ΚΟΣΜΟΣ

Εκλογική νίκη της συμμαχίας υπό τον Σαλβίνι στην Ούμπρια

gkat_10_3010_page_1_image_0002

Θεαματική νίκη στην περιφέρεια της Ούμπρια κατέγραψε η κομματική συμμαχία υπό την ηγεσία του ακροδεξιού τέως υπουργού Εσωτερικών Ματέο Σαλβίνι, βάζοντας τέλος σε μισόν αιώνα αριστερής διακυβέρνησης και κλονίζοντας την αντοχή της ιταλικής κυβέρνησης. Η Ντονατέλα Τεζέι, της Λέγκας, εξελέγη περιφερειακή πρόεδρος της Ούμπρια συγκεντρώνοντας το 57% των ψήφων κατά την εκλογική αναμέτρηση της Κυριακής. Η Τεζέι υποστηρίχθηκε και από μικρότερα κόμματα, όπως το ακροδεξιό Αδέλφια της Ιταλίας και το Φόρτσα Ιτάλια του Σίλβιο Μπερλουσκόνι.

Το εκλογικό αποτέλεσμα σημαίνει ότι ο συνασπισμός του Κινήματος 5 Αστέρων και του κεντροαριστερού Δημοκρατικού Κόμματος μάλλον απέτυχε στην πρώτη εκλογική του δοκιμή, καθώς ο κοινός υποψήφιος Βιντσέντζο Μπιανκόνι, που υποστηρίχθηκε και από άλλα αριστερά και «πράσινα» κόμματα, συγκέντρωσε μόλις το 37% των ψήφων. Η εκλογική αναμέτρηση στην επαρχία της Ούμπρια, η οποία αριθμεί 900.000 κατοίκους, επιταχύνθηκε κατά ένα έτος, μετά την παραίτηση της προέδρου Κατιούσα Μαρίνι, μέλος του Δημοκρατικού Κόμματος, τον Απρίλιο, ύστερα από έρευνα για παράνομη πρόσληψη προσωπικού σε νοσοκομείο της Περούτζα.

Οπως επισημαίνουν πολιτικοί αναλυτές, μέσα σε μόλις δύο χρόνια, η συμμαχία της ιταλικής Δεξιάς υπό την ηγεσία της Λέγκας έχει καταλήξει από το να διοικεί αρχικώς τρεις περιφέρειες (Λιγυρία, Λομβαρδία, Βένετο) να έχει πλέον υπό τον έλεγχό της δώδεκα. Η άλωση του παραδοσιακού προπύργιου της Αριστεράς, της Ούμπρια, είναι η τελευταία επιτυχία της συμμαχίας υπό την ηγεσία του Σαλβίνι, αποδεικνύοντας ότι ο ίδιος δεν επλήγη στο παραμικρό από την εκπαραθύρωσή του από την εξουσία, μετά τον σχηματισμό της κεντροαριστερής κυβέρνησης συνεργασίας του Δημοκρατικού Κόμματος και του Κινήματος 5 Αστέρων.

Οπως τονίζει σε χθεσινή έκθεσή του το ερευνητικό Ινστιτούτο Κατάνεο, δεν πρόκειται απλώς για μεταβολή του εκλογικού αποτελέσματος στην Ούμπρια, αλλά για ριζική μεταστροφή του εκλογικού σώματος, με χρονική αφετηρία τη νίκη της Κεντροδεξιάς στη Σικελία το 2017 και την καθαρή ενίσχυση των πλέον ριζοσπαστικών στοιχείων του εθνικισμού.