ΚΟΣΜΟΣ

Που πήγαν όλα τα παιδιά;

lloyd-parry

Λένε πως η άνοιξη συμβολίζει την αναγέννηση. Η γιορτή του Πάσχα ακόμα περισσότερο, με τις καταβολές της από τις παγανιστικές τελετές του Διονύσου: θάνατος, ανάσταση, αναγέννηση – της φύσης, του εσώτερου εαυτού. Ισως γι’ αυτό –ή μάλλον και γι’ αυτό- πολλοί θυμούνται, συλλογίζονται, τέτοιες ημέρες (σε καιρό παύσης, «διακοπής») απώλειες και απουσίες, ειδικά φέτος που η άνοιξη και το Πάσχα βιώνονται απ’ όλους μας στη σκιά της πανδημίας και του εγκλεισμού. Η έννοια της «διακοπής», της παύσης, απέκτησε άλλη διάρκεια: πλέον, τείνει να αντικαταστήσει την κανονικότητα της ρουτίνας της αδιάκοπης κούρσας.

Ο Βρετανός δημοσιογράφος και συγγραφέας Ρίτσαρντ Λόιντ Πάρι γνώρισε, ερεύνησε και κατέγραψε ένα άλλο, διαφορετικό πρόσωπο της απώλειας – ή της συλλογικής απώλειας αν προτιμάτε: του χαμού που φέρνει σε μια χώρα, σε μια κοινωνία, η φυσική καταστροφή.

Στις 11 Μαρτίου του 2011 ο Πάρι βρισκόταν στο Τόκιο της Ιαπωνίας, όπου εργαζόταν εκείνη την περίοδο ως ξένος ανταποκριτής. Θυμάται πολύ καλά εκείνη ειδικά την ημέρα: ήταν Παρασκευή μεσημέρι, βροχερή μα και ηλιόλουστη, όπως γράφει στο βιβλίο του «Φαντάσματα του τσουνάμι» (δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά: Richard Lloyd Parry, “Ghosts of the Tsunami”, εκδ. Penguin-Random House, 2017 – Vintage 2018, σελ. 286).

Ο Πάρι βρισκόταν στο γραφείο του, στον δέκατο όροφο ενός ουρανοξύστη. «Τι ακριβώς έκανα τη στιγμή που ξεκίνησε; Έγραφα κάποιο μέιλ; Διάβαζα την εφημερίδα; Κοιτούσα έξω από το παράθυρο;»

Τι εννοεί ο Πάρι όταν λέει «τη στιγμή που ξεκίνησε»; Στη μεγαλύτερη καταστροφή που χτύπησε την Ιαπωνία μετά τον ατομικό βομβαρδισμό του Ναγκασάκι τον Αύγουστο του 1945. Εκείνη την Παρασκευή, στις 11 Μαρτίου του 2011, γύρω στις τρεις παρά τέταρτο το μεσημέρι, ισχυρότατος υποθαλάσσιος σεισμός χτύπησε την βορειοανατολική Ιαπωνία, μεγέθους 9,2 Ρίχτερ. Το Τόκιο απέχει περίπου 300 χιλιόμετρα από το επίκεντρο του σεισμού, κι ωστόσο ο Πάρι ένιωσε έντονα τις ασυνήθιστα παρατεταμένες δονήσεις.

Ο σεισμός προκάλεσε μια σειρά από καταστροφικά θαλάσσια κύματα προς όλες τις κατευθύνεις του Ειρηνικού ωκεανού. Αυτά που χτύπησαν με πρωτοφανή σφοδρότητα τις ιαπωνικές ακτές έφτασαν τα 15-20 μέτρα ύψος, σε ορισμένες περιπτώσεις καταγράφηκαν όμως και κύματα ύψους έως και 35 μέτρα, τα οποία μάλιστα εισχώρησαν έως και είκοσι ολόκληρα χιλιόμετρα στο εσωτερικό της χώρας.

Όπως γράφει ο Πάρι: «Ήταν ο ισχυρότερος καταγεγραμμένος σεισμός που χτύπησε ποτέ την Ιαπωνία, και ο τέταρτος πιο ισχυρός στην ιστορία της σεισμολογίας. Μετακίνησε τη Γη 15 εκατοστά από τον άξονά της, μετακίνησε την Ιαπωνία τέσσερα μέτρα πιο κοντά στην Αμερική. (…) Μισό εκατομμύριο άνθρωποι έχασαν τα σπίτια τους. Τρεις αντιδραστήρες στον πυρηνικό σταθμό Ντάι-Ιτσι της Φουκουσίμα έλιωσαν, διαχέοντας τα ραδιοενεργά υλικά τους στην φύση, το χειρότερο πυρηνικό δυστύχημα μετά το Τσερνόμπιλ. Ο σεισμός και το τσουνάμι προκάλεσαν περισσότερα από 210 δισεκατομμύρια δολάρια σε ζημιές και αυτή ήταν η μεγαλύτερη φυσική καταστροφή στην Ιστορία». Ειδικά σε ανθρώπινες ζωές, η καταστροφή ήταν ανυπολόγιστη: αφού υποχώρησαν τα νερά, περισσότεροι από 18.500 άνθρωποι είχαν χαθεί.

