ΚΟΣΜΟΣ

Ο γνωστός άγνωστος Τσουμπάκα του «Πολέμου των άστρων»

o-gnostos-agnostos-tsoympaka-toy-polemoy-ton-astron-2315641

Ηταν η εξαιρετικά σπάνια περίπτωση ηθοποιού που έγινε διάσημος χωρίς ποτέ να ακούσουμε τη φωνή του και δίχως ποτέ να δούμε το πρόσωπό του. Εφτασε ώς τον θάνατο, στα 75 του, ως ένας παντελώς άγνωστος και την ίδια στιγμή παγκοσμίως διάσημος: ο Πίτερ Μέιχιου, ο οποίος πέθανε στις 30 Απριλίου, δεν ήταν άλλος από τον διαστημικό γορίλλα Τσουμπάκα της κινηματογραφικής σειράς του «Πολέμου των άστρων».

Ο Μέιχιου διατήρησε τον ρόλο του πανύψηλου τριχωτού εξωγήινου («Γούκι» ονομαζόταν το είδος του στη θρυλική πια «διαστημική όπερα» του Τζορτζ Λούκας) από τον πρώτο «Πόλεμο των άστρων», το 1977, έως και το «Η Δύναμη ξυπνά», το 2015. Τα τελευταία χρόνια, ο Μέιχιου υπέφερε από επιπλοκές στην υγεία του κυρίως εξαιτίας του ύψους του (έφτανε τα 2,21 μέτρα), καθηλώθηκε σε αναπηρικό αμαξίδιο, τα πράγματα χειροτέρεψαν με μια βαριά πνευμονία, η οποία ίσως να στάθηκε η αιτία για να σταματήσει η κουρασμένη καρδιά του.

Και όμως, είχε μεγάλη καρδιά: με την είδηση του θανάτου του, οι βασικοί συμπρωταγωνιστές του από το μακρινό 1977, ο Μαρκ Χάμιλ (Λουκ Σκαϊγουόκερ στην κινηματογραφική σειρά) και ο Χάρισον Φορντ (Χαν Σόλο, του οποίου πιστός σύντροφος στα όπλα ήταν ο Τσουμπάκα), με δηλώσεις τους εξέφρασαν εκ βαθέων μια γνήσια λύπη, τονίζοντας ότι και οι δύο έχασαν έναν αληθινό και πιστό φίλο.

Εννοείται ότι ο Μέιχιου εμφανίστηκε και σε άλλες ταινίες (λιγοστές όμως) με το πραγματικό του πρόσωπο, τις οποίες όμως ουδείς θυμάται. Ουσιαστικά, το πρόσωπό του, τα διαπεραστικά, θλιμμένα και βαθιά ανθρώπινα μάτια του τώρα έγιναν γνωστά στο ευρύ κοινό, με τον θάνατό του.

Πώς θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο πέρα από τη σάγκα του Λούκας όμως; Γεννημένος στο Σάρεϊ το 1944, ήταν ένας νεαρός άσημος ηθοποιός που έβγαζε τα προς το ζην εργαζόμενος στο τμήμα ακτινοβολιών νοσοκομείου του Λονδίνου όταν πληροφορήθηκε ότι ο Τζορτζ Λούκας έκανε οντισιόν «ψάχνοντας για κάποιον ψηλό». Προς στιγμήν, παραλίγο να πάρει τον ρόλο του Τσουμπάκα ο επίσης ψηλός Ντέιβιντ Πράις, ο οποίος όμως ανέλαβε τον ρόλο του απόλυτου κακού της σειράς, του Νταρθ Βέιντερ (και του Πράις το πρόσωπο δεν είδαμε ποτέ, ενώ και η φωνή του ντουμπλαρίστηκε από τον διάσημο μαύρο ηθοποιό Τζέιμς Ερλ Τζόουνς, καθώς η δική του ήταν αφύσικα ψιλή και αστεία για το ανάστημα ενός «άρχοντα της σκοτεινής πλευράς της Δύναμης»). Λέγεται πως με το που είδε ο Λούκας τον Μέιχιου του έδωσε αμέσως τον ρόλο του Τσουμπάκα. Και ο Μέιχιου πήρε τον ρόλο πολύ ζεστά, μελετώντας νυχθημερόν αρκούδες και πιθήκους στον ζωολογικό κήπο του Λονδίνου. (Για όσους αναρωτιέστε, όχι, τα γρυλίσματα στη σειρά δεν είναι δικά του αλλά ντουμπλαρισμένα από φωνές πραγματικών ζώων).

