ΚΟΣΜΟΣ

Κίνδυνοι από τις αντιδράσεις των ΗΠΑ

Υπάρχουν Αμερικανοί, οι οποίοι αναλύουν νηφάλια την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί. Ενας από αυτούς είναι ο Γουίλιαμ Πφαφ, ένας από τους κορυφαίους συντηρητικούς αρθρογράφους των ΗΠΑ.

«Αυτό που ξεκίνησε ως αμερικανικός πόλεμος κατά της τρομοκρατίας έχει γίνει πόλεμος εναντίον του Αφγανιστάν. Η υποκατάσταση της τρομοκρατίας με το Αφγανιστάν ή η ταύτιση του ενός με την άλλη, όχι μόνο είναι άδικη, αλλά και εκτρέπει την πολιτική των ΗΠΑ από εκεί που προοριζόταν να κατευθυνθεί» επισημαίνει σε άρθρο του στους «Λος Αντζελες Τάιμς» που αναδημοσιεύθηκε στη «Χέραλντ Τρίμπιουν» το περασμένο Σάββατο και συνεχίζει:

«Η αλ-Κάιντα δεν είναι ταυτόσημη με την τρομοκρατία, ούτε ο ίδιος ο Μπιν Λάντεν, παρόλο που η Ουάσιγκτον του έχει δώσει τον ρόλο της προσωποποίησης του κακού. Η τρομοκρατία είναι απλώς μια μορφή βίαιης πολιτικής δράσης, με πολιτικά κίνητρα και στόχους και αποτελεί επαναλαμβανόμενο φαινόμενο στην ιστορία… Ο Μπιν Λάντεν και η ομάδα του είναι απλώς περιστατικά αυτής της απειλής. Αν σκοτωθεί, θα αντικατασταθεί. Οι αιτίες της τρομοκρατίας θα παραμείνουν και είναι πολιτικές. Το Αφγανιστάν και ο λαός του δεν αποτελούν απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όμως αυτοί είναι εκείνοι που σηκώνουν όλο το βάρος της αγανάκτησης της Αμερικής. Οι προτεραιότητες της αμερικανικής κυβέρνησης είναι ανάποδα, με το κεφάλι κάτω»καταλήγει.

«Η Τουρκία να προσαρτήσει

το ένα τρίτο του Ιράκ!»

Υπάρχουν όμως και άλλοι Αμερικανοί αναλυτές, επίσης εκ των κορυφαίων, όπως ο Γουίλιαμ Σαφάιρ, ο οποίος μάλιστα υπήρξε συγγραφέας των λόγων του εκλιπόντος Αμερικανού προέδρου Ρίτσαρντ Νίξον, οι οποίοι προτείνουν εξτρεμιστικές λύσεις.

Είναι αδύνατον να μην κάνει κανείς ζοφερές σκέψεις, διαβάζοντας άρθρο με την πρόταση του Σαφάιρ στους «Νιου Γιορκ Τάιμς», την οποία μάλιστα παρουσιάζει υπό μορφή φανταστικής συμβουλής του Νίξον προς τον νυν Αμερικανό πρόεδρο Τζορτζ Μπους:

«Με τον κόσμο ζαλισμένο και τα πάντα ρευστά, αδράξτε την ευκαιρία της στιγμής. Εγώ θα έκανα μια συμφωνία με την Αγκυρα ακριβώς τώρα να περάσει τα σύνορα της Τουρκίας και να προσαρτήσει το βόρειο ένα τρίτο του εδάφους του Ιράκ. Το περισσότερο μέρος του βρίσκεται ήδη σε κουρδικά χέρια, στη ζώνη απαγόρευσης πτήσεων που έχουμε επιβάλει – αλλά η γη που θα αποτελέσει έδαφος της Τουρκίας είναι οι πετρελαιοπηγές γύρω από το Κιρκούκ που παράγουν σχεδόν το μισό πετρέλαιο του Σαντάμ Χουσεΐν.