Η περιοχή της Ιαπωνίας που χτυπήθηκε περισσότερο ήταν η βορειοανατολική της πλευρά, μια μεγάλη περιοχή με εκπληκτικό φυσικό πλούτο και πολλές μικρές κοινότητες που ακολουθούν, σε  μεγάλο βαθμό, τις παλαιές ιαπωνικές παραδόσεις. Μία από αυτές τις περιοχές ήταν το Τόχοκου. «Την επομένη του σεισμού», συνεχίζει ο Πάρι, «κατευθυνόμουν με το αυτοκίνητό μου προς την κατεστραμμένη ακτή. Θα περνούσα εβδομάδες στο Τόχοκου, πηγαίνοντας πέρα δώθε στην περιοχή, ενίοτε έως και πέντε χιλιόμετρα στο εσωτερικό της χώρας, η οποία είχε χτυπηθεί από το νερό. Επισκέφθηκα ένα νοσοκομείο όπου οι θάλαμοι τις νύχτες φωτίζονταν με κεριά. Καμιά εκατοστή μέτρα πιο μακριά, προσδίδοντας μιαν ατμόσφαιρα αποκάλυψης στην καταστροφή, δεξαμενές πετρελαίου έκαιγαν υψώνοντας στήλες φωτιάς στον αέρα. Είδα πόλεις πλημμυρισμένες, να καίγονται μετά. Αυτοκίνητα να έχουν ανυψωθεί και απομείνει στις ταράτσες ψηλών κτιρίων και πλοία ανοιχτής θαλάσσης να έχουν γείρει άτσαλα στη μέση του δρόμου, στην καρδιά των πόλεων. (…) Η όλη εμπειρία θύμιζε χαοτικό όνειρο».

Θυμάμαι πολύ καλά μια εκτενή προδημοσίευση από το βιβλίο του Πάρι σε ένα τεύχος της βρετανικής βιβλιολογικής επιθεώρησης The London Review of Books: ήταν ένα απόσπασμα στο οποίο ένας επιζών περιέγραφε στον Πάρι «τι σημαίνει να βρίσκεσαι μέσα σε ένα τσουνάμι και να αγωνίζεσαι να επιβιώσεις». Θυμάμαι να διαβάζω το απόσπασμα σαν ιστορία τρόμου και κάθε τόσο να κοιτάζω στο YouTube τα πολλά αναρτημένα ερασιτεχνικά βίντεο με τα κύματα να πλησιάζουν τις ακτές αφρίζοντας στην κόψη τους και να διαλύουν τα πάντα στο πέρασμά τους. Ένα τρομακτικό θέαμα που είχαμε ξαναδεί το 2004, με το άλλο φονικό τσουνάμι της Ινδονησίας.

Εδώ όμως υπήρχε μια διαφορά: στην Ιαπωνία τα κύματα χτύπησαν πόλεις και βιομηχανικές περιοχές. Όταν έφτασαν στη στεριά, είχαν πια μαυρίσει από τις βρωμιές που παράσυραν μαζί τους. Το περιγράφει και ο ίδιος ο Πάρι στο βιβλίο του: «Υπάρχουν κάμποσες εναέριες λήψεις με βιντεοκάμερα του επερχόμενου τσουνάμι, αλλά εκείνο που παίζει ξανά και ξανά στη φαντασία μου τραβήχτηκε πάνω από την κωμόπολη Νατόρι, νότια της πόλης Σεντάι. Ξεκινά από τη στεριά παρά από τη θάλασσα, με θέα τους γκριζόμαυρους, χειμωνιάτικους ορυζώνες. Κάτι κινείται στο τοπίο, λες και είναι ζωντανό, ένα καφετί ζώο που σέρνεται πεινασμένο πάνω από τη γη. Η κεφαλή του είναι ένα κράμα από κομματιασμένα σκουπίδια με ολόκληρα αυτοκίνητα να επιπλέουν στη ράχη του. Μοιάζει να ατμίζει και να καπνίζει καθώς κινείται. Ο κορμός του θυμίζει λιγότερο νερό ή λάσπη και περισσότερο στερεοποιημένο ατμό. (…) Το πλάσμα μετατρέπει έναν δρόμο σε ποταμό, μετά τον καταπίνει ολόκληρο, στη συνέχεια ξεσπάει πάνω από περισσότερα ακόμα χωράφια και δρόμους προς ένα χωριό και μια λεωφόρο γεμάτη με αυτοκίνητα. Ένας οδηγός επιταχύνει προσπαθώντας να του ξεφύγει – λίγο προτού το κύμα καταπιεί το αυτοκίνητο και τους επιβάτες του».

Ο Πάρι πέρασε τα επόμενα έξι χρόνια της ζωής του ερευνώντας και συλλέγοντας πολύτιμες μαρτυρίες μέσα από επιτόπιες αυτοψίες στις περιοχές που υπέστησαν ολοκληρωτική καταστροφή, στο βορρά. «Ηταν κάπως αργά, το καλοκαίρι (του 2011) μετά το τσουνάμι, όταν άκουσα για μια μικρή κοινότητα στην παραλία που είχε υποστεί μια πρωτοφανή τραγωδία. Λεγόταν Οκάουα και βρισκόταν σε μια ξεχασμένη περιοχή της Ιαπωνίας, κάτω από λόφους και ανάμεσα σε ορυζώνες, κοντά στο στόμιο ενός μεγάλου ποταμού. (…) Στην Οκάουα επέστρεφα ξανά και ξανά. Και ήταν εκεί, στο σχολείο, που κατάφερα επιτέλους να φανταστώ τι ήταν αυτή η καταστροφή».

