ΚΟΣΜΟΣ

Το «σαράκι» και το άγχος της κλιματικής αλλαγής

gkat_08_2901_page_1_image_0002

«Είναι εφιαλτικό αυτό που συμβαίνει, δες την Αυστραλία, τις καταστροφές που φέρνει η κλιματική αλλαγή, νιώθω ότι δεν υπάρχει ελπίδα, δεν υπάρχει μέλλον». Η απελπισία στη φωνή της γυναίκας στο διπλανό παγκάκι με κάνει να στρέψω το βλέμμα. Τα μάτια της είναι βουρκωμένα, η όψη της καταβεβλημένη, «έχω χάσει τον ύπνο μου», ομολογεί στην παρέα της. Δεν είναι η μόνη. Την τελευταία διετία, άνθρωποι όλων των ηλικιών αναφέρουν ότι βιώνουν ολοένα εντεινόμενα συναισθήματα άγχους για το ενδεχόμενο μιας οικολογικής καταστροφής που θα οδηγήσει στον αφανισμό της ζωής στον πλανήτη.

Ο όρος eco-anxiety εμφανίζεται ολοένα και συχνότερα σε δηλώσεις και μελέτες ειδικών, για να περιγράψει τη συναισθηματική και ψυχολογική επιβάρυνση που βιώνουν εκατομμύρια πολίτες, ενώ ψυχαναλυτές και οικοψυχολόγοι επιστρατεύονται για την ανάλυση του φαινομένου. «“Δεν υπάρχει ελπίδα” είναι η φράση που συχνότερα ακούω, ιδιαίτερα από τους νεότερους πελάτες μου. Τους διακατέχει η αίσθηση ότι το μέλλον είναι πολύ αβέβαιο και είναι πολύ δύσκολο να ζήσουν με αυτή», ομολογεί η οικοψυχολόγος Μαίρη-Τζέιν Ραστ.

Η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία έχει ήδη ασχοληθεί με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην ψυχική και πνευματική υγεία, συγκαταλέγοντας σε αυτές το «οικολογικό άγχος», ενώ ο κλάδος της οικοψυχολογίας αναπτύσσει εργαλεία και ενημερώνει για τις μεθόδους αντιμετώπισής του.

Στη Βρετανία, η μη κερδοσκοπική οργάνωση Climate Psychology Alliance δέχεται σχεδόν καθημερινά αιτήματα από οργανισμούς ή μεμονωμένα άτομα που ζητούν τη βοήθεια των ψυχολόγων-ψυχοθεραπευτών της, για να διαχειριστούν τα συναισθήματα αυτά.

Η Καρολάιν Χίκμαν είναι ψυχοθεραπεύτρια, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Μπαθ και μέλος της οργάνωσης Climate Psychology Alliance και συγκαταλέγεται μεταξύ των κορυφαίων ειδικών στο θέμα σε διεθνές επίπεδο. «Πρόκειται για άγχος ή θλίψη που σχετίζεται με οικολογικές, πολιτιστικές και κοινωνικές απειλές», διευκρινίζει στην επικοινωνία μας.

«Είναι ένας φόβος οικολογικής καταστροφής και Αποκάλυψης. Θα έβλεπα με σκεπτικισμό, όμως, την τάση ο όρος να χρησιμοποιηθεί για να αποδοθεί παθολογία σε άτομα, για να υπονοήσει κάποιος ότι όποιος αγχώνεται για την κλιματική κρίση έχει πρόβλημα και να χαρακτηριστεί ψυχοπνευματικά ασθενής. Διότι, αν κάποιος δεν αισθάνεται άγχος για την κλιματική αλλαγή ή τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η βιοποικιλότητα, ανησυχώ για τη δική του ψυχοπνευματική υγεία. Η eco-anxiety δεν είναι ένα πρόβλημα ψυχικής υγείας που πρέπει να θεραπευτεί, αλλά μια υγιής απάντηση στην κατάσταση που αντιμετωπίζουμε».

Συμπληρώνει δε ότι «δεν πρόκειται απλά για άγχος και αγωνία, αλλά για ένα μείγμα συναισθηματικών αντιδράσεων, όπως κατάθλιψη, πένθος, φόβος, θυμός, τρόμος, λύπη, ενοχή και ντροπή. Αυτά τα συναισθήματα έρχονται μαζί με τη συνειδητοποίηση της πραγματικότητας, είναι τρόπον τινά το τίμημα που πληρώνουμε καθώς γινόμαστε πιο συνειδητοποιημένοι. Μπορούμε, λοιπόν, να μιλάμε και για οικο-αφύπνιση».

«Είναι φυσιολογικό να νιώθει κανείς άγχος σε ανησυχητικές καταστάσεις, όπως σε πόλεμο ή αν λάβει μια σοβαρή ιατρική διάγνωση, και οι επιστήμονες του κλίματος έχουν δημοσιοποιήσει μια πολύ σοβαρή “διάγνωση” για τον πλανήτη», επισημαίνει και η δρ Ραστ. «Πρόκειται για κρίσιμη κατάσταση που ελπίζω να μας οδηγήσει σε δράση. Δεν θεωρώ, όμως, αυτό το υγιές και αναμενόμενο άγχος ως διαταραχή που πρέπει να θεραπευτεί. Η eco-anxiety δεν είναι ασθένεια, εκτός αν τα συμπτώματά της εμποδίζουν την ομαλή καθημερινότητα του ατόμου».

