ΚΟΣΜΟΣ

«Πραξικόπημα» υψηλού ρίσκου

s21_120519_turkey
ap_19130102300228

Επειτα από έναν μήνα εντάσεων και αυξανόμενης ανησυχίας για την οικονομία, οι δημοκρατικές μάσκες έπεσαν ολοκληρωτικά στην Τουρκία. Τη Δευτέρα το απόγευμα, το Ανώτατο Εκλογικό Συμβούλιο της χώρας αποφάσισε να ακυρώσει το αποτέλεσμα των δημαρχιακών εκλογών της Κωνσταντινούπολης που έγιναν στις 31 Μαρτίου και χάρισαν τη νίκη στον δημοφιλή υποψήφιο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, Εκρέμ Ιμάμογλου.

Η απόφαση ελήφθη έπειτα από μια θύελλα ενστάσεων από την πλευρά του κυβερνώντος κόμματος AKP, και δηλώσεις του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν περί «νοθείας, αμέτρητων παρατυπιών και στήριξης της τρομοκρατίας» από την πλευρά της αντιπολίτευσης – παρά το γεγονός πως ο κυβερνητικός συνασπισμός κέρδισε το 51% των ψήφων σε ολόκληρη τη χώρα. Το Εκλογικό Συμβούλιο αρνήθηκε την πλειονότητα των αιτημάτων της κυβέρνησης, προτού υποκύψει τελικά στην ένσταση, πως ορισμένοι εκλογικοί υπάλληλοι είχαν διοριστεί αντικανονικά, και ορίσει νέες εκλογές για τις 23 Ιουνίου.

Η απόφαση του Εκλογικού Συμβουλίου δημιούργησε κύμα αντιδράσεων στους δρόμους της Πόλης, πρωτοφανές για τη μεταπραξικοπηματική πραγματικότητα της χώρας. Εκατοντάδες πολίτες ξεχύθηκαν στις γειτονιές του Μαλτεπέ και του Καντίκιοϊ, χτυπώντας κατσαρόλες και φωνάζοντας αντικυβερνητικά συνθήματα. Κύριο αίτημα τόσο των διαδηλωτών όσο και των εκπροσώπων της αντιπολίτευσης ήταν η ασυνέπεια και το «διάτρητο» της απόφασης του Εκλογικού Συμβουλίου – άλλωστε τόσο στις υπόλοιπες εκλογές της 31ης Μαρτίου, όσο και στις προεδρικές εκλογές του 2018, δεκάδες εκλογικοί υπάλληλοι είχαν συμμετάσχει στη διαδικασία υπό τις ίδιες συνθήκες, γεγονός που δεν φάνηκε να ενοχλεί τότε το AKP.

Πέρα από την επίδειξη ισχύος του Ερντογάν πάνω στα θεσμικά όργανα της χώρας, η ακύρωση των εκλογών της Κωνσταντινούπολης ανέδειξε και μια νέα πραγματικότητα στην τουρκική πολιτική σκηνή: ένα πρωτοφανές εσωτερικό σχίσμα στο κυβερνών κόμμα λόγω της πλέον διαφανούς παρέμβασής του στις δημοκρατικές διαδικασίες. Σύμφωνα με μαρτυρίες από τη νύχτα των εκλογών, ο Τούρκος πρόεδρος ξέσπασε σε υστερία παρακολουθώντας τα αποτελέσματα, πιέζοντας σκληρά τον υποψήφιο του κόμματός του και πρώην πρωθυπουργό Μπιναλί Γιλντιρίμ να μην παραδεχθεί τα αποτελέσματα, παρά τη θέλησή του. «Δεν είμαι ο τύπος ανθρώπου που θα προσπαθήσει να κερδίσει εκλογές που χάθηκαν», ανέφερε ο Γιλντιρίμ την περασμένη εβδομάδα, στέλνοντας ένα ακόμη μετριοπαθές σημάδι – ωστόσο αυτή την εβδομάδα, έπειτα από ομιλίες με τον Ερντογάν αναγκάστηκε να ανακοινώσει με απροθυμία την υποψηφιότητά του.

Πολιτικές διεργασίες

Στο παρασκήνιο, στενοί πρώην σύμμαχοι τού Ερντογάν, συμπεριλαμβανομένων του πρώην πρωθυπουργού Αχμέτ Νταβούτογλου και του πρώην υπουργού Οικονομικών Αλί Μπαμπατζάν, φαίνεται να ετοιμάζουν δική τους παράταξη, ως αντίδραση στον αυταρχισμό του προέδρου, την έλλειψη αποδοχής οποιασδήποτε κριτικής από τον νέο στενό του κύκλο και την πλέον συστηματική συνεργασία του AKP με το κόμμα των εθνικιστών.