Η Οκάουα υπάγεται στο χωριό Καμάγια, το οποίο κυριολεκτικά διαλύθηκε από την καταστροφή που έσπειρε το φονικό τσουνάμι: ο ωκεανός πλημμύρισε με σφοδρότητα όλη την περιοχή από δύο σημεία. Το ένα ήταν μέσω του ποταμού Κιτακάμι και το δεύτερο μέσω του πευκοδάσους Ματσουμπάρα.

Στο επίκεντρο της έρευνας, και της αφήγησής του, ο Πάρι θέτει την τραγωδία που συνέβη στο δημοτικό σχολείο του χωριού, το οποίο βρισκόταν στη νοτιοδυτική πλευρά του χωριού, φαινομενικά προστατευμένο από τον κύριο όγκο του χωριού απέναντι στα κύματα. Ηταν αυτή η «προστασία» όμως που οδήγησε στη φρίκη: τα χαλάσματα και τα συντρίμμια που έφεραν μαζί τους τα κύματα, αφού διέλυσαν όλο το χωριό ουσιαστικά, ήταν που σκότωσαν τα παιδιά. Το σχολείο είχε 108 παιδιά. Από τα 78 που βρίσκονταν εκεί τη στιγμή του τσουνάμι, χάθηκαν 74 μαζί με δέκα από τους έντεκα δάσκαλους που τα πρόσεχαν. Μια χούφτα γονείς είχε προλάβει και είχαν πάει στο σχολείο αμέσως μετά το σεισμό, πήραν τα παιδιά τους και τα απομάκρυναν.

«Ηταν κόλαση», λέει η μητέρα ενός χαμένου παιδιού που επέστρεψε με τεράστιες δυσκολίες στο σχολείο μετά την καταστροφή. «Τα πάντα είχαν εξαφανιστεί. Ηταν λες και είχε πέσει ατομική βόμβα». Η σύγκριση αυτή, την οποία έκαναν πολλοί, δεν ήταν υπερβολή, μας λέει ο Πάρι, εξηγώντας στη συνέχεια πως μονάχα δύο δυνάμεις μπορούν να προκαλέσουν καταστροφή μεγαλύτερη από ένα τσουνάμι: η σύγκρουση με αστεροειδή ή μια πυρηνική έκρηξη. Το σκηνικό σε αυτά τα περίπου 650 χιλιόμετρα της πληγείσας παράκτιας ζώνης εκείνο το πρωί θύμιζαν Χιροσίμα και Ναγκασάκι τον Αύγουστο του 1945, «αλλά αντί για φωτιά είχε νερό, αντί για στάχτη είχε λάσπη, αντί για την τσουρουφλισμένη γη και καπνό η βρώμα ερχόταν από την ψαρίλα και τα στάσιμα νερά». «Αυτό που έχει χαραχτεί στη μνήμη μου», λέει ένας επιζών στο συγγραφέα, «είναι τα πεύκα και τα πόδια και τα χέρια των παιδιών να εξέχουν μέσα από τη λάσπη και τα σκουπίδια».

Αυτό που είναι σημαντικό να θυμόμαστε είναι πως η Ιαπωνία είναι χώρα με μακρά ιστορία στους ισχυρούς σεισμούς αλλά και στα τσουνάμι. Ειδικά την περιοχή αυτή είχαν χτυπήσει πολλά τσουνάμι στο παρελθόν: το 1585, το 1611, το 1677, το 1687, το 1689, το 1716, το 1868 και το 1894. Το 1896 χτύπησε το πιο ισχυρό αφήνοντας 22.000 νεκρούς. Ο σεισμός ήταν ασήμαντος αλλά ήταν υποθαλάσσιος και προκάλεσε δυνατό τσουνάμι. Το 1933 ένας άλλος μέτριος σεισμός προκάλεσε ισχυρό τσουνάμι σκοτώνοντας 3.000 ανθρώπους.

Στο τσουνάμι του 2011, 54% όσων χάθηκαν ήταν 65 και άνω. «Οσο πιο μεγάλος ήσουν τόσο πιο μικρές οι πιθανότητες να επιζήσεις», γράφει ο Πάρι. Η αλήθεια είναι ότι, παρά την τραγωδία του σχολείου, χάθηκαν πολύ λίγα παιδιά συνολικά. Κατά το τσουνάμι της Ινδονησίας το 2004 πέθαναν πολλά περισσότερα παιδιά διότι δεν υπήρχε η πρόληψη που είχε η Ιαπωνία, όπου από τα 18.500 νεκρούς και αγνοούμενους μονάχα τα 351 ήταν παιδιά.«Εάν τύχει να ζήσεις τον πιο βίαιο σεισμό, το ασφαλέστερο μέρος που μπορείς να βρεθείς είναι η Ιαπωνία και το ασφαλέστερο σημείο απ’ όλα είναι μέσα σε σχολείο», γράφει ο Πάρι. Η Ιαπωνία λοιπόν διαθέτει καλά εκπαιδευμένες και έμπειρες τοπικές υπηρεσίες συναγερμού και οργάνωσης σε περίπτωση τέτοιων φυσικών φαινομένων, όπως επίσης αντισεισμικά κτίρια – τι πήγε, λοιπόν, στραβά, στην περίπτωση του σχολείου ειδικά;

Το πρώτο ίσως που θα πρέπει να λάβουμε υπόψη είναι πως επρόκειτο για μία φυσική καταστροφή πρωτοφανούς μεγέθους. Ωστόσο, πέρασε σχεδόν μία ώρα από τη στιγμή του σεισμού έως τη στιγμή που ένας ασύλληπτος όγκος νερού εισχώρησε στο εσωτερικό της χώρας με τεράστια ταχύτητα. Πενήντα πέντε λεπτά περίπου δεν ήταν αρκετά για μια έμπειρη κοινότητα να σώσει τα παιδιά της και για να σωθεί η ίδια; Φαίνεται πως όχι.

