ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ

Αλλαγή σελίδας στη νομισματική πολιτική

Αλλαγή σελίδας στη νομισματική πολιτική

Τα μηνύματα που έδωσαν στις αγορές οι κεντρικές τράπεζες του Καναδά και της Αυστραλίας προκάλεσαν ένα κύμα προσδοκιών για αυξήσεις επιτοκίων από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. Ομως η αμερικανική Federal Reserve και η ΕΚΤ επιμένουν πως δεν βιάζονται τόσο.

Στη διάρκεια του περασμένου μήνα, οι αγορές ομολόγων και οι αγορές παραγώγων επιτοκίων στις δύο πλευρές του Ατλαντικού προεξοφλούσαν μια εσπευσμένη αύξηση επιτοκίων από τη Fed και την ΕΚΤ, καθώς ο πληθωρισμός βρίσκεται σε επίπεδα που δεν συνάδουν με τη θεωρία των δύο κεντρικών τραπεζών περί «μεταβατικής» φάσης ανόδου των τιμών. Οι κινήσεις αυτές στις αγορές άρχισαν πριν από περίπου 10 ημέρες, όταν πρώτη η Τράπεζα του Καναδά αιφνιδίασε τις αγορές δίνοντας μηνύματα στροφής σε περιοριστική νομισματική πολιτική. Ακολούθησε η Τράπεζα της Αυστραλίας, όταν διεμήνυσε στις αγορές ότι οδεύει προς αύξηση των επιτοκίων της, αν και ήταν σαφώς πιο επιφυλακτική ως προς τη χρονική στιγμή που σχεδιάζει να αυξήσει τα επιτόκια. Λίγες ημέρες αργότερα, έσπευσε να διευκρινίσει πως δεν σκοπεύει να προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων πριν από το 2024.

Ειδικότερα για τη Fed από την 1η Οκτωβρίου τα στοιχήματα στις αγορές κυμαίνονταν από μια αύξηση των επιτοκίων στα τέλη του 2022 μέχρι 50% πιθανότητες για μια αύξηση στα τέλη του έτους. Ολα αυτά μέχρι και την Τρίτη, δηλαδή μία ημέρα πριν από τις ανακοινώσεις της Fed. Λίγες ώρες προτού ο πρόεδρος της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ, Τζερόμ Πάουελ, ανακοινώσει το πρώτο του βήμα προς μια νέα φάση, η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, διεμήνυσε στις αγορές «αρκετά!». Σε ομιλία της στη Λισσαβώνα, η κ. Λαγκάρντ υπογράμμισε πως πρέπει να υπάρξουν βασικές προϋποθέσεις για να αρχίσει να αυξάνει τα επιτόκια και τόνισε πως «παρά την πρόσφατη εκτόξευση του πληθωρισμού, μεσοπρόθεσμα αναμένεται να υποχωρήσει ο πληθωρισμός και επομένως δεν θα υπάρξουν οι προϋποθέσεις για αύξηση επιτοκίων μέσα στο επόμενο έτος». 

Από την πλευρά του, ο Πάουελ κατέστησε σαφές την Τετάρτη ότι για τη Fed υπάρχει σαφής διαφορά ανάμεσα στην προ πολλού αναμενόμενη μείωση των μηνιαίων αγορών ομολόγων και σε μια αύξηση των επιτοκίων. Ανακοίνωσε, έτσι, όπως αναμενόταν, άλλωστε, πως η ομοσπονδιακή τράπεζα των ΗΠΑ θα αρχίσει άμεσα να μειώνει τις αγορές ομολόγων από τα 120 δισ. δολάρια τον μήνα σταδιακά με στόχο τον μηδενισμό των αγορών στα μέσα του 2022. Στη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε αμέσως μετά τη συνεδρίασή της, ο κ. Πάουελ υπογράμμισε πως η Fed θα τηρήσει στάση αναμονής μέχρις ότου αυξηθεί η απασχόληση στις ΗΠΑ και μετά θα αυξήσει τα επιτόκια. Οπως είπε, «στην ιδανική περίπτωση θα δούμε πρώτα πρόοδο στην αγορά εργασίας και χωρίς νέο κύμα της πανδημίας και μετά θα μπορούμε να δούμε πολλά πράγματα και πρωτίστως πώς θα συμπεριφέρεται το εργατικό δυναμικό και ποια θα είναι η κατάσταση στην αγορά εργασίας στον μετά την πανδημία κόσμο». Και επισήμανε, βέβαια, ότι κατά τη γνώμη των στελεχών της Fed, «δεν είναι ακόμη καιρός να αυξήσουμε τα επιτόκια», ενώ εξέφρασε την εκτίμηση πως ίσως ο καιρός για κάτι τέτοιο θα είναι προς τα τέλη του επόμενου έτους.

