ΚΟΣΜΟΣ

Διαπλοκή της Αλ Κάιντα με την Ακροδεξιά

Ενώ σφίγγει μέρα με τη μέρα ο κλοιός γύρω από τον Οσάμα Μπιν Λάντεν και πολλοί θεωρούν ότι η εξόντωσή του είναι ζήτημα ημερών, οι επιτελείς του Τζορτζ Μπους συνειδητοποιούν ότι ο μείζων στόχος της στρατιωτικής τους εκστρατείας, δηλαδή η εξάρθρωση της διεθνούς τρομοκρατικής οργάνωσης Αλ Κάιντα, είναι ένα εγχείρημα πολύ δυσκολότερο απ’ όσο και οι ίδιοι φαντάζονταν.

Πέραν της πολυπλόκαμης, αποκεντρωμένης δομής της οργάνωσης και της ισχυρής οικονομικής της υποστήριξης από κύκλους των αραβικών ελίτ, το πιο επικίνδυνο στοιχείο που αναδύεται από τις εντατικές έρευνες των δυτικών υπηρεσιών είναι η εντυπωσιακή διαπλοκή της Αλ Κάιντα με ναζιστικές και άλλες ακροδεξιές οργανώσεις, κυρίως στη Γερμανία και στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Συναρμολογώντας τα διάφορα κομμάτια του παζλ, καταλήγει κανείς αβίαστα στο συμπέρασμα ότι τόσο οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου όσο και τα κρούσματα βιοτρομοκρατίας με βακίλους άνθρακα σχεδιάστηκαν και εκτελέστηκαν χάρη στη στενή συνεργασία του εξτρεμιστικού Ισλάμ με τη γερμανική και αμερικανική Ακροδεξιά – μια «παρά φύσιν» συμμαχία που οικοδομήθηκε με βάση την κοινή, φασίζουσα νοοτροπία και τον τυφλό αντισημιτισμό.

Ολα οδηγούν στην… Ελβετία

Ενας κρίσιμος κρίκος αυτής της διαπλοκής εντοπίζεται στην Ελβετία – μαζί με το «Σίτι» του Λονδίνου, βασικό κέντρο οικονομικής τροφοδότησης του εξτρεμιστικού Ισλάμ. Ως άνθρωπος- κλειδί εμφανίζεται ο 74χρονος Αχμέτ Χούμπερ, ένας Ελβετός πρώην δημοσιογράφος και νυν επιχειρηματίας, ο οποίος ήδη από τη δεκαετία του ’60 ασπάσθηκε τον ισλαμισμό. O Χούμπερ είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της χρηματιστηριακής εταιρείας Nada Management Οrganisatio(πρώην Al Taqwa), μιας από τις δύο πολυεθνικές εταιρείες εναντίον των οποίων κήρυξε «πόλεμο», στις 7 Νοεμβρίου, ο Τζορτζ Μπους, θεωρώντας τες κρυφούς τροφοδότες της Αλ Κάιντα.

Οι ρίζες της Al Taqwa βρίσκονται στην κοιλάδα του Νείλου – απ’ όπου προέρχεται μεγάλος αριθμός στελεχών της Αλ Κάιντα, συμπεριλαμβανομένου του πραγματικού πολιτικού εγκέφαλου της οργάνωσης, Αγμάν αλ Ζαουάχρι, ο οποίος ήταν επικεφαλής των φανατικών ισλαμιστών που δολοφόνησαν τον Αιγύπτιο πρόεδρο Ανουάρ Σαντάτ, το 1981. H εταιρεία ιδρύθηκε στο Κάιρο από τον Γιουσούφ Νάντα, ένα από τα πιο πλούσια μέλη της φονταμενταλιστικής οργάνωσης «Αδελφοί Μουσουλμάνοι». Το 1998, η κυβέρνηση Μουμπάρακ διέλυσε την Al Taqwa ύστερα από πληροφορίες ότι μέσω αυτής διοχετεύονταν κεφάλαια από τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και άλλες πηγές προς την Αλ Κάιντα για την οργάνωση τρομοκρατικών επιθέσεων σε άλλες χώρες.

