ΚΟΣΜΟΣ

Ενας Σουηδός περιηγητής κάνει Πάσχα στα Ιεροσόλυμα

enas-soyidos-periigitis-kanei-pascha-sta-ierosolyma-2374033

Το ταξίδι τού κόστισε σίγουρα μια περιουσία, αλλά ο 18ος αιώνας –και ιδιαίτερα το δεύτερο μισό του– έδωσε φτερά στους ταξιδιώτες που κινούνταν προς την ανατολική Μεσόγειο. Ηταν η εποχή κατά την οποία διαμορφώθηκε ο ιδεώδης τύπος του Ευρωπαίου περιηγητή, ένας μορφωμένος, οξυδερκής, ανιδιοτελής και γενναίος άνδρας που επιθυμούσε να διευρύνει τα όρια της γνώσης και να καταρρίψει προκαταλήψεις. Κάπως έτσι ήταν μάλλον και ο Σουηδός Φρέντρικ Χάσελκβιστ (Fredrik Hasselquist): μαθητής του περίφημου βοτανολόγου Λιναίου (Carl Linnaeus) στην Ουψάλα, φυσιοδίφης ο ίδιος και βοτανολόγος, ξεκίνησε από τη χώρα του το 1749 για να συγκεντρώσει πληροφορίες σχετικά με τη φυσική ιστορία, την ιατρική και το εμπόριο. Με τα σύγχρονα δεδομένα αυτός ο επιστήμονας-περιηγητής πλήρωσε προκειμένου να γνωρίσει τον κόσμο της Ανατολής –ένα πολυετές και ριψοκίνδυνο ταξίδι–, όσα περίπου θα έδινε για να κάνει τον γύρο του κόσμου.

Και σαν όλο αυτό να συνέβη όντως τώρα, την εποχή της πανδημίας, το ταξίδι κόστισε στον Χάσελκβιστ τη ζωή του. Εχοντας ήδη ενδιαφερθεί για τη φυσική ιστορία της Παλαιστίνης, και μη βρίσκοντας αρκετές πληροφορίες για τις μελέτες του αποφάσισε ότι θα φτάσει μέχρι εκεί περνώντας νωρίτερα από την Αίγυπτο, την Κύπρο, κάποια ελληνικά νησιά και τη Μικρά Ασία. Ομως, δεν έφτασε ποτέ στον τελικό προορισμό του.

Αρρώστησε και πέθανε στη Σμύρνη στα 1752, ίσως από την πανούκλα που θέριζε στα μέσα εκείνου του αιώνα. Τα ημερολόγιά του επεξεργάστηκε ο Λιναίος και εκείνος φρόντισε ώστε να εκδοθούν. 

Ο πλούτος των περιηγητικών κειμένων είναι αστείρευτος, και οι αναγνώστες χρωστάμε πολλά στο τετράτομο έργο τού δημοσιογράφου και ιστοριοδίφη Κυριάκου Σιμόπουλου για τους «Ξένους περιηγητές στην Ελλάδα» (εκδ. Πιρόγα). Πέρα από τη συμβολή του στην επιστημονική μελέτη, ο Σιμόπουλος μάς προτείνει με τα βιβλία του ένα πραγματικά περιπετειώδες ανάγνωσμα, και μας ξαναβγάζει στον δρόμο σε μια εποχή καταναγκαστικού εγκλεισμού. Αυτό λοιπόν το παράξενο Πάσχα του 2020, ακολουθούμε τον Σουηδό επιστήμονα μέχρι τα Ιεροσόλυμα. Ηταν Μεγάλη Εβδομάδα του 1750 όταν έφτασε στην Ιερή Πόλη των χριστιανών, των Εβραίων και των μουσουλμάνων –μια πόλη που ειδικά κατά τις μεγάλες γιορτές συνέρρεαν πλήθη–, και παρακολούθησε τους χριστιανικούς εορτασμούς. Οι παρατηρήσεις του, έτσι όπως μεταφέρονται από τον Κ. Σιμόπουλο («Ανάσταση στα Ιεροσόλυμα» από το «Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τόμος Β΄), έχουν την αξία ντοκουμέντου και την πλοκή μυθιστορήματος.

«Το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης ο Fredrik Hasselquist παρακολούθησε την τελετή του Νιπτήρος στην Αγία Φωτεινή, που έγινε κάτω από λαμπρή φωταψία αμέτρητων κεριών και καντηλιών. Οι ψαλμωδίες ήταν αξιοθρήνητες, έγραψε. Και παρατήρησε ότι ενώ στην πατρίδα του μπορεί κανείς να αποκοιμηθεί κατά τη διάρκεια της λειτουργίας, στην Ελλάδα είναι αδύνατον. “Γιατί όλοι στέκονται όρθιοι, σταυροκοπιούνται αδιάκοπα και κάνουν μετάνοιες και γονυκλισίες”. Παρακολούθησε και τη θεία κοινωνία. Για άρτο χρησιμοποίησαν παξιμάδια. Τα θρυμμάτισε ο επίσκοπος σε κομματάκια και ύστερα άρχισε τη μετάληψη από τους ιερείς που στέκονταν γύρω από την Αγία Τράπεζα. Επαιρναν με τη σειρά ένα κομματάκι, το δάγκωναν και ύστερα κοινωνούσαν από το δισκοπότηρο που τους πρόσφερε ο επίσκοπος. Η θεία κοινωνία γινόταν από έναν παπά “από το παράθυρο του ιερού”: δύο κουταλιές μετάληψη σε κάθε χριστιανό από το ασημένιο δισκοπότηρο».

Τη Μεγάλη Παρασκευή έγινε ο θρήνος του Επιταφίου. «Δεν τόλμησα να παρακολουθήσω τη σκηνή γιατί δεν άντεχα να ακούω τα ουρλιαχτά τους που μου προκαλούσαν τρόμο», γράφει.

«Τα μεσάνυχτα του Μεγάλου Σαββάτου ο ναός του Αγίου Τάφου αντηχεί από τις κραυγές Χριστός Ανέστη, χαρούμενο ξέσπασμα για το τέλος της νηστείας. Την ίδια στιγμή αρχίζουν όλοι να τρώνε μέσα στην εκκλησία ό,τι έχουν κουβαλήσει μαζί τους. Υστερα βγαίνουν κατά μάζες αλλά μέσα σε τέτοια ακαταστασία, σύγχυση και κοσμοχαλασιά που πολλοί πλήρωσαν ακριβά την Ανάσταση. Την ημέρα του Πάσχα οι δρόμοι της Ιερουσαλήμ ήταν πλημμυρισμένοι από Ελληνες που έκαναν χίλιες τρέλες και συναγωνίζονταν ποιος θα ξεπεράσει τον άλλο στο φαΐ και το πιοτό. Πέρασαν τον φράγκικο δρόμο χορεύοντας με συνοδεία μουσικών οργάνων. Ενα από αυτά ήταν βοϊδίσια μεμβράνη απλωμένη πάνω σ ένα τσέρκι. Ο μουζικάντης το χτυπούσε με τα δάχτυλα. Είδε έναν Ελληνα να ισορροπεί στην κορφή του κεφαλιού του ένα μπουκάλι γεμάτο νερό με ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα».

«Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα της ασυγκράτητης ευθυμίας δεν γίνονται ούτε φόνοι, ούτε άλλα έκτροπα», σημειώνει ο Σουηδός περιηγητής. «Ο επίσκοπος φροντίζει από την παραμονή της Λαμπρής να απειλήσει με αφορισμό εκείνους που θα τολμήσουν να κρατούν απάνω τους μαχαίρι ή πιστόλα».