Οι δηλώσεις του κ. Πάουελ και της κ. Λαγκάρντ φαίνεται να επιβεβαιώνουν τη δέσμευση που ανέλαβαν οι δύο μεγαλύτερες κεντρικές τράπεζες του κόσμου στη διάρκεια του περασμένου έτους.

Dan Burns – Reuters

Αλλαγή σελίδας στη νομισματική πολιτική-1

Η γραμμή Λαγκάρντ και η «κόντρα» με τις αγορές

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, επανέλαβε μέσα στην εβδομάδα τη διαφωνία της με τα στοιχήματα των αγορών πως επίκειται αύξηση των επιτοκίων της μέσα στο 2022. Το επανέλαβε με έμφαση, γιατί η απόφαση που είχε λάβει η ΕΚΤ μία εβδομάδα νωρίτερα να μην αυξήσει τα επιτόκια δεν φάνηκε να έκανε αίσθηση στους επενδυτές.

Σε ομιλία της την Τετάρτη στη Λισσαβώνα, η κ. Λαγκάρντ επανέλαβε ότι «στις κατευθυντήριες γραμμές μας προς την αγορά καταστήσαμε σαφές ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να αυξήσουμε τα επιτόκια». Προέβλεψε μάλιστα πως δεν θα πληρούνται οι προϋποθέσεις ούτε τον επόμενο χρόνο. Την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα, στην καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε μετά τη συνεδρίαση της ΕΚΤ, η κ. Λαγκάρντ τόνισε πως οι προσδοκίες της αγοράς για επικείμενη αύξηση των επιτοκίων δεν συνάδουν με την ανάλυση και τις εκτιμήσεις της τράπεζας, ούτε με τις κατευθυντήριες γραμμές που έχει δώσει στην αγορά. Απέφυγε, ωστόσο, να δηλώσει πως οι αγορές κάνουν λάθος, καθώς στο Δ.Σ. της τράπεζας επικράτησε η άποψη ότι μια τέτοια δήλωση μπορούσε να γίνει μπούμερανγκ και να έχει ανεπιθύμητες παρενέργειες.

Ετσι, την εβδομάδα που πέρασε μειώθηκαν τα στοιχήματα των αγορών για μια αύξηση των επιτοκίων τον Δεκέμβριο του 2022, καθώς συνδυάστηκαν με τις δηλώσεις της κ. Λαγκάρντ και οι ανακοινώσεις της Τράπεζας της Αυστραλίας πως δεν προβλέπει αύξηση επιτοκίων πριν από το 2024. Και πάλι πάντως η αγορά στοιχηματίζει σε μια επικείμενη αύξηση κατά 10 μονάδες βάσης, ενώ πριν από την ομιλία της στις αρχές της εβδομάδας στοιχημάτιζε σε μια αύξηση κατά 23 μ.β. Σύμφωνα με τον Πιτ Κρίστιανσεν, αναλυτή της Danske Bank, «η Λαγκάρντ σαφώς ανέκοψε αυτό το κύμα προσδοκιών της αγοράς». Ο ίδιος υπογραμμίζει, πάντως, ότι το κλίμα διαμορφώνουν οι παγκόσμιες εξελίξεις γι’ αυτό και η κ. Λαγκάρντ και η ΕΚΤ δεν μπορούν να αποτρέψουν εντελώς τις προσδοκίες της αγοράς.