Μετά τη διάλυσή της από τις αιγυπτιακές αρχές, η Al Taqwa μεταφέρει την έδρα της στις Μπαχάμες και ανοίγει υποκαταστήματα στο Λονδίνο, στο Μίντλσεξ, στο Λίχτενσταϊν και στο Λουγκάνο. H ηγετική «τρόικα» της εταιρείας αποτελείται από τον Χούμπερ, τον Νάντα και τον αιγυπτιακής καταγωγής και ιταλικής υπηκοότητας Αλί Χιμάτ.

Γέφυρα με Γερμανούς νεοναζί

Η δράση της «τρόικας» δεν περιορίζεται στο οικονομικό πεδίο. O Χιμάτ αναδεικνύεται στον υπ’ αριθμόν ένα οργανωτή του Ισλαμικού Κέντρου του Μονάχου, ένα από τα κυριότερα κέντρα διάδοσης του ισλαμισμού στον δυτικό κόσμο. Αλλά αυτός που παίζει τον σοβαρότερο ρόλο είναι ο Αχμέντ Χούμπερ.

Εχοντας συμμετάσχει στο παρελθόν στην εθνικιστική λαϊκίστικη οργάνωση «Avalon» και διατελέσει ιδρυτικό στέλεχος της (ανενεργού, σήμερα) οργάνωσης NIS, ο Χούμπερ εργάστηκε δραστήρια τη δεκαετία του ’80 υπέρ του φονταμενταλιστικού καθεστώτος της Τεχεράνης. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 αρχίζει να πλευρίζει το Εθνικιστικό Δημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας (NPD), ένα από τα κυριότερα κόμματα της γερμανικής Ακροδεξιάς, εκδηλώνοντας φανατικά αντισημιτικές θέσεις. Οι επαφές του αυτές με τους νεοναζί κινούν την προσοχή των ελβετικών και γερμανικών αρχών ασφαλείας, που αρχίζουν να παρακολουθούν τις κινήσεις του.

Κατά Εβραίων και Αμερικανών

Εδώ χρειάζεται να ανοίξουμε μια παρένθεση για το ρόλο της σχετικά υποτιμημένης γερμανικής Ακροδεξιάς. Αν και οι νοσταλγοί του Χίτλερ είχαν εντελώς περιθωριακή πολιτική απήχηση και λιγοστά μέλη μετά τον B΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η κατάσταση άρχισε να αλλάζει μετά την πτώση του Τείχους, και ιδίως μετά τη διάψευση των προσδοκιών των Ανατολικογερμανών τα πρώτα χρόνια μετά την ενοποίηση. Στο έδαφος της ανεργίας και της φανερής οικονομικής ανισότητας μεταξύ «Οσις» και «Βέσις» (Ανατολικών και Δυτικών), η Ακροδεξιά σήκωσε κεφάλι στην πρώην Ανατολική Γερμανία, φτάνοντας να αποσπάσει ποσοστά της τάξης του 25% σε περιοχές όπως το Ροστόκ και το Πότσδαμ. Οσο κι αν φαίνεται παράδοξο, στις γραμμές των οπαδών της «Αρίας Φυλής» προσήλθαν και αρκετοί φανατικοί ισλαμιστές, κυρίως τουρκικής και πακιστανικής καταγωγής, που μοιράζονταν με τους νεοναζί το κοινό μίσος για τους Εβραίους και για την -θεωρούμενη ως υποχείριο των τελευταίων- αμερικανική κυβέρνηση.

