ΚΟΣΜΟΣ

Εχασε τη μάχη με τον κορωνοϊό ο Χιλιανός συγγραφέας Λουίς Σεπούλβεδα

sepulveda

Ο στρατευμένος χιλιανός συγγραφέας Λουίς Σεπούλβεδα, ο οποίος είχε εξορισθεί από τη δικτατορία του Αουγκούστο Πινοτσέτ, πέθανε σε ηλικία 70 ετών στην Ισπανία από την Covid-19, ανακοίνωσε σήμερα ο εκδοτικός οίκος του.

«Ο συγγραφέας Λουίς Σεπούλβεδα πέθανε στο Οβιέδο. Η ομάδα του Tusquets Editores εκφράζει τη βαθιά θλίψη της για την απώλειά του», γράφει ο ισπανικός εκδοτικός όμιλος στην ανακοίνωση που εξέδωσε.

Οπως έγινε γνωστό, ο Σεπούλβεδα – γωστός για το μπεστ-σέλερ του «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» – νοσηλευόταν εδώ και ενάμιση μήνα στο Οβιέδο στην περιφέρεια της Αστούριας, τόπο κατοικίας του για πάνω από 20 χρόνια. Είχε προσβληθεί από τα συμπτώματα του κορονοϊού μετά την επιστροφή του από ένα λογοτεχνικό φεστιβάλ στην Πορτογαλία

Ο Σεπούλβεδα είναι ο συγγραφέας περίπου είκοσι μυθιστορημάτων (ανάμεσα στα οποία και θρίλερ), χρονικών, διηγημάτων και βιβλίων για παιδιά που έχουν μεταφρασθεί σε πενήντα χώρες.

Ο συγγραφέας, ο οποίος γεννήθηκε τον Οκτώβριο 1949 στο Οβάγιε, μια πόλη που βρίσκεται βόρεια της πρωτεύουσας Σαντιάγο, εντάχθηκε από πολύ νέος στην κομμουνιστική νεολαία και μετά στο Σοσιαλιστικό Κόμμα. Εξαιτίας της ένταξής του αυτής συνελήφθη το 1973 από το καθεστώς του στρατηγού Αουγκούστο Πινοτσέτ.

Θα αναφερθεί σ' αυτή τη σκοτεινή περίοδο στο βιβλίο του «Η τρέλα του Πινοτσέτ» ("La locura de Pinochet, 2003).

«Γράφω γιατί πιστεύω στη μάχιμη δύναμη των λέξεων», έλεγε ο συγγραφέας, ο οποίος περίμενε μέχρι το 2017 για να ανακτήσει τη χιλιανή υπηκοότητά του που του είχε στερήσει ο Πινοτσέτ.

Αφού έμεινε στη φυλακή για δυόμιση χρόνια, τέθηκε σε κατ' οίκον περιορισμό χάρη στην παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας και κατάφερε να διαφύγει και να παραμείνει σχεδόν έναν χρόνο στην παρανομία. Συνελήφθη και πάλι και καταδικάσθηκε σε κάθειρξη 28 ετών, μια ποινή που μετατράπηκε σε εξορία και πάλι χάρη στη Διεθνή Αμνηστία.

Αναχώρησε από τη Χιλή το 1977 και δεν επέστρεψε ποτέ για να εγκατασταθεί.

Αρχικά επρόκειτο να εξορισθεί στη Σουηδία, όμως δραπέτευσε σ' έναν σταθμό στην Αργεντινή και άρχισε μία περιπλάνηση πολλών ετών στη Νότια Αμερική, ιδρύοντας θεατρικούς θιάσους στον Ισημερινό, στο Περού και στην Κολομβία και στρατεύθηκε στο πλευρό των Σαντινίστας στη Νικαράγουα.

Το 1978 και στο πλαίσιο ενός προγράμματος της Unesco, μοιράσθηκε για έναν χρόνο τη ζωή του και τις εμπειρίες του με τους ινδιάνους Σουάρ και η γνωριμία του μαζί τους θα του δώσει την έμπνευση για το «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» (1989): το πρώτο του μυθιστόρημά του που μεταφράσθηκε σε 35 γλώσσες και μας προσκαλεί να ξανασκεφθούμε τη σχέση μας με τη φύση.

Εγκαταλείποντας τη Λατινική Αμερική, ο Σεπούλβεδα από το 1982 εγκαταστάθηκε στην Ευρώπη, πρώτα στο Αμβούργο, στη Γερμανία, όπου ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία και συνεργάσθηκε για χρόνια με την Greenpeace, με την οποία όργωσε τις θάλασσες.

Αφού ξαναβρήκε την πρώτη γυναίκα του, την ποιήτρια Κάρμεν Γιάνιες, που είχε βασανισθεί από τη χιλιανή δικτατορία, εγκαταστάθηκε το 1996 στην Χιχόν, στης Αστούριας.