Κάπως έτσι «γεννήθηκε» ο αγαθός γίγας Τσουμπάκα, ο 200 ετών πιστός σύντροφος και προστάτης του κυνικού (αρχικά) λαθρέμπορου Χαν Σόλο, συγκυβερνήτης του στο επίσης φημισμένο διαστημόπλοιο «Μιλένιουμ Φάλκον» υπό τους ήχους της επιβλητικής μουσικής υπόκρουσης του μεγάλου Τζον Ουίλιαμς (ένα ακόμη σήμα κατατεθέν του έπους του Λούκας: η μουσική του), σκληροτράχηλος και αφοσιωμένος μαχητής κατά των δυνάμεων του Κακού, απρόσμενα ευφυής αλλά και πολύ δύσκολος στο να αποδέχεται την ήττα του σε μια παρτίδα διαστημικού σκακιού. Οταν δε στο φινάλε τού «Η Αυτοκρατορία αντεπιτίθεται», ο Νταρθ Βέιντερ καταψύχει τον Χαν Σόλο, θυμάται κανείς το θρηνητικό γρύλισμα και κυρίως το υγρό βλέμμα του Τσουμπάκα βλέποντας τον αγαπημένο του φίλο να υποβάλλεται σε ένα τέτοιο βασανιστήριο (ναι, παιδιά ήμαστε όταν το είδαμε, κατάφερε να μας συγκινήσει).

Οπως είπαμε, ο Μέιχιου διατήρησε τον εμβληματικό ρόλο τόσο στο «Η Αυτοκρατορία αντεπιτίθεται» και «Η επιστροφή των Τζεντάι» (που συμπληρώνουν την πρώτη, και ανυπέρβλητη, τριλογία με την οποία η μυθολογία του «Πολέμου των άστρων» απέκτησε την αίγλη του θρύλου και αυτή την απρόσμενη αντοχή στον χρόνο), αλλά και στις επόμενες συνέχειες (λιγότερο καλές – ή, απλώς, είχαμε πια μεγαλώσει) έως και το 2015, οπότε τα προβλήματα υγείας δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει.

Ωστόσο, ο Τσουμπάκα υπερέβη τα σύνορα του Star Wars: δεν είναι τόσο ότι έγινε βίντεο γκέιμ όσο ότι ο ίδιος ο Μέιχιου επιδόθηκε, ως Τσουμπάκα, σε σειρά φιλανθρωπικών εμφανίσεων σε νοσοκομεία παίδων, ενώ έγραψε και δύο βιβλία για εφήβους, μέσα από τα οποία περνούσε την άποψη πως το να είσαι διαφορετικός (βίωμα του ιδίου από τα νιάτα του, καθώς το υπερβολικό του ύψος ήταν αποτέλεσμα πάθησης) όχι μόνο δεν είναι κάτι για το οποίο πρέπει να ντρέπεσαι, αλλά, αντίθετα, μπορεί να είναι και δείγμα ιδιαίτερης αξίας.

Ο Μέιχιου ήταν παντρεμένος και είχε τρεις κόρες. Με την οικογένειά του ζούσε στο Τέξας (η γυναίκα του ήταν Αμερικανίδα, ο ίδιος είχε πολιτογραφηθεί Αμερικανός το 2005) και διηύθυνε φιλανθρωπικό ίδρυμα, το οποίο ανέλαβε να συνεχίσει η χήρα του.

Μπορεί, πάντως, οι Χάμιλ και Φορντ να έχασαν ένα φίλο, αλλά πολλοί από εμάς, τα παιδιά της δεκαετίας του ’70, νιώθουμε ότι χάσαμε κάτι πολύ δικό μας. Οταν πριν από λίγα χρόνια βρέθηκα στον κινηματογράφο με τον τετράχρονο γιο καλού φίλου για να δούμε παρέα οι τρεις μας μία από τις νέες συνέχειες του «Πολέμου των άστρων», εντυπωσιάστηκα από τον ενθουσιασμό και την αγάπη όλου του (παιδικού) κοινού της (κατάμεστης) αίθουσας. Είναι εντυπωσιακό ότι επτάχρονος κάποτε, σε μια αίθουσα με τρύπια καθίσματα το 1977, ένιωσα όπως αυτοί οι μικροί και οι μικρές σε ένα σύγχρονο μούλτιπλεξ του 2014. Τόσες δεκαετίες αργότερα, και από το σελιλόιντ στην ψηφιακή τεχνολογία, η αίγλη του Τσουμπάκα και των άλλων χαρακτήρων του δημιουργήματος του Λούκας δεν λένε να υποκύψουν στον ανελέητο χρόνο.

Τελικώς, ο Τσουμπάκα πήρε το παράσημο που του άξιζε. Βλέπετε, στην καταληκτική σεκάνς του πρώτου «Πολέμου των άστρων», όπου παρασημοφορούνται οι Λουκ Σκαϊγουόκερ και Χαν Σόλο, για άγνωστο λόγο, ο Τσουμπάκα δεν παίρνει απολύτως τίποτα. Επί σειράν ετών, σε συνεντεύξεις, το γεγονός σχολιαζόταν, αλλά ο Μέιχιου είχε έτοιμη την απάντηση: «Δίκιο έχετε, αλλά η ταινία κλείνει με ένα βροντερό γρύλισμα: του Τσουμπάκα». Κάπως έτσι, ο Πίτερ Μέιχιου «γρύλισε» για τελευταία φορά στη ζωή του, ταξιδεύοντας πλέον «σε ένα γαλαξία μακρινό, πολύ μακρινό…».