Σ’ αυτά πρέπει να προστεθεί ένας άλλος σημαντικός παράγοντας, το πέρασμα δηλαδή πολλών πρώην πρακτόρων της ανατολικογερμανικής μυστικής υπηρεσίας STASI στις αρχές ασφαλείας της ενιαίας, πλέον, Γερμανίας. Ορισμένοι από αυτούς, παρά την αλλαγή «εργοδότη» διατήρησαν, έστω και ανομολόγητα, πεποιθήσεις και διασυνδέσεις που χαρακτήριζαν την προηγούμενη σταδιοδρομία τους.

Το φαινόμενο αυτό έχει εξαιρετική σημασία όταν μιλάμε για την πιο προχωρημένη, ίσως, μυστική υπηρεσία του πρώην «υπαρκτού σοσιαλισμού», που αφενός μεν είχε διαβρώσει σε μεγάλο βαθμό τις υπηρεσίες της Δυτικής Γερμανίας, αφετέρου δε είχε αναλάβει ειδικό ρόλο σχετικά με την εκπαίδευση επαναστατών σε χώρες της Μέσης Ανατολής. Αρκεί να αναφέρουμε ότι, σύμφωνα με απολύτως αξιόπιστη πληροφορία, ο άνθρωπος που είχε αναλάβει την εκπαίδευση κομάντος αραβικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος τη δεκαετία του ’70 για λογαριασμό της Ανατολικής Γερμανίας ήταν επιτελικό στέλεχος της αντικατασκοπίας της… Δυτικής Γερμανίας!

Το μεγάλο ραντεβού στη Βηρυτό

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στον δαιμόνιο Αχμέτ Χούμπερ. Το τρίτο δεκαήμερο του περασμένου Μαρτίου, ο Χούμπερ βρίσκεται στη Βηρυτό, όχι για να κλείσει κάποια επιχειρηματική συμφωνία, αλλά για να παρευρεθεί σε ένα διεθνές «ιστορικό» συμπόσιο των λεγόμενων «ρεβιζιονιστών», δηλαδή όλων όσοι από διαφορετικές σκοπιές αμφισβητούν το Ολοκαύτωμα – την εξολόθρευση των Εβραίων από το Γ΄ Ράιχ. Ενα ρεύμα που έχει πάρει απροσδόκητες διαστάσεις τα τελευταία χρόνια, όχι μόνο στον αραβοϊσλαμικό κόσμο αλλά και στη Δύση, με πιο τυπικό παράγοντα τον Ροζέ Γκαροντί, πρώην μέλος του πολιτικού γραφείου του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος, που ασπάσθηκε τον ισλαμισμό τη δεκαετία του ’80.

Συνδιοργανωτές του συνεδρίου ήταν η ελβετική ένωση «Αλήθεια και Δικαιοσύνη» και το αμερικανικό «Ινστιτούτο για την Επισκόπηση της Ιστορίας» – μια κραυγαλέα αντισημιτική ένωση, η οποία, ωστόσο, αναγνωρίζεται ως «επιστημονική, μη κερδοσκοπική» εταιρεία από το αμερικανικό κράτος και απολαμβάνει φορολογικών διευκολύνσεων.

Παρά τη «βιτρίνα» της, έστω ετερόδοξης «επιστημονικής» αναζήτησης, το συνέδριο της Βηρυτού ήταν απλώς πρόσχημα για τη συνεύρεση και τον συντονισμό δράσης μεταξύ του εξτρεμιστικού Ισλάμ και του ευρωπαϊκού και αμερικανικού νεοναζισμού. O παγκοσμίως διάσημος από την υπόθεση «Γουότεργκεϊτ» δημοσιογράφος της «Ουάσιγκτον Ποστ», Μπομπ Γούντγουορντ, έγραψε εκ των υστέρων (στις 28 Οκτωβρίου) ότι ακριβώς στη Βηρυτό σχεδιάστηκαν οι επιθέσεις με βακίλους άνθρακα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Ο ίδιος ο Χούμπερ αναγνώρισε, με συνέντευξή του σε ελβετικό περιοδικό, ότι στη Βηρυτό συνάντησε μέλη της Αλ Κάιντα, τα οποία περιέγραφε ως «πολύ διακριτικούς, μορφωμένους, πολύ ευφυείς ανθρώπους». Στη Βηρυτό βρέθηκαν επίσης, με πρόσχημα το συνέδριο -το οποίο τελικά ματαιώθηκε με παρέμβαση του ίδιου του πρωθυπουργού του Λιβάνου, ύστερα από φορτικές αμερικανικές πιέσεις- Αμερικανοί ακροδεξιοί από την Καλιφόρνια. Αλλά ο πιο σημαντικός «σύνεδρος» ήταν ένας Γερμανός, ονόματι Χορστ Μάλερ.

