ΚΟΣΜΟΣ

Επί θύραις η δεύτερη Καταιγίδα της Ερήμου;

«Μετά το Αφγανιστάν, θα στρέψουμε την προσοχή μας σχετικά με την τρομοκρατία σε άλλα σημεία του κόσμου. Χώρες όπως το Ιράκ, που έχουν προσπαθήσει να αποκτήσουν όπλα μαζικής καταστροφής, δεν πρέπει να υπολογίζουν ότι θα ξεφύγουν της προσοχής μας». Παρόμοιες δηλώσεις δεν θα προξενούσαν ιδιαίτερη εντύπωση αν προέρχονταν από τα χείλη του Πολ Βόλφοβιτς ή κάποιου άλλου «ιέρακος» της κυβέρνησης Μπους. Το πράγμα αλλάζει, όμως, όταν το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης εναντίον του Ιράκ αφήνεται για πρώτη φορά ανοιχτό από την ισχυρότερη «περιστερά» της αμερικανικής κυβέρνησης, τον υπουργό Εξωτερικών Κόλιν Πάουελ.

Αλλά τι εννοεί ο επικεφαλής του Στέιτ Ντιπάρτμεντ όταν διαμηνύει ότι, αργά ή γρήγορα, θα έρθει και η ώρα του Ιράκ; Το τελευταίο βομβαρδίζεται σχεδόν επί καθημερινής βάσης εδώ και δέκα χρόνια από αμερικανικά και βρετανικά αεροπλάνα, σε σημείο που οι βομβαρδισμοί να μη βρίσκουν θέση ούτε στα μονόστηλα του δυτικού Τύπου. Επίθεση εναντίον της Βαγδάτης στο σημερινό διεθνές φόντο θα είχε νόημα μόνο αν ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος αποφάσιζε να τελειώσει τη «δουλειά» που άφησε στη μέση ο πατέρας του: Να ανατρέψει, μέσω του πολέμου, τον Σαντάμ Χουσεΐν, ενδεχομένως δε και να διαμελίσει το Ιράκ προς όφελος της Τουρκίας και να δημιουργήσει ένα κουρδικό κράτος- προτεκτοράτο στο σημερινό Βόρειο Ιράκ, όπως συμβούλευε τις προάλλες ο αρθρογράφος των New York Times, Γουίλιαμ Σαφάιρ.

Πρόκειται, ωστόσο, για ένα εξαιρετικά ριψοκίνδυνο σενάριο, όχι τόσο από στρατιωτική όσο από πολιτική άποψη. Μια αμερικανική επίθεση εναντίον του Ιράκ θα συναντούσε σοβαρές αντιδράσεις από ισχυρές ευρωπαϊκές δυνάμεις, και κυρίως από τη Γαλλία και τη Γερμανία που πασχίζουν εδώ και χρόνια να εξασφαλίσουν μια υποτυπώδη ενεργειακή ανεξαρτησία από την Ουάσιγκτον μέσω (και) του Ιράκ. Ενδέχεται, βέβαια, από τη στιγμή που οι Ευρωπαίοι θα διαπιστώσουν ότι η ανατροπή του Σαντάμ βρίσκεται επί θύραις, να συρθούν εκόντες άκοντες πίσω από το αμερικανικό άρμα προκειμένου να διατηρήσουν διαύλους επικοινωνίας με την επόμενη κυβέρνηση της Βαγδάτης. Αλλά αυτό μένει να αποδειχθεί.

Το κυριότερο, μια επίθεση εναντίον του Σαντάμ απειλεί να οδηγήσει σε γενική ανάφλεξη όλη τη Μέση Ανατολή, όπου τα αντιαμερικανικά αισθήματα είναι ισχυρά όσο ποτέ άλλοτε εξαιτίας της αδιαφορίας της κυβέρνησης Μπους απέναντι στους Παλαιστίνιους. Σε αντίθεση με το 1991, αυτή τη φορά κανένα αραβικό καθεστώς δεν είναι πρόθυμο να υποστηρίξει μια αμερικανική επίθεση εναντίον του Ιράκ, όπως διαπίστωσε ιδίοις όμμασι ο Τόνι Μπλερ κατά την πρόσφατη περιοδεία του στην περιοχή.

Επαπειλούμενες περιπλοκές

στη Σαουδική Αραβία

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι επαπειλούμενες περιπλοκές στη Σαουδική Αραβία. Σε όλη τη μεταπολεμική περίοδο, η γεωπολιτική του Περσικού Κόλπου ήταν ένα τριγωνικό παιχνίδι ισχύος ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία, το Ιράκ και το Ιράν. Ενας από τους βασικούς λόγους που οι Αμερικανοί δεν ανέτρεψαν τον Σαντάμ το 1991 ήταν ότι οι Σαουδάραβες -οι κυριότεροι σύμμαχοί τους στην περιοχή- προτιμούσαν ένα αποδυναμωμένο Ιράκ με τον Σαντάμ στην εξουσία από ένα ταπεινωμένο και διαμελισμένο Ιράκ που θα οδηγούσε σε υπερβολική ενίσχυση του Ιράν. Το ίδιο ισχύει και σήμερα. Η συντριβή της Βαγδάτης και η πιθανότατη αποκατάσταση των σχέσεων Ουάσιγκτον – Τεχεράνης που θα τη συνοδεύσει, θα ερμηνευθεί από τους Σαουδάραβες ως απειλή εθνικής υποβάθμισης, κάτι που θα δώσει φτερά στα πόδια των εξτρεμιστών οπαδών του Μπιν Λάντεν στο εσωτερικό της χώρας. Τελικά, ενδεχόμενη αμερικανική επίθεση εναντίον του Ιράκ ενδέχεται να βοηθήσει αποφασιστικά τον… Μπιν Λάντεν στην υλοποίηση του βασικού στρατηγικού του στόχου, που δεν είναι άλλος από την κατάληψη της εξουσίας και την απομάκρυνση των Αμερικανών από τη χώρα προέλευσής του!

Πηγές του υπουργείου Αμυνας της Βρετανίας καταδεικνύουν το ανεκτίμητο έργο που ανέλαβαν οι πιλότοι της RAF, για τον ανεφοδιασμό των αμερικανικών αεροσκαφών και τις αναγνωριστικές πτήσεις πάνω από το Αφγανιστάν. Η αίσθηση εκνευρισμού στη Βρετανία μεταφέρθηκε και στη Γερμανία, όπου ξέσπασε αντιπαράθεση αν οι ΗΠΑ ζήτησαν 3.900 στρατιώτες, τους οποίους έχει διαθέσει το Βερολίνο για επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν. Ο Αμερικανός υπουργός Αμυνας, Ντόναλντ Ράμσφελντ, αρχικά είχε αρνηθεί ότι ζήτησε γερμανικά στρατεύματα.