Κάτι που επίσης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι το πώς σκοτώνει το τσουνάμι. Αυτή είναι μια λεπτομέρεια που δύσκολα θα μπορούσε κάποιος που δεν έχει βιώσει κάτι τέτοιο να σκεφτεί από μόνος του: δηλαδή, η αυτονόητη ιδέα ότι το τσουνάμι σκοτώνει με πνιγμό δεν ισχύει και τόσο. Επίσης, το τσουνάμι δεν είναι ποτέ ένα κύμα αλλά πολλά, το ένα μετά το άλλο. Και η καταστροφή που προκαλεί δεν έγκειται μονάχα κατά την είσοδό του αλλά και στη φάση που τα νερά αποσύρονται, τραβώντας ανθρώπους και αντικείμενα προς τον ωκεανό, προτού επανέλθουν όλα αυτά μαζί με ένα από τα επόμενα κύματα.

Όπως δήλωσαν οι επιζώντες στον Πάρι, οι πάντες νομίζουν πως το τσουνάμι είναι απλώς νερό. Λάθος. «Το τσουνάμι δεν είναι μόνον νερό», δήλωσε ένας επιζών. «Το τσουνάμι είναι ένα φονικό όπλο που μπορεί να σε σκοτώσει μέσα σε μια στιγμή. Μην το σκέφτεστε σαν νερό. Το πρώτο που χτύπησε το τσουνάμι ήταν το δάσος που λειτουργεί ως εμπόδιο στον άνεμο που έρχεται από τη θάλασσα. Τα δέντρα διαλύθηκαν, παρασύρθηκαν, και ήταν αυτά τα δέντρα που τσάκισαν τα σπίτια και μετά, τα συντρίμμια από τα σπίτια ήταν που χτύπησαν τους ανθρώπους. Και τότε χάθηκαν όλα. Δέντρα, σπίτια, χαλάσματα, άνθρωποι – τα πάντα.

Έτσι επιτίθεται το τσουνάμι. Δεν είναι νερό».

Στην προκειμένη περίπτωση, ο σεισμός ήταν τόσο ισχυρός και η σειρά των κυμάτων τόσο ανελέητη που με μεγάλη ταχύτητα ο χείμαρρος από τον ωκεανό εισχώρησε στο εσωτερικό διαλύοντας το προστατευτικό δάσος που έστεκε κοντά στην ακτή. Όλα έγιναν πολύ γρήγορα, αλλά φαίνεται πως υπήρξε και ολιγωρία, κυρίως από τους δασκάλους που πιθανώς να έπεσαν θύματα της ιαπωνικής τυπολατρίας με αποτέλεσμα, καθώς έβλεπαν ολόγυρά τους να μην συμβαίνει τίποτα, να κρατάνε, για ασφάλεια, τα παιδιά στο προαύλιο του σχολείου (εκτός από όσα πρόλαβαν να έρθουν οι γονείς τους να τα πάρουν), και όταν ο κίνδυνος έγινε ορατός, ήταν πολύ αργά.

Οι υποψίες της κοινότητας έπεσαν κυρίως σε δύο άντρες. Ο ένας ήταν ο Τζούντζι Εντο, ο μοναδικός δάσκαλος που επέζησε του τσουνάμι. Ο δεύτερος ήταν ο διευθυντής, ο Τερουγιούκι Κασίμπα, ο οποίος έτυχε να έχει άδεια εκείνη την ημέρα και να βρίσκεται μακριά, στο εσωτερικό της χώρας, σε τελετή αποφοίτησης της κόρης του. Ο Κασίμπα επέδειξε μια περίεργα φευγαλέα συμπεριφορά και ουσιαστικά εμφανίστηκε δημοσίως έξι ολόκληρες ημέρες μετά το συμβάν.