Ο Λουίς Σεπούλβεδα, ο οποίος είχε επίσης μια μάλλον περιθωριακή δραστηριότητα ως σεναριογράφος και σκηνοθέτης, έγραψε μεταξύ άλλων τα βιβλία Patagonia Express, Χρονικά του περιθωρίου, Το τέλος της ιστορίας.

Ένα άλλο βιβλίο του που σημείωσε μεγάλη επιτυχία ήταν «Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ' ένα γλάρο να πετάει». Απευθύνεται σε «νέους από 8 έως 88 ετών» και έγινε και ταινία κινουμένων σχεδίων.

Αναλυτικά το βιογραφικό του

Ο Λουίς Σεπούλβεδα είχε γεννηθεί στις 4 Οκτωβρίου του 1949 στο Οβάγιε, της επαρχίας Λιμαρί στη βόρεια Χιλή. 

Αφού τελείωσε το Γυμνάσιο στο Σαντιάγο σπούδασε θεατρική σκηνοθεσία στο Εθνικό Πανεπιστήμιο της Χιλής. Διατέλεσε ηγέτης του φοιτητικού κινήματος τα χρόνια των σπουδών όντας μέλος του Κομμουνιστικού κόμματος της Χιλής και επί κυβέρνησης Σαλβαδόρ Αλιέντε υπήρξε στέλεχος στο τμήμα των πολιτιστικών θεμάτων, όπου ήταν υπεύθυνος για μια σειρά από φθηνές εκδόσεις για το ευρύ κοινό. Επίσης ενήργησε ως μεσολαβητής της κυβέρνησης και των επιχειρήσεων της Χιλής.

Μετά το πραξικόπημα του 1971, που έφερε στην εξουσία τον Αουγούστο Πινοσέτ και την δικτατορία του, φυλακίστηκε για 2,5 χρόνια και στη συνέχεια, αφού αποφυλακίστηκε υπό όρους μετά από τις πολλές προσπάθειες του γερμανικού παραρτήματος της Διεθνούς Αμνηστίας, κρατήθηκε σε κατ΄ οίκον περιορισμό. Κατάφερε να δραπετεύσει και έζησε παράνομα για ένα χρόνο περίπου. Με τη βοήθεια ενός φίλου, ο οποίος ήταν επικεφαλής της Aliance Française στο Βαλπαραΐσο, έστησε μια θεατρική ομάδα που έγινε η πρώτη πολιτιστική εστία αντίστασης. Ο ίδιος συνελήφθη εκ νέου και καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη για προδοσία και ανατροπή του πολιτεύματος. Η ποινή αργότερα μειώθηκε σε 28 χρόνια.

Το γερμανικό τμήμα της Διεθνούς Αμνηστίας παρενέβη πάλι το 1977 και η ποινή του μετατράπηκε σε οκτώ χρόνια εξορίας. Φεύγοντας από τη Χιλή για τη Σουηδία, (τον τόπο που είχε αποφασιστεί να εξοριστεί) όπου θα δίδασκε ισπανική λογοτεχνία, στην πρώτη του στάση στο Μπουένος Άιρες δραπέτευσε και κατάφερε να πάει στην Ουρουγουάη. Επειδή όμως οι πολιτικές συνθήκες στην Αργεντινή και την Ουρουγουάη ήταν παρόμοιες με αυτές στην πατρίδα του, ο Λουίς Σεπούλβεδα πήγε στο Σάο Πάολο στη Βραζιλία και στη συνέχεια, στην Παραγουάη. Παρόλα αυτά όμως έπρεπε να φύγει πάλι, λόγω του τοπικού καθεστώτος και εγκαταστάθηκε τελικά στο Κίτο του Εκουαδόρ φιλοξενούμενος του φίλου του Χόρχε Ενρίκε Αδούμ, όπου σκηνοθέτησε για το θέατρο Alliance Française και ίδρυσε μια θεατρική εταιρεία. Επίσης έλαβε μέρος σε μια εκστρατεία της UNESCO της αξιολόγησης του αντίκτυπου του αποικισμού στους Ινδιάνους Σουάρ.

Το 1979 εντάχθηκε στη Διεθνή Ταξιαρχία που αγωνιζόταν στη Νικαράγουα και μετά τη νίκη της επανάστασης εκεί άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος. Ένα χρόνο αργότερα έφυγε για την Ευρώπη και πήγε στο Αμβούργο. Λόγω του θαυμασμού του για τη γερμανική λογοτεχνία (έμαθε τη γλώσσα στη φυλακή), ιδιαίτερα τους ρομαντικούς Νοβάλις και Φρήντριχ Χαίλντερλιν. Στην Γερμανία εργάστηκε ως δημοσιογράφος ταξιδεύοντας πολύ στη Λατινική Αμερική και την Αφρική. Το 1982 ήρθε σε επαφή με την Greenpeace και εργάστηκε μέχρι το 1987 ως μέλος πληρώματος σε ένα από τα πλοία τους. Αργότερα λειτούργησε ως συντονιστής μεταξύ των διαφόρων κλάδων της οργάνωσης.