ΚΟΣΜΟΣ

Αρχίζει αμερικανορωσικός διάλογος εφ’ όλης της ύλης

«ΗΠΑ και Ρωσία έχουν ανοίξει μια μεγάλη διαπραγμάτευση». Υπό τον τίτλο αυτό η «Μοντ» της Τετάρτης 7.11 αφιερώνει μια ολόκληρη σελίδα στη νέα, μετά τα τρομοκρατικά πλήγματα της 11.9, δυναμική των σχέσεων Ουάσιγκτον – Μόσχας. «Από την αντιπαλότητα στη φιλία: Οι αμερικανορωσικές σχέσεις υπό επανεξέταση» είναι ο τίτλος προχθεσινής ανάλυσης – ανταπόκρισης του Ρόιτερς από τη ρωσική πρωτεύουσα. «Ξαφνικά τόσο καλοί γείτονες» είναι ο τίτλοςστο εξώφυλλο του χθεσινού «Εκόνομιστ», που αφιερώνει το κύριο άρθρο του στην αμερικανορωσική συνάντηση κορυφής της Ουάσιγκτον την επόμενη εβδομάδα.

Μέρα με τη μέρα η απόφαση του προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν να στηρίξει κατ’ αρχήν την εκστρατεία της Ουάσιγκτον κατά της παγκόσμιας τρομοκρατίας και στη συνέχεια να διαπαραγματευθεί σκληρά τους όρους και το πλαίσιο μιας συνολικής διευθέτησης των διμερών εκκρεμοτήτων προβάλλει σαν η πιο σημαντική εξέλιξη του διπλωματικού μετώπου των δύο τελευταίων μηνών.

Οι ΗΠΑ υπολογίζουν ως ζωτικής σημασίας για την εξέλιξη των επιχειρήσεων στο Αφγανιστάν τη στήριξη των χωρών της Κεντρικής Ασίας, μιας περιοχής που η Ρωσία θεωρεί ως αδιαμφισβήτητη ζώνη επιρροής της, «εγγύς εξωτερικό» όπως λέγεται στο διπλωματικό λεξιλόγιο της Μόσχας. Η διεύρυνση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς, που θα συμπεριλάβει τις Βαλτικές Χώρες, συνιστά μια ταυτόχρονη πρόκληση για τις ΗΠΑ και τη Ρωσία. Η Μόσχα δεν μπορεί να παρακολουθήσει ως θεατής χωρίς δικαίωμα λόγου την ένταξη πρώην Σοβιετικών Δημοκρατιών στην Ατλαντική Συμμαχία, ενώ η Ουάσιγκτον δεν μπορεί, με δεδομένες τις δυσχέρειες της διεύρυνσης της Ε.Ε. να εγκαταλείψει τη μόνη ορατή προοπτική άρσης της γεωπολιτικής περιθωριοποίησης των πρώην χωρών-μελών του Συμφώνου της Βαρσοβίας.

Τρίτη και σημαντικότερη εκκρεμότητα είναι βέβαια η απόφαση της κυβέρνησης Μπους να προχωρήσει στην υλοποίηση του προγράμματος της Αντιπυραυλικής Ασπίδας, μια επιλογή που θα ακυρώσει την αμερικανοσοβιετική συμφωνία ΑΒΜ του 1972 που απαγόρευε την εγκατάσταση συστημάτων αντιπυραυλικής προστασίας.

Αν λοιπόν η σπουδή του Πούτιν να προσυπογράψει επί της αρχής την ανάγκη αντιμετώπισης της τρομοκρατίας ως παγκόσμιας πρόκλησης υψίστης προτεραιότητας, δηλώνει την απόφαση της Μόσχας για μια εφ’ όλης της ύλης διαπραγμάτευση με την Ουάσιγκτον εύλογα τίθεται το ερώτημα ως προς τις επιμέρους θέσεις της ρωσικής διπλωματίας στις τρεις παραπάνω κατηγορίες διμερών εκκρεμοτήτων.

Η Αντιπυραυλική Αμυνα προβάλλει ως το πεδίο στο οποίο η Μόσχα θα εγκαταλείψει τη μέχρι στιγμής άκαμπτη απορριπτική της θέση και θα επιδιώξει έναν ρεαλιστικό συμψηφισμό της κατάργησης της συνθήκης ΑΒΜ πιθανότατα στο επίπεδο της δραστικής μείωσης του αριθμού των υπαρχουσών πυρηνικών κεφαλών.

Αντιθέτως η Ανατολική Ευρώπη, η Κεντρική Ασία και ο Καύκασος θα αναδειχθούν ως οι περιοχές όπου δεν θα αμφισβητηθεί ο βαρύνων λόγος της Μόσχας με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.Σε ό,τι αφορά ειδικότερα το δεύτερο κύμα διεύρυνσης του ΝΑΤΟ, για το οποίο διατυπώθηκε χθες η αναμενόμενη θεσμική αρνητική τοποθέτηση του Συμβουλίου Ασφαλείας της Ρωσίας, η πιο πιθανή εξέλιξη είναι η διατύπωση μιας ουσιαστικής ειδικής σχέσης της Ατλαντικής Συμμαχίας με τη Μόσχα, καθώς η συμφωνία που υπέγραψε ο Γέλτσιν στο Παρίσι το 1997 απεδείχθη περιτύλιγμα χωρίς περιεχόμενο.

Η αμερικανορωσική διαπραγμάτευση θα επηρεάσει αποφασιστικά την εξέλιξη της διατλαντικής σχέσης, την επαναδιαπραγμάτευση των συνολικών ισορροπιών ανάμεσα στην Ε.Ε. και στις ΗΠΑ.

Για να υπάρξει ένας συνολικός ευρωρωσικός στρατηγικός κοινός παρονομαστής θα έπρεπε να υπάρχει ο Ευρωπαίος συνομιλητής, μια κοινή δηλαδή δομή και πολιτική της Ε.Ε. που επί του παρόντος βρίσκεται στο επίπεδο της κατά περίπτωσιν διακυβερνητικής διαπραγμάτευσης ή υπάρχει στο επίπεδο της εθνικής εξωτερικής πολιτικής.

Ο συνολικός στρατηγικός διάλογος αποτελεί μονόδρομο για την επιστροφή της Μόσχας ως υπολογίσιμης δύναμης στη Διεθνή Σκηνή.