Όταν ο Εντο κλήθηκε να μιλήσει δημοσίως στους γονείς, ένας φανερά τραυματισμένος ψυχικά άνδρας δυσκολευόταν να ψελλίσει όταν περιέγραφε ότι είχε συγκεντρώσει όλα τα παιδιά στο προαύλιο, μακριά από το κτίριο, όπως προέβλεπε το σχετικό πρωτόκολλο. Κάποιος από το κοινό φώναξε: «Γιατί το έκανες αυτό; Αν τα έβαζες στο αυτοκίνητο  και πήγαινες προς το λόφο θα είχαν σωθεί τα παιδιά».  Ο Εντο δεν απάντησε. «Όταν έμαθα ότι ερχόταν τσουνάμι, σκέφτηκα ότι η μόνη εναλλακτική είναι ο λόφος αλλά τον φοβήθηκα διότι γίνονταν συνέχεια ισχυροί μετασεισμοί και δεν ήξερα πώς θα καταφέρουν τα παιδιά να τον ανεβούν. Ημουν στο πάρκινγκ του σχολείου όταν ένιωσε ξαφνικά τον άνεμο να δυναμώνει πολύ απότομα. Δεν κατάλαβε τι συνέβαινε αλλά όταν κοίταξε πιο προσεκτικά στο βάθος του δρόμου είδα ένα τεράστιο τσουνάμι να πλησιάζει». Τότε φώναξε, «Στο λόφο, στο λόφο!». Αλλά όταν άρχισαν να ανεβαίνουν στο λόφο, γλιστρούσαν από το χιόνι όλα τα παιδιά ολόγυρά του. Ο ίδιος είχε την αίσθηση ότι σε κάθε μετασεισμό κάποιο δέντρο ξεριζωνόταν κι έπεφτε με πάταγο στο χώμα. Οσο ανέβαιναν, το χιόνι γινόταν όλο και πιο πυκνό και πιο γλιστερό. Αλλά το κύμα τους πρόλαβε. Την τελευταία στιγμή κατάφερε να ξεφύγει ο ίδιος.

Ενας από τους δασκάλους που χάθηκε στο τσουνάμι ήταν ο Τοσίγια Ισιζάκα, ο βοηθός διευθυντή. Αυτός άκουγε στο ράδιο που λειτουργούσε με γεννήτρια ότι είχε γίνει προειδοποίηση για τσουνάμι, η οποία επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά. Οι δικές του αποφάσεις και επιλογές ήταν κρίσιμες για τα παιδιά που βρίσκονταν στην αυλή συγκεντρωμένα. Ολοι στην κοινότητα τον θεωρούσαν καλό δάσκαλο αλλά λίγοι μπόρεσαν να τον συγχωρέσουν ακόμα και μετά θάνατον. Η αλήθεια είναι ότι οι οδηγίες στο πρωτόκολλο εκκένωσης ήταν κάπως αόριστες, ασαφείς: «εκκενώστε την περιοχή κοντά στο σχολείο ή στο πάρκο» κτλ. Η ειρωνεία είναι ότι το ίδιο το σχολείο ως κτίριο υπέστη ασήμαντες ζημιές.

Φαίνεται πως και η ιαπωνική δικαιοσύνη χρειάζεται πάντως τους χρόνους της για να προχωρήσουν οι διαδικασίες με συνέπεια η υπόθεση να φτάσει στην τελική της φάση τον Απρίλιο του 2016. Δεν αποδόθηκαν ευθύνες στον Εντο, ο οποίος είχε στο μεταξύ διαγνωστεί επισήμως με σοβαρή ψυχολογική διαταραχή.

Οποιος νομίζει όμως πως το βιβλίο του Πάρι είναι απλώς ένα ακόμα έκτακτο, πραγματικά υποδειγματικό, ντοκουμέντο αγγλοσαξονικής ερευνητικής δημοσιογραφίας προς αναζήτηση υπευθύνων και ενόχων, θα εκτιμήσει μονάχα τη μισή αξία του. Η ματιά του συγγραφέα υπερβαίνει τα γεγονότα και τα πρόσωπα με τη στενά δημοσιογραφική έννοια και εξακτινώνεται στην πιο ανθρώπινη και την ίδια στιγμή πιο «απόκρυφη» πτυχή της τραγωδίας: με πόσο τραυματικό τρόπο βιώθηκε η μνήμη των νεκρών παιδιών από τους γονείς, τους παππούδες, τους δασκάλους, τους υπεύθυνους της κοινότητας.

«Είναι εύκολο να φανταστούμε το πένθος σαν ένα ευγενές αίσθημα που εξαγνίζει», γράφει ο Πάρι, «σαν κάτι που καθαρίζει το μυαλό απ’ όλα όσα είναι μικρά και ανούσια, διαφωτίζοντας την ουσία των πραγμάτων. Στην πραγματικότητα, φυσικά, το πένθος δεν λύνει τίποτα, όπως ακριβώς και ένα χτύπημα στο κεφάλι ή μια εξοντωτική νόσος. Περιπλέκει τα πράγματα και εντείνει το άγχος. Πολλαπλασιάζει την αγωνία και την ένταση.

Προκαλεί ουλές που γίνονται ρωγμές και οι ρωγμές αυτές γίνονται χάσματα που χάσκουν».

Από τους επιζώντες του τσουνάμι ο Πάρι αυτό που έμαθε ήταν πως το πένθος είναι κάτι τελείως διαφορετικό στον καθένα, με μικρές, λεπτές πτυχές ανάλογα με τη συνθήκη της εκάστοτε απώλειας. Το πρώτο, λοιπόν, στη σειρά που βαραίνει είναι το εξής: τα παιδιά σου επέζησαν ή χάθηκαν; Αυτή η διαφοροποίηση χώριζε αυτομάτως τους επιζώντες σε δύο μεγάλες, απόλυτα διακριτές κατηγορίες. Μερικοί από τους γονείς που έχασαν τα παιδιά τους δεν κατάφεραν ποτέ να επικοινωνήσουν ξανά με τους γονείς των παιδιών που σώθηκαν, ακόμα και αν ήταν στενοί φίλοι έως τότε. Τέθηκαν διάφορα φλέγοντα ζητήματα και το εύλογο ερώτημα πολλών χαροκαμένων γονιών ήταν απλό: αφού μια μητέρα ή ένας πατέρας, με τους οποίους υπήρχε στενή φιλική σχέση, έσπευσαν έγκαιρα και κατάφεραν να φτάσουν στη σωστή χρονική στιγμή και πήραν το παιδί τους, γιατί δεν πήραν και το δικό μου; Αλλά αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει: σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης δεν επιτρέπεται κάτι τέτοιο, ακολουθούνται αυστηρά  συγκεκριμένοι κανονισμοί. Εστω κι έτσι όμως, το ερώτημα παραμένει μετέωρο και είναι από αυτά που τερματίζουν φιλίες και σχέσεις χρόνων.