Αυτό θα σημάνει ένα σύντομο πόλεμο, ο οποίος θα δικαιολογηθεί από την απειλή βιολογικών και πυρηνικών όπλων του Σαντάμ και από τις τρομοκρατικές διασυνδέσεις του. Εμείς θα παράσχουμε αεροπορική κάλυψη και υποστήριξη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, με αντάλλαγμα οι Τούρκοι να εγκαταστήσουν μια φιλική κυβέρνηση στη Βαγδάτη. Οι απελευθερωμένοι Ιρακινοί θα αρχίσουν να αντλούν σαν τρελοί το πετρέλαιό τους στο νότιο Ιράκ και θα μας βοηθήσουν να συντρίψουμε τον ΟΠΕΚ για τα καλά… Νέοι καιροί, νέα σύνορα» υπογραμμίζει μεταξύ πολλών άλλων ο αρθρογράφος των «Νιου Γιορκ Τάιμς».

Στην αρχή ήταν ένα δημοσίευμα της γαλλικής «Μοντ», μια ανταπόκριση από τη Νέα Υόρκη: «Στο FBI και στο υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, κάποιοι αρχίζουν να λένε χαμηλόφωνα, ότι οι ατομικές ελευθερίες μπορούν να τεθούν στην άκρη, τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα, αν πρόκειται να αποσπασθούν πληροφορίες για να σωθούν ζωές», ανέφερε το ρεπορτάζ και συνέχιζε:

«Η εναλλακτική λύση που μελετάται όλο και πιο σοβαρά συνίσταται στη χρησιμοποίηση ναρκωτικών και μέσων ψυχολογικής και φυσικής πίεσης, όπως το κάνουν μερικές φορές οι Ισραηλινοί. Μια άλλη ιδέα της οποίας γίνεται επίκληση θα ήταν η έκδοση των υπόπτων προς συμμαχικές χώρες, όπου η αστυνομία δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει πιο κτηνώδεις μεθόδους, ακόμη και να απειλεί τις οικογένειες των υπόπτων για να τους κάνει να μιλήσουν»!

Βασανιστήρια, δηλαδή! Φαινόταν αδιανόητο κάτι τέτοιο μέχρι πρότινος στον πολιτισμένο κόσμο. Πλην όμως οι Αμερικανοί επιστράτευσαν και επιστήμονες για να δικαιολογήσουν θεωρητικά το υποτιθέμενο θεμιτό της χρήσης βασανιστηρίων.

«Η χρήση βίας μπορεί να δικαιολογηθεί στην περίπτωση που οι ανακριτές ζητούν πληροφορίες για να αποτρέψουν επικείμενη επίθεση» διαβεβαιώνει στην «Ουάσιγκτον Ποστ» ο Ντέιβιντ Κόουλ, καθηγητής του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο της Τζορτζτάουν. Ο καθηγητής Ρόμπερτ Τζέρβις, του Πανεπιστημίου Κολούμπια της Νέας Υόρκης, «βρίσκει δικαιολογημένη την πίεση επί των υπόπτων σε καιρό πολέμου» μας πληροφορεί η «Μοντ».

Υπέρ της επαναφοράς

Το πραγματικό σοκ όμως ήρθε με ένα ολοσέλιδο άρθρο του «Νιούζγουικ», στις 5 Νοεμβρίου:

«Καιρός να σκεφθούμε γύρω από τα βασανιστήρια» ήταν ο τίτλος που προκαλούσε σφίξιμο στην καρδιά. Ο υπότιτλος δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολιών για την κατεύθυνση του άρθρου: «Είναι ένας καινούργιος κόσμος και η επιβίωση μπορεί κάλλιστα να απαιτεί παλιές τεχνικές που φαίνονταν εκτός συζήτησης».

