ΚΟΣΜΟΣ

Ο Μπρέζνιεφ και ο αλήτης: ένας ασυμβίβαστος αντικαθεστωτικός στην ΕΣΣΔ

o-mpreznief-kai-o-alitis-enas-asymvivastos-antikathestotikos-stin-essd-2354555

Στις 30 του περασμένου Οκτωβρίου, πέθανε στα 77 του στο Κέμπριτζ, όπου ζούσε από το 1976, ο Βλαντιμίρ Μπουκόφσκι, ένας από τους σημαντικότερους και γνωστότερους (μετά ίσως τους Σολζενίτσιν, Ζαχάροφ και Μπρόντσκι) αντιφρονούντες της Σοβιετικής Ενωσης.

Στη σύγκρουσή του με το καθεστώς της χώρας του, ο Μπουκόφσκι υπήρξε απόλυτα συνειδητοποιημένος, συνεπής και ανυποχώρητος.

Η δράση του ξεκίνησε το 1961, στα 19 του, όταν πρωτοστάτησε στην αναβίωση των δημόσιων αναγνώσεων ποίησης μπροστά στο άγαλμα του Μαγιακόφσκι. Τον ίδιο χρόνο, αποβλήθηκε από το πανεπιστήμιο επειδή έκανε κριτική στην κομμουνιστική νεολαία (Κομσομόλ) και μόνο μετά το 1976, όταν βρέθηκε στη Δύση, μπόρεσε να ολοκληρώσει τις σπουδές του στη βιολογία.

Πρώτη φορά συνελήφθη το 1963, με την κατηγορία ότι αναπαρήγε και κατείχε απαγορευμένα βιβλία (συγκεκριμένα, δύο αντίτυπα της «Νέας Τάξης» του Γιουγκοσλάβου θεωρητικού –και στενού συνεργάτη του Τίτο– Μίλοβαν Τζίλας). Δύο χρόνια αργότερα, πρωτοστάτησε στη διοργάνωση διαδήλωσης συμπαράστασης στους αντικαθεστωτικούς συγγραφείς Σινιάφσκι και Ντάνιελ, στην οποία ωστόσο ο ίδιος δεν μπόρεσε να συμμετάσχει, καθώς είχε συλληφθεί δύο ημέρες νωρίτερα. Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’60, όποια αντικαθεστωτική πέτρα και να σήκωνες στην ΕΣΣΔ, θα έβρισκες από κάτω τον Μπουκόφσκι. Η σημαντικότερη ωστόσο συνεισφορά του στον αγώνα για τα ανθρώπινα δικαιώματα υπήρξε η αποκάλυψη και καταγγελία της χρήσης της ψυχιατρικής ως μηχανισμού καταστολής από τις σοβιετικές αρχές. Υπό τον μανδύα της ψυχιατρικής εξέτασης, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ένας κατηγορούμενος έχει σώας τας φρένας ώστε να δικαστεί, τα σοβιετικά ψυχιατρεία λειτουργούσαν ως κολαστήρια, όπου πολιτικοί κρατούμενοι περνούσαν μήνες πριν από τη δίκη τους μαζί με πραγματικώς πάσχοντες, λάμβαναν βαριές φαρμακευτικές αγωγές και υποβάλλονταν σε ηλεκτροσόκ και χίλια δυο άλλα, άκρως «θεραπευτικά» για το φρόνημα, μαρτύρια.

Το 1971, ο Μπουκόφσκι κατόρθωσε να στείλει στη Δύση ένα κείμενο 150 σελίδων που παρουσίαζε αναλυτικά το θέμα και καλούσε τους ψυχιάτρους παγκοσμίως να πάρουν θέση. Οι Αρχές τον συνέλαβαν και, έπειτα από τρεις μήνες σε ψυχιατρείο, τον παρέπεμψαν σε δίκη, χαρακτηρίζοντάς τον «αλήτη» (sic) και καταλογίζοντάς του «δυσφήμηση της σοβιετικής ψυχιατρικής». Το 1972 τον καταδίκασαν σε δύο χρόνια φυλακή, πέντε σε γκουλάγκ και άλλα πέντε εξορία.

Εχει ενδιαφέρον η περιγραφή του Μπουκόφσκι από τους Δυτικοευρωπαίους ψυχιάτρους που έλαβαν την καταγγελία του: «Από τις πληροφορίες που έχουμε, φαίνεται πως πρόκειται για άνθρωπο που θα έφερνε σε αμηχανία τις Αρχές οποιασδήποτε χώρας. Δείχνει να μην έχει την παραμικρή πρόθεση να συμβιβαστεί προς όφελος του προσωπικού του συμφέροντος και πιστεύει πως πρέπει πάντοτε να λέει τη γνώμη του, ακόμη και σε περιστάσεις που μπορούν να αποβούν άκρως επικίνδυνες για τον ίδιο».

Στις 18 Δεκεμβρίου 1976, χωρίς την παραμικρή προειδοποίηση, οι σοβιετικές αρχές πήραν τον Μπουκόφσκι από το στρατόπεδο, τον έβαλαν σε ένα αεροπλάνο και τον έστειλαν στην Ελβετία, όπου τον αντάλλαξαν με τον Λουίς Κορβαλάν, γραμματέα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Χιλής, που ήταν φυλακισμένος του καθεστώτος Πινοσέτ από τον Σεπτέμβριο του 1973.