Το κλίμα στις αγορές διαμορφώνεται από τον πληθωρισμό που επιταχύνεται παγκοσμίως και από την αβεβαιότητα που περιβάλλει τις εξελίξεις στο μέτωπο των τιμών. Ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης έφτασε τον Οκτώβριο στο 4%, υπερβαίνοντας τις προβλέψεις των οικονομολόγων. Και βέβαια, η ΕΚΤ παραδέχθηκε προ 10 ημερών πως ο πληθωρισμός θα παραμείνει σε υψηλά επίπεδα περισσότερο από όσο είχε αρχικά προβλέψει, αλλά επέμεινε στη θέση της ότι θα αποκλιμακωθούν οι πληθωριστικές πιέσεις μόλις αρχίσουν να λύνονται τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και γενικώς να υποχωρούν άλλοι αρνητικοί παράγοντες. Ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας και μέλος του Δ.Σ. της ΕΚΤ, Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό, στηρίζοντας τη θέση της κ. Λαγκάρντ, τόνισε πως «δεν συντρέχει λόγος να αυξήσει η ΕΚΤ τα επιτόκια τον επόμενο χρόνο». Η κεντρική τράπεζα της Ευρωζώνης πρόκειται να συζητήσει γύρω από τις κρίσιμες αποφάσεις στη συνεδρίαση του Δεκεμβρίου, όταν θα έχει στη διάθεσή της τις νέες προβλέψεις για την οικονομία.

Alexander Weber, James Hirai – Bloomberg

Εντονη κριτική στην Τράπεζα της Αγγλίας μετά τη στροφή της τελευταίας στιγμής

Ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Αντριου Μπέιλι, τόνισε πως δουλειά του δεν είναι να καθοδηγεί τις αγορές για τα επιτόκια. Ηθελε να αντικρούσει την κριτική ότι παραπλάνησε τους επενδυτές τις εβδομάδες πριν από την απόφαση που έλαβε την Πέμπτη. Μιλώντας στο Bloomberg μετά την απόφαση να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια διαψεύδοντας τις προσδοκίες της αγοράς, ο κ. Μπέιλι υποστήριξε πως όταν δήλωσε πως πρέπει να ληφθούν μέτρα για να ανακοπεί ο πληθωρισμός, εννοούσε «υπό όρους». Δεν σημαίνει βέβαια πως θα σωπάσουν όσοι τον επικρίνουν ότι δεν πέτυχε να διαψεύσει τις αγορές που στοιχημάτιζαν σε μια επιθετική αύξηση επιτοκίων, και επομένως υπονομεύει την αξιοπιστία της κεντρικής τράπεζας.

Στις αγορές επικρατούσε η προσδοκία πως η Τράπεζα της Αγγλίας θα προχωρούσε την Πέμπτη σε αύξηση του κόστους δανεισμού από το 0,1% στο 0,25%. Ορισμένες από τις τράπεζες της Βρετανίας, μεταξύ των οποίων οι Barclays, NatWest και Lloyds Banking Group, βιάστηκαν μάλιστα να αυξήσουν τα επιτόκιά τους στα φθηνά στεγαστικά δάνεια χωρίς να περιμένουν την απόφαση της κεντρικής τράπεζας, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν πρόβλημα σε βρετανικά νοικοκυριά. Οπως σχολίασε ο Αντριου Σεντάνς, πρώην στέλεχος της Τράπεζας της Αγγλίας και νυν της Cambridge Econometrics, «η επικοινωνία και η πολιτική αλληλοεπηρεάζονται, γι’ αυτό και ό,τι κάνει η τράπεζα εξαρτάται από την αξιοπιστία της». Ο ίδιος τόνισε πως ό,τι δηλώνουν τα υψηλόβαθμα στελέχη της τράπεζας μπορούν να οικοδομήσουν την εμπιστοσύνη στην ευρύτερη οικονομία, αλλά όταν οι αγορές δεν έχουν εμπιστοσύνη στην τράπεζα, αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε έλλειμμα εμπιστοσύνης στην οικονομία. «Eσφαλμένη καθοδήγηση» των αγορών χαρακτήρισε η Rabobank τα αλληλοσυγκρουόμενα μηνύματα που έδωσε στην αγορά η τράπεζα, ενώ ο Μπομπ Στούτζεσντικ, διαχειριστής κεφαλαίων στη Robeco Insitutional Asset Management στο Ρότερνταμ, τόνισε πως ο Μπέιλι αντιμετωπίζει τώρα «σοβαρό πρόβλημα αξιοπιστίας». Οπως επισήμανε ο ίδιος, όταν δει κανείς πώς αντιδρούν τώρα οι αγορές και πώς αντέδρασαν όταν ο κ. Μπέιλι είχε δηλώσει ότι η τράπεζα πρέπει να λάβει μέτρα για να ανακόψει τον πληθωρισμό, τότε αντιλαμβάνεται πως «η Τράπεζα της Αγγλίας έχασε μέρος της αξιοπιστίας της, το οποίο είναι δύσκολο να ανακτήσει».