Οι συνέπειες της ακύρωσης των εκλογών δεν περιορίστηκαν στην τουρκική κοινωνία και στο πολιτικό φάσμα της χώρας. Επειτα από την ανακοίνωση του Εκλογικού Συμβουλίου, η τουρκική λίρα έφτασε στο ναδίρ των τελευταίων οκτώ μηνών, εν μέσω ανησυχίας των επενδυτών για αυξημένη πολιτική αστάθεια. Η διεθνής κοινότητα επίσης αφαίρεσε το προσωπείο της ευγένειας απέναντι στο τουρκικό καθεστώς, με την αρμόδια Ευρωπαία επίτροπο Φεντερίκα Μογκερίνι να αναφέρει πως η απόφαση επηρεάζει «την καρδιά των σχέσεων ανάμεσα στην Ε.Ε. και στην Τουρκία».

Με μία σειρά φανερών επιπτώσεων για το κυβερνών κόμμα, αναρωτιέται κάποιος αν η ακύρωση των εκλογών αποτελεί ρίσκο για τον Τούρκο πρόεδρο. Ωστόσο, ο Ερντογάν έχει πλέον μερικά καινούργια όπλα στον αγώνα του να επανακατακτήσει την Πόλη – πέρα από τον έλεγχο του 90% των μέσων ενημέρωσης της χώρας. Διαθέτει, από τις 19 Απριλίου, πλήρη έλεγχο του κρατικού πρακτορείου Αναντολού, το οποίο δημοσιεύει κάθε εκλογικό αποτέλεσμα. Ταυτόχρονα, η Κωνσταντινούπολη αντιπροσωπεύει σχεδόν το ένα τρίτο της τουρκικής οικονομίας και εδώ και χρόνια παίζει κεντρικό ρόλο στα γρανάζια της πολιτικής μηχανής του Ερντογάν, δημιουργώντας πιστά δίκτυα υποστήριξης στην επιχειρηματική κοινότητα.

Η Κωνσταντινούπολη έχει ίσως και μια συμβολική σημασία για τον Τούρκο πρόεδρο. Από εκεί, άλλωστε, ξεκίνησε τη θυελλώδη καριέρα του στην πολιτική ως δήμαρχος της Πόλης, με μια δήλωση του 1996 που αποδεικνύεται ολοένα και πιο προφητική: «Η δημοκρατία είναι σαν ένα λεωφορείο, όταν με οδηγήσει στη στάση μου σκοπεύω να κατέβω».

Ο Ιμάμογλου

Με το σύνηθες ευγενικό ύφος του, ο νικητής των εκλογών της 31ης Μαρτίου Εκρέμ Ιμάμογλου απευθύνθηκε σε πλήθος διαδηλωτών τη Δευτέρα με ένα μήνυμα αισιοδοξίας. «Ολα θα πάνε καλά», ανέφερε ο 48χρονος ανερχόμενος πολιτικός ενώ έβγαζε το σακάκι του και δίπλωνε τα μανίκια του – μια φράση που μέσα σε λίγα λεπτά αναδείχθηκε στις κορυφαίες παγκόσμιες τάσεις στο Twitter. «Είμαστε διψασμένοι για δημοκρατία, είμαστε νέοι, και κανείς δεν μπορεί να σταματήσει τη φωνή του λαού», συμπλήρωσε. Παρότι οι περισσότεροι αντίπαλοι του Ερντογάν προσπάθησαν να τον ανταγωνιστούν σε λαϊκισμό, ο Ιμάμογλου εκπροσωπεί τη νέα μετριοπαθή στρατηγική για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, που ο ίδιος αποκαλεί «ριζοσπαστική αγάπη» και η οποία στοχεύει να προσελκύσει πρώην οπαδούς του AKP. Ο Ιμάμογλου απολαμβάνει τη στήριξη του Καλού Κόμματος της Μεράλ Ακσενέρ, αλλά και του κουρδικού κόμματος (HDP), το οποίο δεν κατέβασε υποψήφιο, ενθαρρύνοντας έμμεσα τη βάση του να ψηφίσει τον Ιμάμογλου.