ΚΟΣΜΟΣ

Οι στόχοι και οι φόβοι του Ερντογάν στη Λιβύη

Οι στόχοι και οι φόβοι του Ερντογάν στη Λιβύη

Εννέα χρόνια μετά την ανατροπή του Μουαμάρ Καντάφι, η κατάσταση στη Λιβύη έχει φθάσει σε τέτοιο σημείο που να απαιτείται η άμεση κινητοποίηση των ηγετών Γερμανίας, Ρωσίας, Τουρκίας, Βρετανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Αιγύπτου, καθώς και του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, προκειμένου να βρεθεί ένας τρόπος να «παγώσει» ο λιβυκός εμφύλιος. Κύριο ζητούμενο της διεθνούς διάσκεψης που διεξάγεται σήμερα στο Βερολίνο, είναι να μετατραπεί η προσωρινή κατάπαυση του πυρός, που ισχύει από την περασμένη Κυριακή, σε μόνιμη εκεχειρία και να εφαρμοστεί το εμπάργκο όπλων του ΟΗΕ.

Στο Βερολίνο ίσως διευκρινισθεί πώς θα γίνει αυτό. Με την ενίσχυση της δύναμης του ΟΗΕ που ήδη βρίσκεται στη χώρα, με την αποστολή ευρωπαϊκής ειρηνευτικής δύναμης, όπως δήλωσε ο επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Ζοζέπ Μπορέλ, ή με την πιθανή ενσωμάτωση της δεύτερης στην πρώτη.

Σε κάθε περίπτωση, οι ηγέτες θα επιχειρήσουν να πείσουν τις δύο πλευρές (τον επικεφαλής της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης της Τρίπολης, Φαγέζ αλ Σαράζ, και τον ισχυρό άνδρα της ανατολικής Λιβύης, Χαλίφα Χαφτάρ) να αφήσουν τα όπλα, παγιώνοντας το status quo, σύμφωνα με το οποίο ο Σαράζ ελέγχει μια μικρή περιοχή γύρω από την πρωτεύουσα Τρίπολη και ο Χαφτάρ ελέγχει τη Βεγγάζη και το μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Η απόπειρα του Χαφτάρ να «τελειώσει» την παρτίδα, κατακτώντας την Τρίπολη, ξεκίνησε τον Απρίλιο και έχει οδηγήσει τα πράγματα στο σημείο όπου βρίσκονται σήμερα.

Μπροστά στο ενδεχόμενο δεινής στρατιωτικής ήττας, ο Σαράζ έπεσε στην αγκαλιά της Τουρκίας, με την οποία υπέγραψε τον Νοέμβριο το άκυρο μνημόνιο συνεργασίας για την κατανομή των θαλασσίων ζωνών, συνοδευόμενο από μνημόνιο στρατιωτικής συνεργασίας. Η Αγκυρα έχει στείλει στη Λιβύη τεθωρακισμένα οχήματα και drones, αλλά η στρατιωτική συνεργασία μέχρι στιγμής έχει λάβει μια παράδοξη μορφή. Ο Ερντογάν στέλνει στον Σαράζ Σύρους μαχητές που βρίσκονται υπό τον έλεγχό του και όχι επίσημο τουρκικό στρατό, εν μέρει λόγω των αντιδράσεων της τουρκικής κοινής γνώμης στην περιπέτεια αυτή. Σύμφωνα με τους αναλυτές Αϊκάν Ερντεμίρ και Μπρένα Κνίπεν του συνδεόμενου με την αμερικανική κυβέρνηση ινστιτούτου FDD, τουλάχιστον ένας στους δύο Τούρκους πολίτες διαφωνεί με την αποστολή στρατευμάτων στη Λιβύη.

«Ο ισχυρισμός της τουρκικής κυβέρνησης ότι η Λιβύη είναι κρίσιμη για την υπεράσπιση της “γαλάζιας πατρίδας”, των μαξιμαλιστικών απαιτήσεων της Τουρκίας στη Μεσόγειο δεν έχει πείσει τους ψηφοφόρους», αναφέρουν οι αναλυτές.

Η ψηφοφορία

Η έλλειψη ενθουσιασμού φάνηκε και στην ψηφοφορία στην τουρκική Εθνοσυνέλευση, στην οποία, αντίθετα με τις ψηφοφορίες για τις τουρκικές επεμβάσεις στη Συρία, καταγράφηκαν έντονες διαφωνίες της αντιπολίτευσης. Η Αλγερία και η Τυνησία έχουν αποκλείσει τη χρήση του εδάφους τους για τη διέλευση τουρκικών στρατευμάτων, ενώ από την άλλη πλευρά των συνόρων, η Αίγυπτος πνέει τα μένεα εναντίον του Ερντογάν για την ανάμειξή του στη Λιβύη.  Σύμμαχος της Τουρκίας στην υπόθεση αυτή είναι το Κατάρ, το οποίο θεωρείται χρηματοδότης της κυβέρνησης της Τρίπολης. Η εφημερίδα Guardian αποκάλυψε ότι οι μαχητές που η Τουρκία μετέφερε από τη Συρία στη Λιβύη λαμβάνουν το αστρονομικό για τα δεδομένα τους ποσό των 2.000 δολαρίων τον μήνα, με εγγυημένη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και χορήγηση τουρκικής υπηκοότητας. Σύμφωνα με την εφημερίδα, οι πρώτες φουρνιές των συνολικά 2.000 Σύρων εστάλησαν στις αρχές Ιανουαρίου στην πρώτη γραμμή, στα νότια της Τρίπολης, και ήδη τέσσερις έχουν σκοτωθεί. Σημειώνεται ότι ο Σαράζ μπορεί να είναι διεθνώς αναγνωρισμένος, αλλά δεν ελέγχει κάποιου είδους οργανωμένο λιβυκό στρατό, βασιζόμενος αντιθέτως σε πολιτοφυλακές που έχουν συμμαχήσει μαζί του.