Γεννημένος πριν από 65 χρόνια στην Τσεχοσλοβακία, ο Μάλερ έγινε διάσημος το 1969 ως συνήγορος υπεράσπισης του Αντρέας Μπάαντερ και της Γκούντρουν Ενσλιν, ηγετών της μαοϊκής RAF (Φράξια Κόκκινος Στρατός), μιας από τις ισχυρότερες τρομοκρατικές οργανώσεις του εικοστού αιώνα. Τον επόμενο χρόνο βγήκε και ο ίδιος στην παρανομία, ως μάχιμο στέλεχος της RAF, και εκπαιδεύτηκε ως αντάρτης των πόλεων στο παλαιστινιακό στρατόπεδο του Αλί Χασάν Σαλαμέχ. Με το που πατάει όμως το πόδι του στη Γερμανία, συλλαμβάνεται από τις Αρχές και καταδικάζεται σε φυλάκιση 14 χρόνων.

Τελικά, εκτίει μόνο τα δέκα χρόνια της ποινής του, έχοντας στο μεταξύ αποκηρύξει την τρομοκρατία, για να ασκήσει και πάλι το δικηγορικό επάγγελμα, από το 1988 και μετά. Για μια δεκαετία απέχει από κάθε πολιτική δραστηριότητα για να επανεμφανισθεί, ως διά μαγείας, το 1999. Αυτή τη φορά όχι ως αναρχικός ή μαοϊκός αλλά ως… εθνικοσοσιαλιστής, δηλαδή νεοναζί!

Το καλοκαίρι του 1999 γράφει τις «Θέσεις για τους Εβραίους της Γερμανίας», με περιεχόμενο που είναι εύκολο να μαντέψει κανείς και λίγο αργότερα γίνεται πλήρες μέλος του νεοναζιστικού NPD, στο οποίο ανήκει και ο Χούμπερ. Δεν διστάζει μάλιστα να υποστηρίξει δημόσια ότι ο σύγχρονος εθνικοσοσιαλισμός αποτελεί φυσιολογική συνέχεια των κινημάτων του Μάη του ’68, με κοινό νήμα την αντίθεση στην πλανητική κυριαρχία των ΗΠΑ, που ελέγχονται από το εβραϊκό λόμπι!

Οι αμερικανικές υπηρεσίες υποπτεύονται ότι ο Μάλερ και οι συνεργάτες του -ορισμένοι από τους οποίους ενδέχεται να έχουν ισχυρή δικτύωση- έπαιξαν βασικό ρόλο προς όφελος του γερμανικού πυρήνα της Αλ Κάιντα, που είχε τη βάση του στο Αμβούργο, απ’ όπου ξεκίνησε την προετοιμασία των επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου ο Μοχάμεντ Ατα, πιλότος-καμικάζι στο πρώτο αεροπλάνο που χτύπησε τους «δίδυμους πύργους». Αλλωστε, οι παλιές του διασυνδέσεις αφενός με αραβικές εξτρεμιστικές οργανώσεις, αφετέρου με κύκλους της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, ενδέχεται να αποδείχθηκαν πολύ χρήσιμες στα νέα του «καθήκοντα».