Στο ίδιο πνεύμα και το περιεχόμενο:

«Αυτό το φθινόπωρο της οργής, ακόμη και ένας φιλελεύθερος μπορεί να βρει τις σκέψεις του να στρέφονται προς τα βασανιστήρια. Μερικοί ακόμη επιμένουν, ότι δεν χρειάζεται να ξανασκεφθούμε οποιαδήποτε από τις παλιές υποθέσεις μας για την επιβολή του νόμου, αλλά αυτοί είναι απελπιστικά «της 10 Σεπτεμβρίου» -ζουν σε μια χώρα που δεν υπάρχει πια… Είναι ένας νέος κόσμος… Μερικά βασανιστήρια πραγματικά φέρνουν αποτέλεσμα… Πρέπει να σκεφθούμε γύρω από τη μεταφορά μερικών υπόπτων στους λιγότερο υπερευαίσθητους συμμάχους μας, ακόμη και αν αυτό είναι υποκριτικό. Κανείς δεν είπε ότι αυτό θα ήταν ωραίο… Μήπως απέλαση υπόπτων στη Σαουδική Αραβία, χώρα των αποκεφαλισμών, όπως απειλεί το απελπισμένο FBI;…» τονίζει το άρθρο που οπωσδήποτε αναστατώνει.

Ο αρθρογράφος του Νιούζγουικ δεν είναι ο μόνος υπερασπιστής της επαναφοράς των βασανιστηρίων ως μεδόθου απόσπασης πληροφοριών από πραγματικούς ή φανταστικούς υπόπτους.

«Τα βασανιστήρια είναι κακό πράγμα. Θυμηθείτε ότι μερικά πράγματα είναι χειρότερα και σε ορισμένες περιπτώσεις τα βασανιστήρια μπορεί να είναι το μικρότερο από δύο κακά», δήλωσε στο CNN ο συντηρητικός σχολιαστής Τάκερ Κάρλσον.

Στο ίδιο μήκος κύματος και ο παρουσιαστής του κεντρικού δελτίου ειδήσεων του καναλιού Φοξ: «Πρέπει να επιτραπεί στην αστυνομία να κάνει οτιδήποτε, ακόμη και τρομερά πράγματα, για να κάνει τους υπόπτους να ξεράσουν όσα ξέρουν; Ο Γιον ΝτιΠρέ κάνει το ρεπορτάζ. Εσείς αποφασίζετε» τόνισε.

Πρόκληση κατά της Ελλάδας

Μέσα στο κλίμα αυτό, όπου οι Αμερικανοί έχουν χάσει το μέτρο και βλέπουν παντού εχθρούς, τους οποίους πρέπει να πολεμήσουν με κάθε είδους μέσο, θεμιτό ή αθέμιτο, εντάσσεται και η επίθεση που εκδηλώθηκε εναντίον της χώρας μας από τον τέως πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα, Τόμας Νάιλς.

«Η 17 Νοέμβρη απαρτίζεται από εξέχοντα μέλη της ελληνικής κοινωνίας και όχι από κάποιους τυχαίους» δήλωσε σε τηλεοπτική εκπομπή του Αλ. Παπαχελά, ισχυριζόμενος μάλιστα ότι οι ΗΠΑ είπαν στην ελληνική κυβέρνηση και… ποιος γράφει τις προκηρύξεις της οργάνωσης!

Κατά «σύμπτωση», μόλις ένα 24ωρο νωρίτερα είχε κυκλοφορήσει το περιοδικό «Τάιμ», στο οποίο ανώνυμος «διπλωμάτης» από την Αθήνα δήλωνε: «Είναι προφανές ότι ενώ η κυβέρνηση κάνει όλη τη σωστή φασαρία δημοσίως, μερικά μέλη της κατ’ ιδίαν συνεχίζουν να παρέχουν αντιαμερικανικό υλικό στα μέσα ενημέρωσης»!

Το προφανές είναι άλλο: Η ενορχήστρωση πιέσεων εκ μέρους της Ουάσιγκτον επί της Αθήνας για να εξαναγκαστεί η ελληνική κυβέρνηση να προχωρήσει σε κινήσεις συλλήψεων ατόμων που πιθανότατα ουδεμία σχέση έχουν με την τρομοκρατία, πέραν των εμμονών διαφόρων Αμερικανών διπλωματών ή υπαλλήλων μυστικών υπηρεσιών να εμφανίσουν εικονικά «αντιτρομοκρατικά» αποτελέσματα απανταχού της οικουμένης – ιδίως τώρα που ο πόλεμος των ΗΠΑ εναντίον του Αφγανιστάν δεν εξελίσσεται όπως είχε σχεδιαστεί.