ΚΟΣΜΟΣ

Και η Αλβανία στη διαμάχη ΗΠΑ – Ιράν

gkat_08_1501_page_1_image_0001

Μια αποστροφή στις απειλητικές εναντίον των ΗΠΑ και των συμμάχων τους δηλώσεις του πνευματικού ηγέτη αγιατολάχ Αλί Χαμενεϊ έβαλε, με αφορμή τη δολοφονία του στρατηγού Σουλεϊμανί, στο κάδρο της αντιπαράθεσης ΗΠΑ-Ιράν τη γειτονική Αλβανία. «Είναι μια πολύ μικρή, αλλά πολύ διαβολική ευρωπαϊκή χώρα, όπου αμερικανικά στοιχεία συνεργάζονται με Ιρανούς προδότες και σχεδιάζουν κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας» είπε, μεταξύ άλλων, ο Χαμενεΐ στο διάγγελμά του και στην Αλβανία αισθάνθηκαν ότι στοχοποιήθηκαν και επισήμως από τους μουλάδες της Τεχεράνης. Το θεοκρατικό καθεστώς κατέταξε στους επικίνδυνους εχθρούς του την Αλβανία λόγω της παρουσίας στην επικράτειά της 3.000 παροπλισμένων Ιρανών «μουτζαχεντίν του λαού», τους οποίους η Τεχεράνη θεωρεί «τρομοκράτες» και τους έχει μονίμως στο στόχαστρο των μυστικών υπηρεσιών της.

Η αντίδραση ήρθε από τον πρόεδρο Ιλιρ Μέτα, που έσπευσε να απαντήσει ότι «η Αλβανία είναι πράγματι μια μικρή χώρα, δημοκρατική και καθόλου διαβολική, η οποία σέβεται το διεθνές δίκαιο», ενώ και ο πρωθυπουργός Εντι Ράμα διεμήνυσε πως οι φοβέρες δεν τον πτοούν, καθώς η χώρα, ως μέλος του ΝΑΤΟ, τελεί υπό το δίχτυ προστασίας του.

Οι απειλές Χαμενεΐ εναντίον της Αλβανίας δεν έπεσαν ως κεραυνός εν αιθρία. Τα τελευταία χρόνια σοβεί ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών, με απελάσεις διπλωματών, διαρροές περί σχεδίων για δολοφονίες και πλούσιο παρασκήνιο. «Από την επανάσταση του 1979, το καθεστώς του Ενβέρ Χότζα και το Ιράν ανέπτυξαν καλές σχέσεις, καθώς και τις δύο χώρες ένωσε η σκληρή αντιαμερικανική πολιτική τους», εξηγεί στην «Κ» ο διευθυντής του Ιδρύματος για την Δημοκρατία στα Τίρανα, Αριάν Ντουρμίσι.

«Μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, το Ιράν επωφελήθηκε από την παρουσία του για να διευρύνει την επιρροή του μέσω διαφόρων πολιτιστικών και φιλανθρωπικών προγραμμάτων, καθώς η χώρα αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες. Κατά τη διάρκεια του πολέμου στη Βοσνία, χρησιμοποίησε την πρεσβεία και τη γενικότερη παρουσία του στην Αλβανία για να ασκήσει επιρροή στη Βοσνία. Αν και η μακροπρόθεσμη πολιτική του Ιράν ήταν να προσπαθήσει να εξάγει το ισλαμιστικό επαναστατικό μοντέλο στην Αλβανία και από εκεί στα Βαλκάνια, αναδεικνύοντας τη θρησκεία του Ισλάμ, οι προσδοκίες του προσέκρουσαν στην εξάπλωση του ουαχαμπιτισμού και στην επιρροή της Σαουδικής Αραβίας, των χωρών του σουνιτικού κόλπου και αργότερα της Τουρκίας».

Με την εγκατάσταση, όμως, κατόπιν αμερικανικής παρεμβάσεως, το 2016, σε στρατόπεδο στην κωμόπολη Μάντσα, κοντά στο Δυρράχιο, των απόμαχων αντικαθεστωτικών μουτζαχεντίν (Mojahedin-e Khalq-MEK), οι σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών επιδεινώθηκαν. Οπως σημειώνει ο Ντουρμίσι, «η παρουσία του MEK υποχρέωσε το Ιράν να τροποποιήσει τη χαμηλού, μέχρι τότε, προφίλ επιχειρησιακή του προσέγγιση, με αποτέλεσμα να εκτεθούν οι διπλωμάτες και οι μυστικές υπηρεσίες του. Καθώς η πρεσβεία του Ιράν στα Τίρανα λειτουργούσε ως βάση στήριξης των ιρανικών επιχειρήσεων και σε άλλες περιοχές της Ευρώπης, ο νευραλγικός ρόλος του πρέσβη Gholamhossein Mohammadnia, με υπόνοιες εμπλοκής σε τρομοκρατικές επιχειρήσεις, αποκαλύφθηκε, με αποτέλεσμα οι αλβανικές Αρχές να τον απελάσουν, τελικά, τον Δεκέμβριο του 2018». 