Τριάντα χρόνια μετά την ανταλλαγή, το 2006, ο Μπουκόφσκι αφηγήθηκε την κινηματογραφική σκηνή στον συγγραφέα και δημοσιογράφο Ζουράμπ Ναλμπαντιάν: «Έγιναν όλα εντελώς αναπάντεχα: ξαφνικά εμφανίστηκε ο υπεύθυνος και μου είπε: “Τα πράγματά σας και έξω!” Φαντάστηκα ότι θα με μεταφέρουν σε άλλο κελί. Μάζεψα τα υπάρχοντά μου: ένα σαπούνι, ένα κομμάτι πανί… Θυμήθηκα ότι είχα δώσει κάτι μπότες με το αίτημα να μου τις επιδιορθώσουν. Ηταν καλές, μου τις είχε φτιάξει από κετσέ ένας συγκρατούμενος. Και μου λέει ο αξιωματικός: “Δεν θα σας χρειαστούν πλέον οι μπότες!” Η καρδιά μου σταμάτησε. Θα με πάνε τώρα σε κανένα δάσος, σκέφτηκα, και θα με εκτελέσουν. Ενα θυμωμένο καθεστώς μπορεί να καταφύγει σε οποιαδήποτε αθλιότητα. Με βγάζουν στην αυλή, κοιτάω, αντί για συνοδεία ήταν εκεί δώδεκα με πολιτικά που δεν έβγαζαν μιλιά. Με πάνε στη Μόσχα, στη φυλακή Λεφόρτοβο. Το πρωί, νέες εκπλήξεις: μου δίνουν ένα κοστούμι ολοκαίνουργιο, γαλλικό, παπούτσια, κάλτσες μεταξωτές, πουκάμισο, γραβάτα. Μπαίνουμε ξανά στο λεωφορείο. Να σου πάλι οι δώδεκα σιωπηλοί πράκτορες. Τα κουρτινάκια, κλειστά. Ξαφνικά, ακούω μηχανή αεροπλάνου. Μόλις τότε κατάλαβα ότι με διώχνανε από τη χώρα. Με πήγαν στο αεροπλάνο κι εκεί δεν υπήρχαν άλλοι επιβάτες, μόνο οι συγγενείς μου: η μητέρα μου, η αδερφή μου και ο γιος μου. […] Οι πράκτορες μου έβαλαν χειροπέδες και απογειωθήκαμε. Υστερα από λίγο, τους λέω: “Δε μου τις βγάζετε; Δεν μπορώ να πάω πουθενά, είμαστε δέκα χιλιόμετρα πάνω από τη Γη”. Και τότε σηκώνεται ένας και πάει στο πιλοτήριο να μιλήσει με Μόσχα για να πάρει άδεια να μου βγάλει τις χειροπέδες. Τέτοια ήταν τότε η πειθαρχία. Μόλις βγήκαμε από τον εναέριο χώρο της ΕΣΣΔ, ο επικεφαλής τους μου ανακοίνωσε ότι με διώχνουν». «Και σας αφαίρεσαν την ιθαγένεια;» ρωτάει ο Ναλμπαντιάν. «Παραδόξως, όχι. Μου έδωσαν διαβατήριο που έληγε σε πέντε χρόνια. “Και με το υπόλοιπο της ποινής μου τι θα γίνει; Εχω άλλα έξι χρόνια”, τους είπα. “Αυτό παραμένει”». «Και η ανταλλαγή πώς έγινε;». «Είχαν φέρει τον Κορβαλάν στη Ζυρίχη με τη Λουφτχάνσα. Το δικό μας αεροπλάνο προσγειώθηκε δίπλα ακριβώς στο δικό του. Γύρω γύρω, στρατιώτες του ελβετικού στρατού. Στο κέντρο του κύκλου, εκεί, στον αεροδιάδρομο, μας περίμεναν τρεις πρεσβευτές: της ΕΣΣΔ, των ΗΠΑ και της Χιλής. Ο Κορβαλάν και η γυναίκα του μπήκαν στο αυτοκίνητο του Σοβιετικού πρέσβη, το οποίο τους έφερε στο αεροπλάνο από το οποίο είχα μόλις κατέβει. Είδα την πλάτη του στη σκάλα. Εγώ έμεινα στη Ζυρίχη». Την επόμενη ημέρα, μιλώντας με άλλους εξόριστους συμπατριώτες του, ο Μπουκόφσκι θυμήθηκε ότι στις 19 Δεκεμβρίου είναι τα γενέθλια του Μπρέζνιεφ και αστειεύτηκε: «Το μόνο που μένει τώρα είναι να ανταλλάξουν τον Μπρέζνιεφ με τον Πινοσέτ». Σύντομα κυκλοφόρησε από στόμα σε στόμα το εξής σκωπτικό επίγραμμα, ένα από τα πιο διάσημα σοβιετικά αντικαθεστωτικά «τσαστούσκι» («αστεία τραγουδάκια»): «Τον αλήτη τον πουλάν / κι αγοράζουν Κορβαλάν. / Ν’ ανταλλάξουν με μια τσούλα / και του Μπρέζνιεφ τη φατσούλα».

* Ο κ. Γιώργος Τσακνιάς είναι ιστορικός.