Πράγματι η στροφή 180 μοιρών που έκανε ο Μπέιλι θυμίζει σε πολλούς ανάλογες συμπεριφορές του προκατόχου του Μαρκ Κάρνεϊ, ο οποίος αρχικά διαμήνυε ότι επίκεινται αυξήσεις επιτοκίων και στη συνέχεια άλλαζε γνώμη. Μιλώντας στο Bloomberg, ο κ. Μπέιλι τόνισε πως όσα δήλωσε τις ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της τράπεζας αντανακλούσαν την ανησυχία του ότι η υποχώρηση των αποδόσεων των ομολόγων θα επιτάχυνε περαιτέρω τις πληθωριστικές πιέσεις. Υποστήριξε μάλιστα πως τα στοιχήματα της αγοράς κινήθηκαν μετά τις δηλώσεις του «στη σωστή κατεύθυνση αλλά με μια υπερβολή». Σχολιάζοντας τη δικαιολογία του κ. Μπέιλι ότι δεν είναι δουλειά του να καθοδηγεί την αγορά για τα επίπεδα των επιτοκίων, ο Τζέιμι Ρας, οικονομολόγος της Bloomberg Economics, τόνισε πως «ασφαλώς και είναι δική του δουλειά να καθοδηγεί τις αγορές προς την κατεύθυνση που διευκολύνει την τράπεζα να επιτύχει τον στόχο της για τον πληθωρισμό». Και προσέθεσε ο ίδιος, «αυτό που προβλέπουν οι αγορές για τα επίπεδα των επιτοκίων επηρεάζει τελικά το πραγματικό κόστος δανεισμού».

Philip Aldrick, James Hirai και William Shaw – Bloomberg

Δεν αλλάζει θέση

Αλλαγή σελίδας στη νομισματική πολιτική-2

Εμμένοντας στη θέση που έχει επαναλάβει πολλές φορές τους τελευταίους μήνες, η πρόεδρος της ΕΚΤ τόνισε την Τετάρτη, σε ομιλία της στη Λισσαβώνα, ότι «παρά την πρόσφατη εκτόξευση του πληθωρισμού, μεσοπρόθεσμα αναμένεται να υποχωρήσει ο πληθωρισμός και επομένως δεν θα υπάρξουν οι προϋποθέσεις για αύξηση επιτοκίων μέσα στο επόμενο έτος». 

Το ζητούμενο

Αλλαγή σελίδας στη νομισματική πολιτική-3

Υπογραμμίζοντας ότι ζητούμενο είναι η πλήρης ανάκαμψη της αμερικανικής αγοράς εργασίας, ο διοικητής της Fed, Τζερόμ Πάουελ, τόνισε ότι «στην ιδανική περίπτωση θα δούμε πρώτα πρόοδο στην αγορά εργασίας και χωρίς νέο κύμα της πανδημίας και μετά θα εξετάσουμε πολλά πράγματα».

Η απάντηση

Αλλαγή σελίδας στη νομισματική πολιτική-4

Αντικρούοντας την κριτική ότι παραπλάνησε τις αγορές προειδοποιώντας για τον υψηλό πληθωρισμό και μετά διαψεύδοντας τις προσδοκίες που καλλιέργησε, εφόσον τελικά διατήρησε αμετάβλητα τα επιτόκια της στερλίνας, ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Αντριου Μπέιλι, τόνισε πως δουλειά του «δεν είναι να καθοδηγεί τις αγορές ημέρα προς ημέρα και εβδομάδα προς εβδομάδα».