Μολονότι τότε δεν δόθηκαν από αλβανικής πλευράς περισσότερες διευκρινίσεις, οι πάντες εξέλαβαν τις απελάσεις ως έχουσες σχέση με την παρουσία των μουτζαχεντίν και, σύμφωνα με δημοσιεύματα του αλβανικού και διεθνούς Τύπου, με σχεδιαζόμενες δολοφονίες στελεχών τους από τις μυστικές υπηρεσίες της Τεχεράνης. Είχε προηγηθεί απέλαση, με το που πάτησαν το πόδι στο αεροδρόμιο των Τιράνων, δύο άλλων Ιρανών, οι οποίοι ταξίδεψαν υπό δημοσιογραφικό μανδύα στην Αλβανία, πλην όμως οι αλβανικές Αρχές, «έπειτα από διαβουλεύσεις με συμμαχικές χώρες», τους γύρισαν αμέσως πίσω ως πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών του Ιράν, που είχαν ως στόχο να διαπράξουν δολοφονίες.

Tόσο οι ΗΠΑ όσο και το Ισραήλ χαιρέτισαν τις απελάσεις, κατηγορώντας το Ιράν για «επικίνδυνη συμπεριφορά στην Ευρώπη και ολόκληρη την υφήλιο», ενώ ο τότε σύμβουλος εθνικής ασφαλείας των ΗΠΑ, Τζον Μπόλτον, μίλησε για «Ιρανούς πράκτορες, οι οποίοι προετοίμαζαν μια τρομοκρατική επίθεση στην Αλβανία». Τώρα, μετά και τη στοχοποίηση από τον Χαμενεΐ, οι αλβανικές αρχές έθεσαν σε καραντίνα το στρατόπεδο των μουτζαχεντίν φοβούμενες πιθανή επίθεση Ιρανών πρακτόρων.

Πρόσθετα μέτρα

«Παρακολουθούμε στενά την κατάσταση και έχουν ληφθεί πρόσθετα μέτρα ασφαλείας», δήλωσε ο υφυπουργός Εξωτερικών Ετιέν Τζάφι, ενώ ο Ντουρμίσι, ερωτηθείς από την «Κ» αν είναι υπαρκτός ο κίνδυνος τρομοκρατικού χτυπήματος κατά των μουτζαχεντίν, είπε: «Οι μαχητές της ΜΕΚ υπήρξαν πάντα στόχος του Ιράν και εξακολουθούν να είναι ακόμη και σήμερα στην Αλβανία. Ωστόσο, το Ιράν ήταν πάντοτε προσεκτικό στο να εμφανίζεται ως μια χώρα που σέβεται το διεθνές δίκαιο. Εχει όμως τις δυνατότητες να πραγματοποιεί τέτοιου είδους δολοφονίες μέσω πληρεξουσίων – δυνατότητες που έχει κατακτήσει εδώ και πολλές δεκαετίες. Το Ιράν θα συνεχίσει τη δραστηριότητα παρακολούθησης των μαχητών της ΜΕΚ στην Αλβανία και θα αναλάβει ακόμη και επιχειρήσεις δολοφονίας, αν το κρίνουν απαραίτητο για τα συμφέροντά τους. Αυτό έθεσε σε εγρήγορση τις αλβανικές αρχές, οι οποίες παρακολουθούν τώρα πιο στενά τις ιρανικές δραστηριότητες στη χώρα. Η Αλβανία αντιμετωπίζει σοβαρά αυτόν τον κίνδυνο».

Ο Ντουρμίσι, πάντως, δεν θεωρεί ότι συνιστούν απειλή για το καθεστώς του Ιράν οι υπερήλικες αντιφρονούντες φιλοξενούμενοι, ούτε πιστεύει πως υφίστανται στρατιωτική εκπαίδευση. «Οι μαχητές του MEK είναι παλαίμαχοι πολεμιστές. Η μεγάλη πλειονότητά τους είναι πλέον περασμένης ηλικίας και δεν είναι κατάλληλοι για στρατιωτικές επιχειρήσεις. Παρότι τους βλέπεις συχνά να κάνουν τζόκινγκ στις παρυφές των Τιράνων, δεν λαμβάνουν στρατιωτική εκπαίδευση. Ούτε έχουν στην κατοχή τους όπλα. Η σημερινή στάση της MEK είναι περισσότερο πολιτική αντιπολίτευση παρά πιθανή στρατιωτική ικανότητα για χρήση εναντίον του Ιράν, όπου  η επιρροή τους είναι εξαιρετικά περιορισμένη, λόγω του ότι είχαν ταχθεί με τον Σαντάμ Χουσεΐν στον πόλεμο με το Ιράκ».