Με συνήγορο τον… Σρέντερ

Λεπτομέρεια: Συνήγορος υπεράσπισης του Χορστ Μάλερ στις δικαστικές του περιπέτειες τη δεκαετία του ’70 ήταν κάποιος… Γκέρχαρντ Σρέντερ, στέλεχος της αριστερής τάσης του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος SPD εκείνη την περίοδο και καγκελάριος της Γερμανίας σήμερα! H σύμπτωση αυτή, σε συνδυασμό με την απίστευτη πολιτική μεταμόρφωση του Μάλερ τα τελευταία δύο χρόνια, προσφέρεται για κάθε είδους παράτολμες σκέψεις.

Ισως επίσης δεν είναι τυχαίο ότι ο Σρέντερ διόρισε υπουργό Εσωτερικών έναν άλλο παλιό συνήγορο των «κόκκινων» τρομοκρατών, τον Οτο Σίλι, όπως δεν είναι τυχαίες οι εκ πρώτης όψεως αδικαιολόγητα πληθωρικές επιθέσεις του εναντίον της Ακροδεξιάς, την τελευταία διετία. Το πιθανότερο είναι ότι η πείρα και η πολιτική όσφρηση του Γερμανού καγκελάριου τον ωθούσαν στο συμπέρασμα ότι κάτι πολύ χοντρό «μαγειρεύεται» από τους κύκλους των πρώην «κόκκινων» που μεταπήδησαν στη «μαύρη» και «πράσινη» τρομοκρατία των νεοναζί και των ισλαμιστών.

Η παρά φύσιν συμμαχία μεταξύ εξτρεμιστικού Ισλάμ και εθνικιστικής ακροδεξιάς εμφανίζεται και στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μία από τις κυριότερες νεοναζιστικές οργανώσεις των ΗΠΑ, η «Εθνική Συμμαχία» του πρώην καθηγητή της Φυσικής, Γουίλιαμ Πιρς, έστειλε το εξής μήνυμα μέσω Ιντερνετ λίγες ώρες μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου: «Οποιος θέλει να οδηγήσει αεροπλάνο σε κτίριο με στόχο να σκοτώσει Εβραίους, είναι εντάξει. Μακάρι και τα δικά μας μέλη να είχαν έστω και στο μισό τα κότσια των δραστών του Μανχάταν»!

Στην επίσημη ιστοσελίδα της οργάνωσης, υποστηρίζεται ότι αιτία των τρομοκρατικών επιθέσεων στις ΗΠΑ ήταν η αμερικανική υποστήριξη στην ισραηλινή τρομοκρατία εις βάρος των Παλαιστινίων και ότι την πραγματική εξουσία στις ΗΠΑ την ασκεί το εβραϊκό λόμπι, το οποίο ελέγχει σχεδόν όλα τα σημαντικά μέσα ενημέρωσης. Μια άλλη οργάνωση, η «Δράση των Αρίων», λέει ανοιχτά στη δική της ιστοσελίδα ότι «υποστηρίζει τους Ταλιμπάν και την Αλ Κάιντα στη δράση τους εναντίον της εβραϊκής τυραννίας»!

Ο διαβόητος Λούις Φάραχαν

Ανησυχίες προκαλεί και η δράση της μεγαλύτερης οργάνωσης των μαύρων, του «Εθνους του Ισλάμ» υπό τον διαβόητο Λούις Φάραχαν, οργανωτή της περίφημης «πορείας ενός εκατομμυρίου μαύρων» στην Ουάσιγκτον, πριν από έξι χρόνια. O υπερσυντηρητικός φονταμενταλιστής Φάραχαν ενισχύθηκε από τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ επί Λίντον Τζόνσον και κυρίως επί Ρίτσαρντ Νίξον ως αντίβαρο απέναντι στο μαρξιστικών επαναστατικών προσανατολισμών κίνημα των Μαύρων Πανθήρων (κατηγορήθηκε μάλιστα για τη δολοφονία του μαχητικού ηγέτη των μαύρων, Μάλκολμ X, το 1965), φημολογείται δε ότι τροφοδοτείται με κεφάλαια αραβικής προέλευσης.

Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ο Φάραχαν ζήτησε από τον Μπους «να οδηγήσει την Αμερική στο δρόμο της μεταμέλειας, εγκαταλείποντας την άδικη πολιτική της υπέρ του Ισραήλ», προβλέποντας ότι σε διαφορετική περίπτωση, «θα έρθει η θεία κρίση και η Αμερική θα πάψει να υπάρχει με τη σημερινή της μορφή». Επιπλέον, ουσιαστικά χαιρέτισε την ισλαμική τρομοκρατία, υποστηρίζοντας ότι το Ισλάμ «δεν είναι μη βίαιη θρησκεία, αλλά εμπεριέχει την αρχή του δίκαιου πολέμου»!

Καθώς οι ανακρίσεις για τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ περιβάλλονται από αδιαπέραστο πέπλο μυστικότητας, δεν είναι γνωστό κατά πόσο οι διωκτικές αρχές έχουν βρει στοιχεία που εμπλέκουν την αμερικανική Ακροδεξιά. Φαίνεται ότι υπάρχουν, όμως, τουλάχιστον αποχρώσες ενδείξεις. Πέρα από τις καταγγελίες του Γούντγουορντ για την υπόθεση του άνθρακα (οι οποίες βασίζονταν σε πηγές της CIA και του FBI), υπενθυμίζουμε το άρθρο του Γουίλιαμ Σαφάιρ στους «Τάιμς της Νέας Υόρκης», σύμφωνα με το οποίο εξετάζεται η εκδοχή να υποβοηθήθηκαν οι καμικάζι της 11ης Σεπτεμβρίου από ακροδεξιούς με διασυνδέσεις σε μυστικές υπηρεσίες.

Κόβεται το νήμα

Αξιόπιστη διπλωματική πηγή υποστήριζε, πάντως, ότι ανώτατοι Αμερικανοί αξιωματούχοι εμφανίζονται εξαιρετικά ανήσυχοι για την αδυναμία των ανακριτικών αρχών να φτάσουν στο πραγματικό «κέντρο» που οργάνωσε τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. «Πιάνουν ένα νήμα και κάπου κόβεται, ύστερα ένα άλλο και πάλι το ίδιο. Απ’ όπου κι αν ξεκινήσουν, φτάνουν σε απροσπέλαστο τείχος», μας έλεγε χαρακτηριστικά. Συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι να αιωρείται πάντα ο φόβος νέων τρομοκρατικών χτυπημάτων. Είναι ενδεικτικό ότι, σύμφωνα πάντα με τις ίδιες πηγές, οι Αμερικανοί ζήτησαν το τελευταίο διάστημα τη συνδρομή αραβικών χωρών και οργανώσεων, όχι πάντα φιλικών προς τα συμφέροντά τους, ελπίζοντας ότι θα βγάλουν κάποια άκρη και υποσχόμενοι σοβαρά ανταλλάγματα για μια τέτοια συνεργασία.

Ορισμένοι κύκλοι της αμερικανικής διοίκησης, πάντως, φέρεται να στρέφονται προς την άποψη ότι, ανεξάρτητα από την εξόντωση του Μπιν Λάντεν (την οποία θεωρούν βέβαιη), το πρόβλημα «Αλ Κάιντα» με τις σοβαρότατες διεθνείς διαπλοκές του θα συνεχίσει να απασχολεί για χρόνια την αμερικανική πολιτική, τηρουμένων των αναλογιών, όπως το πρόβλημα IRA που ταλαιπωρεί τη Βρετανία από τη δεκαετία του ’20…