Οι επιζώντες όμως χωρίζονταν και σε άλλες κατηγορίες: π.χ., ανάμεσα σε αυτούς που έχασαν τα πάντα και σε αυτούς που έχασαν λιγότερα. Αλλά τι σημαίνει άραγε αυτό το «λιγότερο» όταν μιλάμε για την απώλεια ενός παιδιού; Μια μητέρα έχασε το ένα της παιδί, επέζησαν όμως τα άλλα δύο, ενώ και το σπίτι της διασώθηκε ακέραιο. Υπήρξαν γονείς, ωστόσο, που έχασαν όλα τους τα παιδιά, και το σπίτι τους ή και τον/την σύζυγο, τους ηλικιωμένους γονείς τους, τα αδέρφια τους. Τα πάντα, δηλαδή.

Μια άλλη κατηγορία επιζώντων ήταν όσοι κατάφεραν να βρούνε τη σωρό του παιδιού τους, αφού τραβήχτηκαν τα νερά, και όσοι έψαχναν εναγωνίως ακόμα και επί πέντε χρόνια έστω και για ένα μικρό, ελάχιστο ίχνος από το παιδί τους. Αυτό, ο άταφος, αγνοούμενος νεκρός, για μια κοινωνία όπως η ιαπωνική (αλλά και για οποιαδήποτε κοινωνία), αποτελεί από μόνο του ένα ακόμα, δευτερεύον αλλά ισχυρό, σοκ για τον επιζώντα.

Οι επιζώντες που χωρίστηκαν σε αυτές τις νοητές, άτυπες κατηγορίες, επί της ουσίας αποξενώθηκαν, παρότι μιλάμε για μικρές, δεμένες κοινότητες με έντονα παραδοσιακά στοιχεία. «Ένα τσουνάμι», γράφει ο Πάρι, «κάνει στις ανθρώπινες σχέσεις αυτό που κάνει και σε δρόμους, γέφυρες και σπίτια».

Η αφήγηση του Πάρι δεν θα μπορούσε να μην έχει και τις απαραίτητες πολιτισμικές, ανθρωπολογικές προεκτάσεις: μέσα από το βιβλίο του παρουσιάζεται και αναλύεται σε βάθος η παραδοσιακή σχέση των Ιαπώνων με το θάνατο και τους νεκρούς. Είναι πολλές οι σελίδες του βιβλίου που θυμίζουν έργο υπερφυσικού τρόμου, καθώς οι επιζώντες της καταστροφής πιστεύουν στ’ αλήθεια ότι ακούνε ή βλέπουν ακόμα τα φαντάσματα των νεκρών να περιφέρονται ανάμεσά τους ή συζητούν κανονικά με τα νεκρά παιδιά τους μέσω μέντιουμ.

Πράγματι, πολύ νωρίς οι επιζώντες άρχισαν να μιλούν για επαφές με το υπερφυσικό. Περιέγραψαν θεάσεις φασματικών αγνώστων, φίλων και γειτόνων, νεκρών αγαπημένων. Κατέγραψαν στοιχειωμένα σπίτια, χώρους εργασίες, δημόσιους χώρους, στοιχειωμένες παραλίες και πόλεις. Οι εμπειρίες κυμαίνονταν από αλλόκοτα όνειρα και ένα αίσθημα ανησυχίας έως και ξεκάθαρες θεάσεις στοιχειών και φαντασμάτων. Π.χ., ένας άνδρας δεν ήθελε να βγαίνει στη βροχή διότι φοβόταν τα μάτια των νεκρών που τον κοίταζαν μέσα από τους νερόλακκους.

Οι αναφορές αυτές έρχονταν απ’ όλη την περιοχή που χτυπήθηκε. Ιερείς, χριστιανοί, βουδιστές και σιντοϊστές δέχονταν συνέχεια κλήσεις από πολίτες προκειμένου να εξορκίσουν ή να ηρεμήσουν ανήσυχα πνεύματα.

Ενας βουδιστής μοναχός δημοσίευσε ένα άρθρο σχετικά με «το πρόβλημα των φαντασμάτων» και πανεπιστημιακοί στο Πανεπιστήμιο Τόχοκου άρχισαν να καταγράφουν τις ιστορίες. Στο Κιότο, το ζήτημα συζητήθηκε σε ένα ακαδημαϊκό συμπόσιο

Αυτή είναι μια πίστη καλά εδραιωμένη στην παραδοσιακή ιαπωνική κοινωνία: οι ζωντανοί δεν είναι ποτέ τελείως αποκομμένοι από τους νεκρούς, τα δε πνεύματα όσων χάθηκαν πρόωρα και βίαια δεν εγκαταλείπουν ποτέ τον τόπο με τον οποίο δέθηκαν ενόσω ζούσαν. Η Ιαπωνία, κατά τον Πάρι, είναι μια από τις λιγότερο θρησκευόμενες κοινωνίες στον κόσμο. Η οργανωμένη θρησκεία πράγματι έχει μικρή επιρροή στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή. Αυτό όμως που είναι πολύ ισχυρό είναι η λατρεία των προγόνων. «Στην Ιαπωνία οι νεκροί παίζουν συνεχή ρόλο στην καθημερινότητα… Το τσουνάμι άσκησε ειδεχθή βία στη θρησκεία των προγόνων».

