ΚΟΣΜΟΣ

Βενεζουέλα, προς μια νέα Συρία «δίπλα» στις Ηνωμένες Πολιτείες

2--8

Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας για τις προεδρικές εκλογές, ο Ντόναλντ Τραμπ συχνά διαμαρτυρόταν για τις κόκκινες γραμμές του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, τις οποίες, ωστόσο, ποτέ δεν εφάρμοζε, επισημαίνοντας ότι οι ανίσχυρες ΗΠΑ επέτρεψαν στη Ρωσία να εισβάλει στη Συρία χωρίς ουσιαστική πρόκληση, κάτι που δεν θα συνέβαινε αν ο Ρώσος ηγέτης σεβόταν τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών.

Σήμερα στη Βενεζουέλα, ο πρόεδρος Τραμπ αντιμετωπίζει τη δική του κόκκινη γραμμή, πάλι αντιμέτωπος με τον πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν της Ρωσίας.

Την περασμένη εβδομάδα, η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ κλιμάκωσε τις προειδοποιήσεις της για τη ρωσική παρέμβαση στη χώρα, υποστηρίζοντας ότι η Μόσχα στηρίζει τον πρόεδρο Νικολάς Μαδούρο της Βενεζουέλας υπονομεύοντας τις ελπίδες των Αμερικανών αξιωματούχων ότι οι ένοπλες δυνάμεις της Βενεζουέλας θα τον ανατρέψουν.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν τον ηγέτη της αντιπολίτευσης Χουάν Γκουαϊδό ως νόμιμο πρόεδρο της Βενεζουέλας. Ο Τζον Μπόλτον, σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Τραμπ, δήλωσε ότι «η άφιξη περίπου 100 Ρώσων στρατιωτικών συμβούλων στη χώρα, μαζί με καινούργιους εξοπλισμούς, αποτελεί ευθεία απειλή στη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια στην περιοχή». Αραγε θα γίνει η Βενεζουέλα ο τόπος όπου ο πρόεδρος Τραμπ, που συχνά φαίνεται πρόθυμος να ανεχθεί τις πιο μεγάλες προκλήσεις του προέδρου Πούτιν, θα χαράξει τη δική του κόκκινη γραμμή; Και αν ναι, διαθέτει κάποιο σχέδιο για την εφαρμογή της;

O Μαδούρο φαίνεται να εδραιώνει την εξουσία του παρά τις οικονομικές κυρώσεις εναντίον της κυβέρνησής του και την αναγνώριση του Γκουαϊδό ως μεταβατικού προέδρου από τις ΗΠΑ και τουλάχιστον άλλα πενήντα κράτη. Ο Πούτιν μπορεί να αδράξει την ευκαιρία να επαναλάβει τα της Συρίας στη Βενεζουέλα, υποστηρίζοντας έναν ακόμα ηγέτη που πολλοί Αμερικανοί αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι πρέπει να φύγει –τον Μαδούρο αντί του Μπασάρ Αλ Ασαντ αυτή τη φορά– προκαλώντας σύγχυση στους περιφερειακούς στόχους της Ουάσιγκτον. Ωστόσο, η αμερικανική κυβέρνηση είναι εξαιρετικά προσεκτική όσον αφορά τις απειλές στρατιωτικής δράσης στη Βενεζουέλα. Αν και επισημαίνεται ότι «όλες οι εναλλακτικές βρίσκονται στο τραπέζι», δεν υπάρχουν ενδείξεις πως οποιαδήποτε στρατιωτική επέμβαση συζητείται σοβαρά.

Αντιθέτως, η αμερικανική κυβέρνηση αρχίζει να αναφέρεται σε μακρά μάχη φθοράς. Στην πραγματικότητα, ο Πούτιν διαθέτει πολλούς λόγους να επιθυμεί να διατηρηθεί ο Μαδούρο στην εξουσία. Η Ρωσία επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στη συγκέντρωση χρεών δισεκατομμυρίων δολαρίων που ο Μαδούρο οφείλει στη Μόσχα και στο Πεκίνο, κάποια από τα οποία αφορούν πετρέλαιο. Η πλήρης αποπληρωμή του χρέους μπορεί να μη γίνει ποτέ.

Η βασική πρόκληση

Για τον Τραμπ, αυτή είναι η πιο πρόσφατη επανάληψη των πολλών ρωσικών προβλημάτων του και το τελευταίο παράδειγμα της διστακτικότητάς του να μιλήσει δημόσια για τη «μοχθηρή επιρροή» της Μόσχας σε όλον τον κόσμο. 

Ολοι φαίνεται να έχουν υιοθετήσει τη στρατηγική εθνικής ασφαλείας της κυβέρνησης ότι η επανάληψη της αντιπαράθεσης των μεγάλων δυνάμεων –και όχι η τρομοκρατία– είναι η βασική πρόκληση που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ΗΠΑ.

Ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα ήταν εκείνος που διακήρυξε τον Αύγουστο του 2011 ότι «για το καλό του συριακού λαού, έφθασε το πλήρωμα του χρόνου ο πρόεδρος Ασαντ να εγκαταλείψει την εξουσία». Κι ο Ομπάμα προειδοποίησε ότι «η χρήση χημικών όπλων είναι κάτι που αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού», αλλά στη συνέχεια επέλεξε, παρότι είχαν χρησιμοποιηθεί χημικά όπλα, να μην προχωρήσει σε στρατιωτική δράση. Μόλις πριν από ένα χρόνο ο Τραμπ εξακολουθούσε να αναφέρεται στην απόφαση, δηλώνοντας σε ένα «τιτίβισμά» του ότι, «αν ο πρόεδρος Ομπάμα υπερπηδούσε την κόκκινη γραμμή που είχε χαράξει στην άμμο, η συριακή τραγωδία θα είχε τελειώσει προ καιρού».

Ο Μαδούρο μπορεί να παίρνει κάποια μαθήματα από τον Ασαντ. «Οσο ελέγχεις τους ανθρώπους που διαθέτουν τα όπλα, ακόμα και τα λιγότερο δημοφιλή και πιο καταπιεστικά καθεστώτα έχουν την ικανότητα να παραμένουν στην εξουσία για πολύ μεγαλύτερο διάστημα από ό,τι θα πίστευε κανείς» επισήμανε ο Ουίλιαμ Μπερνς, υφυπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης Ομπάμα στο νέο του βιβλίο για την αμερικανική διπλωματία «The Back Channel».