Από την άλλη πλευρά του μετώπου βρίσκονται οι δυνάμεις του Χαφτάρ, με τη χρηματοδότηση και τη στρατιωτική ενίσχυση των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, που έχουν αναδειχθεί σε σημαντικό παίκτη στη λιβυκή σύγκρουση. Ο Χαφτάρ έχει επίσης τη στήριξη της Αιγύπτου, ενώ η πορεία του προς την Τρίπολη διευκολύνθηκε από τις υπηρεσίες 3.000 Σουδανών και 600 μισθοφόρων της ρωσικής εταιρείας Wagner. Η Μόσχα υποστήριξε πως η συμμετοχή της εταιρείας προέκυψε από ιδιωτική συμφωνία που δεν αφορά το Κρεμλίνο, αν και, φυσικά, τώρα που η Μόσχα στοχεύει στην αποκλιμάκωση, οι μισθοφόροι αποσύρθηκαν από την πρώτη γραμμή.

Την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ενωση αναζητούσε κοινή γραμμή στο Λιβυκό, με την Ιταλία να υποστηρίζει τον Σαράζ και τη Γαλλία να υποστηρίζει τον Χαφτάρ, η Ρωσία και η Τουρκία αποφάσισαν να μη διακινδυνεύσουν την εκτεταμένη μεταξύ τους συνεργασία επειδή έτυχε να υποστηρίζουν αντίπαλα στρατόπεδα στη Λιβύη. Ετσι προέκυψε η κατάπαυση πυρός της περασμένης Κυριακής και οι διαπραγματεύσεις της Δευτέρας στη Μόσχα, στις οποίες ο μεν Σαράζ προσυπέγραψε τη ρωσοτουρκική πρόταση για εκεχειρία, ο δε Χαφτάρ αποχώρησε, οδηγώντας τον Ερντογάν να τον απειλήσει ότι θα του δώσει «ένα μάθημα».

Για την Τουρκία, όμως, το «μάθημα», δηλαδή μια πιο ενεργή στρατιωτική εμπλοκή σε μια αναζωπυρωμένη σύρραξη, είναι απευκταίο σενάριο. Βασικός στόχος του Ερντογάν στη σημερινή διάσκεψη είναι να μην ξεφύγει η κατάσταση στρατιωτικά ώστε να μη ρισκάρει τις σχέσεις του με τη Μόσχα και να μη στρέψει την τουρκική κοινή γνώμη εναντίον του. Αντιθέτως, αυτό που θέλει πάνω από όλα είναι να «παγώσει» η σύρραξη ως έχει, ώστε να αρχίσει να εκμεταλλεύεται τη θαλάσσια ζώνη που αυθαίρετα όρισε.

Ρεαλιστικός συγκερασμός συμφερόντων

Το «πάγωμα» της σύρραξης συμφέρει και τη Γαλλία και την Ιταλία, όπως ανέφερε η εφημερίδα Repubblica. «Μια τέτοια απόφαση θα είχε τουλάχιστον ως αποτέλεσμα να διασφαλίσει εν μέρει τα συμφέροντα της ΕΝΙ (κρατική ιταλική εταιρεία πετρελαίου) στην περιοχή», έγραψε η ιταλική εφημερίδα. «Κατά βάθος, με την ίδια λογική, τη διασφάλιση των φιλοδοξιών της Τotal, κινήθηκε και το Παρίσι αυτή την εβδομάδα, τερματίζοντας μήνες μπρα ντε φερ με τη Ρώμη. Με λίγα λόγια, η Ιταλία και η Γαλλία, χάρη κυρίως στη μεσολάβηση του Βερολίνου, είναι έτοιμες να υπογράψουν μια εκεχειρία στο όνομα της αποστολής ευρωπαϊκής δύναμης, στο όνομα του ελέγχου της μετανάστευσης και των ενεργειακών τους συμφερόντων», κατέληξε η εφημερίδα. Συμπέρασμα: Από τη διάσκεψη του Βερολίνου δεν θα προκύψει κανενός είδους πολιτική λύση, παρά μόνο ένας ρεαλιστικός συγκερασμός συμφερόντων, που θα τερματίσει τη θερμή φάση της σύγκρουσης, με τρόπο που συμφέρει τους βασικούς παίκτες, ένας εκ των οποίων είναι η Τουρκία.