«Δεν είμαστε τρομοκράτες και πολεμοχαρείς»

«Δεν πρέπει να μας συγχέετε με τους μουτζαχεντίν του Αφγανιστάν. Εκείνοι χρησιμοποιούσαν τα όπλα για να επιβάλουν τις απόψεις τους, εμείς πολεμάμε για τις ιδέες μας με όπλο τη δημοκρατία. Δεν είμαστε τρομοκράτες και πολεμοχαρείς», μας είπε ο εξηντάχρονος μυστακοφόρος Σαχριέρ Κιαμανσέχ, όταν με την «Κ» επισκεφθήκαμε, το 2016, τους Ιρανούς «μουτζαχεντίν του λαού» στο στρατόπεδο «φιλοξενίας» τους, έξω από τα Τίρανα. Σιίτες στο θρήσκευμα, οι «μουτζαχεντίν του λαού» αποτελούν σήμερα ισχυρό πυλώνα της εξόριστης ιρανικής αντιπολίτευσης, με έδρα το Παρίσι.

Στον πόλεμο Ιράν- Ιράκ, κατά την οκταετία 1980-1988, αντιτάχθηκαν με τα όπλα στο θεοκρατικό καθεστώς και όταν η αιματηρή σύγκρουση έληξε, κατέφυγαν στο Ιράκ, από όπου, εγκατεστημένοι σε δύο στρατόπεδα (ASRAF και LIBERTY), πραγματοποιούσαν δολιοφθορές και αιφνιδιαστικές πολεμικές επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν. Οι Αμερικανοί, στα τέλη της δεκαετίας του 1990, τους κατέταξαν στις τρομοκρατικές οργανώσεις και το 2003, όταν εισέβαλαν στο Ιράκ και ανέτρεψαν το καθεστώς του Σαντάμ, που τους στήριζε καθότι ήταν εχθροί του Ιράν, τους αφόπλισαν κατ’ απαίτηση των σιιτικών κυβερνήσεων που εγκαταστάθηκαν στη Βαγδάτη και ήταν φίλα προσκείμενες στην Τεχεράνη. Μία δεκαετία μετά, το 2009, θα τους αποχαρακτήριζαν από τρομοκράτες –αργότερα θα έπραττε το ίδιο και η Ε.Ε.– αλλά πλέον η παραμονή τους ήταν αδύνατη, καθώς το καθεστώς των σιιτών τους είχε θέσει στο στόχαστρο.

«Την περίοδο της κυβέρνησης Μαλίκι, οι σχέσεις Ιράν-Ιράκ ήταν άριστες και άρχισαν οι επιθέσεις του καθεστώτος της Βαγδάτης εναντίον μας. Σε δύο μόνο επιθέσεις σκότωσαν 37 μουτζαχεντίν στο στρατόπεδο. Ημασταν η οργάνωση που υποστήριζε δημοκρατικές ιδέες, ήμασταν η αντιπολίτευση του καθεστώτος Χομεϊνί και ήθελαν να μας εξαφανίσουν. Βομβάρδιζαν από αέρος και ξηράς τα δύο στρατόπεδα στα οποία μέναμε. Σκοτώθηκαν 170 άνθρωποι και τραυματίστηκαν 1.500. Ημασταν 3.000 στα δύο στρατόπεδα. Παραδώσαμε τα όπλα το 2003, με την επέμβαση των ΗΠΑ στο Ιράκ. Θεωρήσαμε πως, με βάση τη Χάρτα της Γενεύης, ήμασταν προστατευόμενοι και ότι είχαμε την προστασία των ΗΠΑ, επομένως δεν χρειαζόμασταν τα όπλα», αφηγήθηκε ο Κιαμανσέχ. Ενώπιον του ενδεχόμενου να τους εξολοθρεύσουν σιίτες Ιρακινοί, οι ΗΠΑ υπέγραψαν συμφωνία με την κυβέρνηση Μπερίσα το 2013, για τη μετεγκατάσταση, η οποία τέθηκε σε εφαρμογή το 2016, καταβάλλοντας μάλιστα ως βοήθεια στα Τίρανα το ποσό των 20 εκατ. δολαρίων. To 2016 η εγκατάσταση ολοκληρώθηκε υπό τη σφοδρή αντίδραση της Τεχεράνης.