ΚΟΣΜΟΣ

Η «εγκυκλοπαίδεια» της λογοκρισίας από τον Ταγίπ Ερντογάν

Η «εγκυκλοπαίδεια» της λογοκρισίας από τον Ταγίπ Ερντογάν

Ο ολισθηρός κατήφορος της ελευθερίας του Τύπου στην Τουρκία είναι, εδώ και αρκετά χρόνια, μια ευρέως γνωστή πραγματικότητα. Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, το καθεστώς Ερντογάν τοποθέτησε περισσότερους δημοσιογράφους πίσω από τα σίδερα των φυλακών από οποιαδήποτε κυβέρνηση του πλανήτη, ενώ με την εξαγορά του γιγαντιαίου επικοινωνιακού ομίλου Ντογάν από τον στενό φίλο του Τούρκου προέδρου, Ερντογάν Ντεμίρορεν, πάνω από το 90% του ενημερωτικού οικοσυστήματος βρίσκεται πλέον φίλα προσκείμενο στην τουρκική κυβέρνηση. Λιγότερο γνωστή, ωστόσο, είναι η επέκταση της λογοκρισίας και του σκοταδισμού στο Διαδίκτυο της γείτονος χώρας.

Στην κορυφή των αμέτρητων περιστατικών της διαδικτυακής λογοκρισίας βρίσκεται αδιαμφισβήτητα η σοκαριστική απαγόρευση της δημοφιλούς διαδικτυακής εγκυκλοπαίδειας Wikipedia, η οποία πριν από μερικές εβδομάδες συμπλήρωσε τη σκοτεινή επέτειο δύο χρόνων εξαφάνισης από τον τουρκικό κυβερνοχώρο. Στις 29 Απριλίου του 2017, οι Τούρκοι χρήστες του Διαδικτύου διαπίστωσαν έκπληκτοι πως οι τουρκικές αρχές είχαν μπλοκάρει όλες τις εκδόσεις της εγκυκλοπαίδειας, καθώς με την επίσκεψή τους στην ιστοσελίδα συναντούσαν το κοφτό μήνυμα «δεν είναι δυνατή η πρόσβασή σας στον συγκεκριμένο ιστότοπο».

Αφορμή στάθηκαν δύο λήμματα της Wikipedia, με κυριότερο ένα αποκαλυπτικό άρθρο που ανέφερε πως ο γαμπρός του Τούρκου προέδρου και πλέον υπουργός Οικονομίας, Μπεράτ Αλμπαϊράκ, ενεπλάκη σε εμπόριο πετρελαίου με τρομοκράτες του Ισλαμικού Κράτους. Ο ισχυρισμός της λεγόμενης “δημοκρατικής εγκυκλοπαίδειας” βασίστηκε σε 57.000 προσωπικά μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του Αλμπαϊράκ, τα οποία είδαν το φως της δημοσιότητας χάρη σε διαρροές του οργανισμού WikiLeaks. Ωστόσο, η απλή αναφορά στους ισχυρισμούς από την πλευρά της Wikipedia θεωρήθηκε «απειλή της δημόσιας τάξης, της εθνικής ασφάλειας και της ευημερίας των Τούρκων πολιτών» από τις τουρκικές αρχές, και βάσει ενός νεφελώδους νόμου που επέβαλε η τουρκική κυβέρνηση λίγο μετά τις διαμαρτυρίες στο πάρκο Γκεζί, η εγκυκλοπαίδεια πέρασε ταχέως στη ψηφιακή λήθη.

Η αντίδραση της δημοφιλέστερης εγκυκλοπαίδειας του Διαδικτύου πέρασε από διάφορες εκφάνσεις. Αρχικά, η Wikipedia δοκίμασε την τύχη της στα τουρκικά δικαστήρια, υποβάλλοντας την ένστασή της για την απαγόρευση στο 1ο Ποινικό Δικαστήριο της Αγκυρας – ωστόσο το αίτημα απορρίφθηκε σε λιγότερο από δύο εικοσιτετράωρα.

Τα επόμενα δύο χρόνια, η εγκυκλοπαίδεια αφοσιώθηκε σε μία γιγάντια διαδικτυακή καμπάνια με το σύνθημα «Τουρκία, μας λείπεις», η οποία κέρδισε μεν τη συμπάθεια της παγκόσμιας κοινότητας, ωστόσο δεν κατάφερε να επηρεάσει τις τουρκικές αρχές. Πριν από μία εβδομάδα, η Wikipedia κλιμάκωσε τις προσπάθειές της, στέλνοντας επίσημο αίτημα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ωστόσο, αν κρίνει κανείς από την προϊστορία αντίστοιχων υποθέσεων, η Τουρκία είναι πιθανότερο να προτιμήσει να πληρώσει πρόστιμο παρά να αποκαταστήσει την πρόσβαση στην ιστοσελίδα.

Αυτολογοκρισία

Δυστυχώς, η απαγόρευση της Wikipedia απέχει πολύ από ένα μεμονωμένο περιστατικό. Τουλάχιστον 127.000 ιστότοποι εκτιμάται ότι έχουν μπλοκαριστεί στην Τουρκία, και μαζί τους άλλες 95.000 προσωπικές ιστοσελίδες. Σταδιακά, η λογοκρισία δίνει τη θέση της στην αυτολογοκρισία, καθώς εκατοντάδες χρήστες μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχουν διωχθεί ποινικά για τις αναρτήσεις τους – με τελευταίο παράδειγμα τον οικονομολόγο Μουσταφά Σονμέζ, ο οποίος κρατήθηκε από τις τουρκικές αρχές επειδή η κριτική του για την κατάσταση της οικονομίας θεωρήθηκε προσβλητική απέναντι στον Τούρκο πρόεδρο. Το αφήγημα περί «παγκόσμιας συνωμοσίας εναντίον της Τουρκίας», το οποίο υφάνθηκε για να δικαιολογήσει την απαγόρευση της Wikipedia, χρησιμοποιείται πλέον εναντίον κάθε διεθνούς μέσου όπως το Bloomberg ή το Reuters όταν αναφέρονται στην κλονισμένη οικονομία της χώρας, ενώ ταυτόχρονα ενέπνευσε την Κίνα να γίνει η δεύτερη χώρα παγκοσμίως που μπλόκαρε τη διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια τον Απρίλιο του 2019.

Ενώ η παραδοσιακή και η διαδικτυακή ενημέρωση γονατίζουν στο καθεστώς του Ερντογάν, φαίνεται πως η μόνη κριτική που ασκείται έγκειται στον αυθορμητισμό των δημοσιογράφων. Πρόσφατα, κατά τη διάρκεια προβολής ρεπορτάζ για τα έργα της κυβέρνησης στην νήσο Πλάτη της Κωνσταντινούπολης, ο φιλοκυβερνητικός παρουσιαστής Ογούζ Χακσεβέρ δεν συνειδητοποίησε πως το μικρόφωνό του ήταν ανοιχτό. «Εχετε καταστρέψει το νησί», ανέφερε ο Τούρκος δημοσιογράφος άθελά του, προτού το μικρόφωνό του κλείσει και η εκπομπή οδηγηθεί έκτακτα σε διαφημιστικό διάλειμμα.