ΚΟΣΜΟΣ

Παραπομπή Τραμπ με… βαριά καρδιά

capture--51

Η κοφτή χειρονομία της προέδρου της αμερικανικής Βουλής, Νάνσι Πελόσι, προς τους Δημοκρατικούς του σώματος να σταματήσουν να χειροκροτούν μόλις ανακοινώθηκε το αποτέλεσμα της πρώτης ψηφοφορίας για την παραπομπή του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με το αίτημα της καθαίρεσης, είναι ενδεικτική της στρατηγικής που αναμένεται να ακολουθήσει το κόμμα της στον δρόμο προς τις εκλογές. Η ίδια ήταν άλλωστε εξαιρετικά επιφυλακτική ως προς τη σκοπιμότητα της παραπομπής Τραμπ, άλλαξε όμως γνώμη στην πορεία της διαδικασίας.

Είναι σαφές ότι ο Αμερικανός πρόεδρος θα επιχειρήσει να εκμεταλλευτεί την παραπομπή για ψηφοθηρικούς σκοπούς, εμφανίζοντας εαυτόν ως θύμα ενός κυνηγιού μαγισσών, κατά την προσφιλή του έκφραση.

Οι υψηλοί τόνοι, η συνωμοσιολογία και η πόλωση τον ευνοούν· συσπειρώνουν το εκλογικό του ακροατήριο. Υπό αυτό το πρίσμα οι Δημοκρατικοί αποφεύγουν τις θριαμβολογίες και την οποιαδήποτε υπόνοια ρεβανσισμού, υιοθετώντας τη στάση της Πελόσι «δεν μας άφησε άλλα περιθώρια με τη συμπεριφορά του» παρά να προχωρήσουμε στην παραπομπή του. Το μεγαλύτερο διακύβευμα για το κόμμα είναι το κεντρώο, μετριοπαθές κομμάτι των ψηφοφόρων.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί Δημοκρατικοί επέλεξαν να αποκαλέσουν την Τετάρτη «μια θλιβερή μέρα», στη διάρκεια της οποίας παραπέμφθηκε στη Δικαιοσύνη από τη Βουλή ο τρίτος μόλις πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Εκαναν λόγο για χρέος προς την Ιστορία, ενώ προσπάθησαν να οικοδομήσουν μια αναλυτική επιχειρηματολογία, με παραδείγματα, για να στοιχειοθετήσουν τις δύο κατηγορίες εις βάρος του Τραμπ. Στόχος τους ήταν να προασπίσουν τη δημοκρατική τάξη και το Σύνταγμα.

Κεντρικό ρόλο στην παραπομπή έπαιξαν οι νεοφερμένοι της Βουλής, που προέρχονται από περιοχές τις οποίες είχε κερδίσει ο Αμερικανός πρόεδρος το 2016. Παρά το προσωπικό κόστος που θα μπορούσε να έχει η απόφασή τους και να τους οδηγήσει σε αδυναμία επανεκλογής, οι περισσότεροι εξ αυτών τάχθηκαν υπέρ της συνέχισης της διαδικασίας. Το βασικό τους επιχείρημα ήταν πως όσο διχαστική και τοξική κι αν είναι μια παραπομπή προέδρου, οι ενέργειες του Τραμπ δεν ήταν δυνατόν να παραμείνουν ατιμώρητες. Παρά τη δύσκολη ψηφοφορία, οι βουλευτές μπορούν τώρα να επιστρέψουν στις περιφέρειές τους για τις χριστουγεννιάτικες διακοπές και να εξηγήσουν στους ψηφοφόρους τους όχι μόνο την ανάγκη παραπομπής Τραμπ για τη διαφύλαξη του Συντάγματος, αλλά και τα νομοσχέδια που προώθησαν και είναι παντελώς άσχετα με το μέλλον του Αμερικανού προέδρου. Ετσι, αυτή την εβδομάδα αναμενόταν να εγκριθεί η εμπορική συμφωνία ΗΠΑ – Μεξικού – Καναδά, από τις άμεσες προτεραιότητες των μετριοπαθών βουλευτών.