Όπως διαβάζουμε, «Όταν οι άνθρωποι πεθαίνουν βίαια ή πρόωρα, σε θυμό ή απελπισία, κινδυνεύουν να γίνουν ‘γκάκι’: πεινασμένα φαντάσματα, τα οποία περιπλανιούνται μεταξύ κόσμων, εξαπολύοντας κατάρες. (…)

Παντού στον κόσμο τα τσουνάμι καταστρέφουν περιουσίες και σκοτώνουν τους ζωντανούς, στην Ιαπωνία όμως καταφέρνουν ένα τρίτο είδος ζημιάς, μοναδικό και αόρατο, και αυτό είναι στους νεκρούς».

Οι σελίδες όπου μέσα στα χαλάσματα, τα τσακισμένα σκάφη σκαρφαλωμένα στις οροφές διαλυμένων σπιτιών μαζί με δέντρα, αυτοκίνητα, φορτηγά, τρακτέρ, μια πλεξούδα όλα μαζί με άπειρα κομμάτια από τσιμεντόλιθους, αλουμίνιο, σιδηρικά και μυριάδες προσωπικά αντικείμενα ξερασμένα μέσα από τα διάτρητα σπίτια, κάτω από έναν πληθωρικό, έναστρο ουρανό και μέσα σε απόλυτη σιγή και σκοτάδι (σε πολλές περιοχές το ηλεκτρικό έπαψε να λειτουργεί για κάμποσο καιρό, συνεπώς και ο φωτισμός), με τους επιζώντες να βλέπουν φασματικές μορφές και να ακούνε ανατριχιαστικές φωνές, μοιάζουν σα να είναι βγαλμένες μέσα από ιστορίες φαντασμάτων του Λευκάδιου Χερν. Ο Πάρι, παρόλη την τετράγωνη σκέψη ενός δυτικού, αντιμετωπίζει με απόλυτη κατανόηση και αποδοχή τη συλλογική αυτή παραίσθηση μιας βαρύτατα τραυματισμένης κοινότητας που πλέον τρεκλίζει αλαφροΐσκιωτη ούσα.

Συγκλονιστικές, και ιδιαιτέρως συγκινητικές είναι οι σελίδες όπου καταγράφονται οι «συνομιλίες» γονιών με νεκρά παιδιά μέσω μέντιουμ. Το πιο αποκαρδιωτικό είναι όταν νεκρά παιδιά ακούγονται να ζητούν ταπεινά συγνώμη από τους γονείς τους, θεωρώντας πως ήταν δικό τους σφάλμα ο θάνατός τους – μια πολύ «ρεαλιστική», φυσική αντίδραση από ένα παιδί που εύκολα εισπράττει ενοχικά ένα γεγονός για το οποίο το ίδιο δεν θα μπορούσε να φέρει καμία απολύτως ευθύνη. Δεν είναι επίσης λίγες οι περιπτώσεις «εξορκισμών» των πνευμάτων των παιδιών που μοιάζουν να έχουν –κυριολεκτικά- στοιχειώσει όχι μόνον τόπους και σπίτια αλλά και ανθρώπους. Στην Ιαπωνία, υπάρχει, εξάλλου, μια ειδική κατηγορία φαντασμάτων και στοιχειών που έχουν προέλθει από καταστροφές των τσουνάμι.

Πέρα από τις περιπτώσεις καθαρής, ωμής εκμετάλλευσης του πένθους των τόσο άτυχων αυτών γονιών από επιτήδιους, ο Πάρι στέκεται πολύ στην ανθρώπινη πλευρά της παραμέτρου αυτής της ιστορίας και όπως του λέει ένας πιο ορθολογιστής ντόπιος, «Προσωπικά δεν πιστεύω στην ύπαρξη πνευμάτων, αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Εάν οι άνθρωποι λένε πως βλέπουν φαντάσματα, εντάξει τότε – ας το δεχτούμε».

