στις αμερικανικές επιχειρήσεις να αναλάβουν καίριο ρόλο, ώστε να γίνει ξανά ρεαλιστικό το αμερικανικό όνειρο.

Φανατική οπαδός της βαρύτερης φορολογίας για τους πλουσίους είναι και η Αμπιγκέιλ Ντίσνεϊ, εγγονή του Ρόι Ντίσνεϊ, συνιδρυτή της αυτοκρατορίας The Walt Disney Company. Πριν από ένα χρόνο περίπου, η Αμπιγκέιλ Ντίσνεϊ μαζί με τους προαναφερθέντες, αλλά και με τον Ούγγρο μεγαλοεπενδυτή Τζορτζ Σόρος και τον γιο του Αλεξάντερ Σόρος, υπέγραψαν ανοικτή επιστολή προς τους υποψήφιους προέδρους καλώντας τους να εντάξουν στην προεκλογική ατζέντα τους την υπόσχεση ότι θα θεσπίσουν κάποιον μέτριο, έστω, φόρο στον πλούτο. Την επιστολή προσυπέγραψαν και άλλοι, λιγότερο διάσημοι, αλλά εξίσου βαθύπλουτοι Αμερικανοί, όπως τα μέλη των οικογενειών Πρίτζκερ και Γκουντ.

Ολα αυτά ενώ τα ενημερωτικά δελτία που υπέβαλαν αμερικανικοί κολοσσοί στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ προδίδουν πως σε πολλές περιπτώσεις οι ιλιγγιώδεις αμοιβές ιδρυτών και επικεφαλής μεγάλων επιχειρήσεων είναι 500 φορές ή και χιλιάδες φορές πολλαπλάσιες των μισθών των υπαλλήλων τους. 

Ανισότητα

i-strofi-toy-dnt-pros-ton-sosialismo0

Εκφράζοντας έντονη ανησυχία για τις επιπτώσεις της πανδημίας στους εργαζομένους και για τη διεύρυνση της ανισότητας στις ΗΠΑ, ο επικεφαλής της Federal Reserve Τζερόμ Πάουελ τόνισε πρόσφατα ότι «είναι οι χαμηλόμισθοι εργαζόμενοι στον τομέα των υπηρεσιών που επωμίζονται το βαρύ αυτό φορτίο, όπως και οι γυναίκες που πλήττονται σε ακραίο βαθμό».

Επανεκκίνηση

i-strofi-toy-dnt-pros-ton-sosialismo1

O Κλάους Σουάμπ, ιδρυτής και πρόεδρος του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ απηύθυνε έκκληση για μια «μεγάλη επανεκκίνηση» στο καπιταλιστικό σύστημα, διαπιστώνοντας πως η ραγδαία ύφεση που έχει προκαλέσει η πανδημία έχει έντονο κοινωνικό αντίκτυπο και μπορεί  να εξελιχθεί  στη χειρότερη κρίση μετά τη δεκαετία του 1930.

Απαραίτητα μέτρα

i-strofi-toy-dnt-pros-ton-sosialismo2

Αναφερόμενος στον οικονομικό αντίκτυπο της πανδημίας, ο Λάρι Γκλίκμαν, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Cornell, τόνισε πως μόνον η Μεγάλη Υφεση του 1930 ήταν πιο καταστρεπτική και υπογράμμισε ότι «όσα έγιναν μετά τη Μεγάλη Υφεση, τα μέτρα βοήθειας στους φτωχούς και οι μεταρρυθμίσεις, είναι και πάλι απαραίτητα για να φτιάξουμε μια καλύτερη οικονομία για το μέλλον».