Κούρσα για επτά

Ενα 24ωρο μετά την ετυμηγορία της Βουλής των Αντιπροσώπων, πραγματοποιήθηκε στην Καλιφόρνια το τελευταίο ντιμπέιτ των Δημοκρατικών υποψηφίων για το χρίσμα μέσα στο 2019. Με δεδομένο ότι δεν θα πραγματοποιηθεί άλλο για τον επόμενο μήνα, μία περίοδο κατά την οποία θα κυριαρχεί το ζήτημα της παραπομπής, οι επτά που απέμειναν στην κούρσα θέλησαν να εξασφαλίσουν κάποια εντυπωσιακά στιγμιότυπα, που θα αναπαραχθούν μαζικά στα σόσιαλ μίντια. Οι συμμετέχοντες στην τηλεμαχία του Λος Αντζελες ήταν ο πρώην αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν, οι γερουσιαστές Μπέρνι Σάντερς και Ελίζαμπεθ Ουόρεν, ο δήμαρχος του Σάουθ Μπεντ στην Ιντιάνα, Πιτ Μπάτιγκιγκ, η γερουσιαστής Εϊμι Κλόμπουτσαρ, ο επιχειρηματίας Αντριου Γιανγκ και ο δισεκατομμυριούχος οικολόγος ακτιβιστής Τομ Στάιερ. Στην τελευταία δημοσκόπηση του NBC News και της Wall Street Journal, ο Μπάιντεν εξακολουθεί να προηγείται με 28% έναντι 21% για τον Σάντερς και 18% για την Ουόρεν, έξι εβδομάδες προτού αρχίσουν οι προκριματικές εκλογές. Ο πρώην δήμαρχος της Νέας Υόρκης, Μάικλ Μπλούμπεργκ, ο οποίος εισήλθε αργά στην εσωκομματική κούρσα συγκεντρώνει μόλις 4% και τερματίζει τελευταίος.  Η διαδικασία της ανάδειξης του Δημοκρατικού υποψηφίου για το χρίσμα ξεκινάει στις 3 Φεβρουαρίου από την Αϊόβα και ακολουθούν το Νιου Χαμσάιρ, η Νεβάδα και η Νότια Καρολίνα. Η σούπερ Τρίτη, όταν 14 πολιτείες διοργανώνουν προκριματικές εκλογές, είναι στις 3 Μαρτίου. Η σταθερότητα της απήχησης του Μπάιντεν έχει αιφνιδιάσει τους πολιτικούς αναλυτές των ΗΠΑ, οι οποίοι θεωρούσαν ότι ο επιρρεπής στις γκάφες, 77χρονος πρώην αντιπρόεδρος του Μπαράκ Ομπάμα θα έχανε διαρκώς υποστηρικτές όσο περνούσε ο καιρός. Ωστόσο η ίδια δημοσκόπηση τον εμφανίζει να συγκρατεί τις δυνάμεις του και στους κόλπους της αφροαμερικανικής κοινότητας με τους μισούς σχεδόν ψηφοφόρους της συγκεκριμένης ομάδας να τον προτιμούν.

Παράλληλα προηγείται της Ουόρεν και στις γυναίκες, αν και στους νέους κάτω των 35 ετών, η κυριαρχία του Σάντερς είναι απόλυτη με 43% έναντι 13% του Μπάιντεν. Το στοιχείο της έρευνας που θα έπρεπε να λάβουν υπόψη τους οι αριστεροί υποψήφιοι – αντίπαλοι του Μπάιντεν,

Ουόρεν και Σάντερς, είναι πως η βάση του κόμματος διψάει για μια ατζέντα μεγάλων μεταρρυθμίσεων, ακόμη και αν γνωρίζουν πως είναι δύσκολη η εφαρμογή τους, όπως η ένταξη όλων των Αμερικανών σε ένα ενιαίο σύστημα υγείας και ο επακόλουθος παροπλισμός των ιδιωτικών εταιρειών ασφάλισης.

Προειδοποίηση

Οπως σημείωναν σε πρόσφατο άρθρο τους οι New York Times, οι δύο αριστεροί υποψήφιοι έχουν προς το παρόν σύμφωνο μη επίθεσης, αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα για τον καθένα είναι η ύπαρξη του άλλου. Πρόκειται για ευλογία και κατάρα, υπογραμμίζουν στην εφημερίδα τα αριστερά στελέχη του κόμματος, καθώς αμφότεροι οι υποψήφιοι πραγματοποιούν μία καλά οργανωμένη και άρτια χρηματοδοτούμενη εκστρατεία. Με δεδομένη την ιδεολογική τους συγγένεια, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι η αλληλοεξόντωσή τους και η επικράτηση ενός πιο κεντρώου υποψηφίου, προειδοποιούν.

Μια πιθανή συμμαχία θα μπορούσε να προβλέπει κοινή υποψηφιότητα των δύο, ενώ μια άλλη εκδοχή είναι να επιχειρήσουν να μείνουν και οι δύο στη μάχη για να κατακτήσουν τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό αριστερών εκλεκτόρων. Η δεύτερη εκδοχή θεωρείται εξαιρετικά πιθανή, καθώς και ο Σάντερς και η Ουόρεν έχουν μαζέψει πάνω από 25 εκατ. δολάρια και δεν πρόκειται να αντιμετωπίσουν στο εγγύς μέλλον το μεγαλύτερο πρόβλημα που εξωθεί έναν υποψήφιο στην έξοδο: την έλλειψη χρηματοδότησης. Ακριβώς αυτή η δυναμική της εσωκομματικής Αριστεράς ήταν που θορύβησε το κατεστημένο του κόμματος και οδήγησε στις δύο κεντρώες υποψηφιότητες, που υποβλήθηκαν καθυστερημένα: εκείνη του Μπλούμπεργκ και του Πάτρικ Ντεβάλ, πρώην κυβερνήτη της Μασαχουσέτης.