ΚΟΣΜΟΣ

«Σκέφτομαι ότι θα έπρεπε να είμαι στο χώμα, όπως όλοι οι υπόλοιποι»

france_dday-thumb-large--2

Πέρασαν 75 χρόνια. Οι συμπολεμιστές τους, όσοι γλίτωσαν από το σφαγείο της απόβασης στη Νορμανδία, έχουν υποκύψει στο αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου. Εκείνοι όμως είναι παρόντες, θυμούνται και θυμίζουν στους νεότερους τι συνέβη στη μεγαλύτερη αμφίβια επιχείρηση του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι βετεράνοι της D-Day επέστρεψαν στη Νορμανδία, κάποιοι για πρώτη φορά από τότε. Για κείνους, οι μεγάλες παραλίες που στα μάτια των συγχρόνων δεν είναι παρά ατέλειωτες εκτάσεις άμμου, είναι γροθιές στο στομάχι. Τις θυμούνται να σείονται από τους κανονιοβολισμούς με τους οποίους οι σύμμαχοι προσπαθούσαν να ανοίξουν διαδρόμους για την απόβαση, ακούν τις σφαίρες να σφυρίζουν παντού, νιώθουν τα τραύματά τους και βλέπουν τους νεκρούς, τους δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες που έχασαν τη ζωή τους στις μάχες που ξεκίνησαν την 6η Ιουνίου 1944.

Αναζητώντας δύο τάφους

«Εγιναν πολλά», λέει ο 94χρονος Βρετανός Τζον Ιντεν. «Ξανάρχονται συναισθήματα που δεν θέλει κανείς να ξανανιώσει. Ημουν ένας τρομοκρατημένος πιτσιρικάς». Γιατί όμως επέστρεψε και δεν άφησε τα φαντάσματα του παρελθόντος στο παρελθόν. «Τι να πω, πέρασα τέσσερα χρόνια στον στρατό και αυτό ήταν μέσα σε αυτά τα χρόνια. Μια εμπειρία που δεν μπορείς πραγματικά να κατανοήσεις, μπορείς; Δεν μπορείς να φανταστείς πώς το έκανες».

Περισσότερο από τις τιμές ηρώων με τις οποίες περιέβαλαν τους γέροντες οι νεότερες γενιές, περισσότερο από τη λάμψη των μεταλλίων που άστραφταν στον νορμανδικό ήλιο, οι βετεράνοι επέστρεψαν για να τιμήσουν αυτούς που έπεσαν πλάι τους. Στα τεράστια νεκροταφεία των πεσόντων, ο Ιντεν θέλησε να αναζητήσει δύο συγκεκριμένους τάφους.

«Με έχει στοιχειώσει για όλη μου τη ζωή», είπε ο επίσης 94χρονος Ρέι Μέλορς. «Σκέφτομαι ότι δεν θα έπρεπε να ήμουν εδώ, θα έπρεπε να είμαι στο χώμα, όπως όλοι οι υπόλοιποι». Οι σύμμαχοι γνώριζαν ότι οι ναζί δεν θα επέτρεπαν χωρίς μάχη την ανακατάληψη της Γαλλίας. Αλλά υπολόγιζαν ότι αν στείλουν αρκετά μεγάλο αριθμό ανδρών, κάποιοι θα προχωρήσουν. Ετσι, πάνω από 132.000 στρατιώτες, κυρίως Αμερικανοί, Βρετανοί και Καναδοί, αποβιβάστηκαν σε πέντε παραλίες της Νορμανδίας διά θαλάσσης και πάτησαν στη γη από αέρος. Ο Μέλορς ήταν ένας από αυτούς – πέρασε από τη Νορμανδία στο Βέλγιο, εν συνεχεία στην Ολλανδία και έφθασε ώς το Βερολίνο. «Συνέχεια έλεγα ότι θα έρθει η σειρά μου, αλλά δεν ήρθε», συμπλήρωσε.

Στις 6 Ιουνίου 1944, η Μάγχη είχε γεμίσει συμμαχικά σκάφη που ήταν τόσο κοντά το ένα στο άλλο, ώστε θα μπορούσε κανείς σχεδόν να τη διασχίσει με τα πόδια. Ομως στην πραγματικότητα η διάσχιση ήταν κάθε άλλο παρά περίπατος, καθώς τα αποβατικά δεν είχαν καρίνα και κουνούσαν πολύ, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι στρατιώτες να πάθουν ναυτία.

Με το που πατούσαν το πόδι τους στη στεριά, τους θέριζαν τα γερμανικά πυροβόλα.

Αλεξιπτωτιστές ετών 90

Κάποιοι από τους αλεξιπτωτιστές που εκείνη την ημέρα έπεσαν πίσω από τις γραμμές των ναζί έπεσαν εκ νέου με αλεξίπτωτα στην ίδια περιοχή την εβδομάδα που πέρασε. Θα φανταζόταν κανείς ότι το άλμα με αλεξίπτωτο μετά τα 90 είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση, αλλά οι βετεράνοι είχαν μέτρο σύγκρισης: αυτή τη φορά δεν έπεσαν μόνοι τους αλλά με συνοδό, δεν ήταν νύχτα, δεν κουβαλούσαν εξοπλισμό και κανείς δεν τους σημάδευε από το έδαφος με όπλα – παρά μόνο με κάμερες και φωτογραφικές μηχανές.

Τότε, όπως και τώρα, η υποδοχή από τους κατοίκους της γαλλικής επαρχίας ήταν εγκάρδια. «Ηταν ευγνώμονες που τους απελευθερώσαμε», θυμάται ο Νταγκ Χάριγκτον, που αποβιβάστηκε στην Νορμανδία 19 ημέρες μετά το πρώτο κύμα και ενίσχυσε τις δυνάμεις που προήλαυναν στη Γαλλία. «Συνέχεια μάχες, συνέχεια σκοτωμοί, χάσαμε πολλούς φίλους», λέει. Ολα αυτά ανάμεικτα με τις εικόνες χαράς στα χωριά που απελευθερώνονταν από τους ναζί. «Ηταν ευγνώμονες κι εγώ πολύ χαρούμενος που το έκανα», τονίζει.