Πέρα από τον αβάσταχτο πόνο της απώλειας και τις στοιχειωμένες μνήμες, αυτό που μένει από την αφήγηση του Πάρι είναι η τρομακτική αίσθηση της δύναμης της φύσης, όπως αυτή εκφράστηκε μέσα από την έννοια του κύματος. Όμως το κύμα προϋπήρξε όλων μας Εκατομμύρια χρόνια προτού η Γη καλυφθεί με νερό, προτού ο ατμός γίνει βροχή και η βροχή ωκεανός, υπήρχαν γιγαντιαία κύματα. Ηλεκτρομαγνητικά κύματα και κύματα από πλάσμα, καθώς επίσης ηχητικά κύματα. Υπήρχαν ωστικά κύματα από τις πάμπολλες εκρήξεις και συγκρούσεις που έκαναν τα παιδικά χρόνια του πλανήτη μας τόσο τραυματικά. Οπουδήποτε υπάρχει ενέργεια σε κίνηση, υπάρχουν κύματα· από τα απώτατα όρια του σύμπαντος έως τα κύτταρα του οφθαλμικού βολβού μας. Εχουμε ηλεκτρικά κύματα, κύματα ακτίνων Χ, ραδιοκύματα, ενώ πρόσφατα ανακαλύφθηκαν τα κοσμικά βαρυτικά κύματα μετά τη σύγκρουση δύο μαύρων τρυπών δισεκατομμύρια χρόνια πριν. Αυτά γράφει στο βιβλίο της «The Wave. In Pursuit of the Ocean’s Deadliest Furies» η Αμερικανίδα δημοσιογράφος Σούζαν Κέισι (Susan Casey). H Κέισι διεισδύει σε έναν κόσμο όπου το κύμα αποκτά μια σχεδόν υπερβατική έννοια και, συχνά, διττή: δέος και φόβος την ίδια στιγμή. Από το βιβλίο της δεν θα μπορούσαν να λείψουν οι αναφορές στα σεισμικά τσουνάμι, τα φονικά «κύματα του λιμανιού», όπως αυτό του 2011. Η εικόνα ολόκληρων ωκεανών να σηκώνονται έχει, με τη σειρά της, κάτι βιβλικό, αποκαλυπτικό· φέρει την αίσθηση μιας συμπαντικής καταστροφής. Και αυτή την εικόνα της Αποκάλυψης έχουν δει πολλές φορές στην Ιαπωνία, περισσότερο από ποτέ όμως την μοιραία άνοιξη του 2011.

Ο Ιάπωνας συνθέτης Τοσίο Χοσοκάουα γεννήθηκε το 1955 από γονείς επιζώντες του ατομικού βομβαρδισμού της Χιροσίμα. Τη 2011 συνέθεσε ένα έργο για ορχήστρα που τιτλοφόρησε «Στοχασμός για τα θύματα του τσουνάμι». Το έργο ξεκινά με το μέρος «Ο χτύπος της Γης» και ολοκληρώνεται με μια προσευχή. Μέσα από αυτό το υποβλητικό, συγκινητικό μουσικό έργο, ο Ιάπωνας συνθέτης επιθυμούσε να εκφράσει την ένωση της φύσης με τον άνθρωπο και τη αίσθηση της απρόβλεπτης δύναμης που έχει η φύση. Είναι, ίσως, αυτό που εξομολογείται στον Πάρι ο Τάιο Κανέτα, βουδιστής ιερέας και εξορκιστής, πόσο έντονα θυμόταν την πρώτη νύχτα μετά το τσουνάμι, «μια στιγμή που όλοι στη βόρεια Ιαπωνία θυμούνται με έντονη καθαρότητα». Μέσα στο σκοτάδι και την διαύγεια της παγωμένης νύχτας, ο Κανέτα θυμόταν πως «πριν το σούρουπο, άρχισε να πέφτει χιόνι. Ολη η σκόνη της σύγχρονης ζωής ξεπλύθηκε στο χώμα. Ηταν το απόλυτο σκοτάδι. Και επικρατούσε μια έντονη σιγή διότι δεν υπήρχαν αυτοκίνητα πια. Ήταν ο καθαρός νυχτερινός ουρανός τον οποίο σπάνια βλέπουμε πια, ένας ουρανός διάσπαρτος με άστρα. Ολοι όσοι τον είδαν, ακόμα μιλούν για εκείνο τον ουρανό».

Ο Κανέτα θυμόταν βεβαίως και την ακτή, γεμάτη με σκορπισμένα πτώματα που άφησαν πίσω τους τα νερά. «Γι’ αυτό και πολλοί άνθρωποι, γύρω από ολόκληρο το Τόχοκου, κοιτούσαν ψηλά στον ουρανό εκείνη τη νύχτα με πολύ έντονα αισθήματα», συνέχισε ο Κανέτα. «Και κοιτώντας τα άστρα, απέκτησα και εγώ μια οξεία αίσθηση του σύμπαντος, το άπειρο διάστημα γύρω μας και από πάνω μας. Ένιωσα λες και κοιτούσα το ίδιο το σύμπαν και είχα συνείδηση του σεισμού ως κάτι που είχε συμβεί μέσα σε αυτόν τον απέραντο, άδειο χώρο. Και άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι αυτό αποτελούσε κομμάτι ενός συνόλου. Κάτι τεράστιο είχε συμβεί. Ό,τι κι αν ήταν όμως, ήταν απολύτως φυσικό. Είχε προκύψει ως ένας από τους διάφορους μηχανισμούς του σύμπαντος. (…) Το σύμπαν αγκαλιάζει τα πάντα εντός του και στο τέλος, αγκαλιάζει τη ζωή, το θάνατο, το πένθος, το θυμό, τη θλίψη, τη χαρά. Δεν υπήρχε όριο, τότε, ανάμεσα στους ζωντανούς και τους νεκρούς. Δεν υπήρχε όριο και ανάμεσα στους ζωντανούς. Οι σκέψεις και τα αισθήματα όλων έγιναν ένα».

Ή αλλιώς, όπως το έθεσε σε ένα χάι-κου ο Ιάπωνας ποιητής Κομπαγιάσι Ισα: «Ενας κόσμος δροσιάς/ και μέσα σε αυτή τη δροσοσταλίδα/ ένας κόσμος πάλης».