Το «οικολογικό άγχος» δεν είναι καινούργιο· επιστήμονες, ακτιβιστές κ.λπ. ανέφεραν ανάλογα συναισθήματα εδώ και δεκαετίες, ήταν όμως μια μικρή ομάδα. Αυτό που έχει αλλάξει είναι ότι έχει αυξηθεί ο αριθμός των πολιτών που βιώνουν eco-anxiety. «Εργάζομαι ως οικοψυχολόγος εδώ και είκοσι χρόνια. Τελευταία παρατηρώ αύξηση των ανθρώπων που έρχονται στο γραφείο μου και επιθυμούν να μιλήσουν για τη σχέση τους με τη γη», ομολογεί η δρ Ραστ και προσθέτει ότι «έπειτα από τη δημοσιοποίηση της τελευταίας έκθεσης της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή έχει αυξηθεί και ο αριθμός των πελατών που νιώθουν την ανάγκη να αναφερθούν στον όρο eco-anxiety. Πια, οι περισσότεροι πελάτες μου μιλούν συχνά για την κλιματική αλλαγή».

Αφύπνιση και δράση

Αρκεί μια ματιά στα επιστημονικά άρθρα, στα ντοκιμαντέρ του σερ Ντέιβιντ Ατένμπορο και στις ομιλίες της Γκρέτα Τούνμπεργκ για να αρχίσει κανείς να αισθάνεται, αν μη τι άλλο, ανήσυχος υποστηρίζει η δρ Χίκμαν.

Το «οικολογικό άγχος» επιδεινώνεται, σημειώνει, από τη διαπίστωση ότι οι κυβερνήσεις, οι διεθνείς οργανισμοί και οι εταιρείες μένουν άπρακτες μπροστά στον κίνδυνο. Το θετικό είναι, καταλήγει, ότι μπορεί να λειτουργήσει ως αφετηρία ή κίνητρο ώστε να κινητοποιηθούμε κάνοντας κάτι για να προστατεύσουμε τη γη. «Η διαδικασία ξεκινά με τη συνειδητοποίηση του τι συμβαίνει στον πλανήτη μας. Αρχίζουμε να νιώθουμε αγωνία. Οι άμυνές μας επιστρατεύονται και σκεπτόμαστε ότι δεν μπορεί να είναι τόσο άσχημα τα πράγματα και σίγουρα κάποιος μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτό. Στη συνέχεια αντιλαμβανόμαστε ότι αυτός ο “κάποιος” είμαστε εμείς και αυτό μπορεί να μας κάνει να αναλάβουμε δράση», εξηγεί η δρ Χίκμαν. «Το ζητούμενο είναι να βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στην αγωνία για το μέλλον και στη δράση και να τη χρησιμοποιήσουμε για να οικοδομήσουμε μια ζωή με νόημα».

Τα παιδιά

«Το πρώτο πράγμα που θα έλεγα σε κάποιον είναι “δεν είσαι τρελός”» σημειώνει η δρ Χίκμαν. Είναι πολύ σημαντικό για όποιον βιώνει αυτή την τρομερή αγωνία να μην νιώθει μόνος, επισημαίνει, και παροτρύνει ιδιαίτερα τους γονείς να δίνουν βάση στις ανησυχίες των παιδιών τους. «Βλέπω νέα παιδιά που είναι δυσαρεστημένα επειδή οι γονείς τους δεν συμμερίζονται την αγωνία τους και απλά τους λένε ότι “όλα θα πάνε καλά”.

Αυτή δεν είναι μια υπόσχεση που μπορεί να δώσουν οι γονείς, γιατί δεν είναι βέβαιο ότι όλα θα πάνε καλά», τονίζει. Τα παιδιά νιώθουν πιο καθαρά την ανάγκη για επείγουσα δράση όπως έχει γίνει εμφανές από τις ογκώδεις διαδηλώσεις για το κλίμα ανά τον κόσμο. «Είναι λογικό γιατί πρόκειται για το μέλλον τους», σημειώνει η δρ Χίκμαν. «Με όποιο παιδί και αν έχω μιλήσει ομολογεί ότι νιώθει eco-anxiety.

Είναι επίσης πεπεισμένοι οι νέοι ότι οι ενήλικες πρέπει να τους ακούσουν και ότι πρέπει να έχουν το κουράγιο και την ειλικρίνεια να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα με την οποία όλοι θα έρθουμε αντιμέτωποι. Τέλος, να μη λένε ψέματα στα παιδιά, γιατί κι αυτό είναι μια μορφή προδοσίας και εγκατάλειψής τους». Συνολικά, καταλήγει, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι αυτό που διαφοροποιεί το οικολογικό άγχος από άλλα προβλήματα είναι ότι δεν είναι ατομικό, είναι ένα συλλογικό συναίσθημα.