ΚΟΣΜΟΣ

Κρίσιμο «τεστ» για αντισώματα και ανοσία

gkat_09_2204_page_1_image_0002

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί στις Αρχές των κρατών που έχουν επιβάλλει περιοριστικά μέτρα εξαιτίας της πανδημίας COVID-19 η επιστροφή στην κανονικότητα αλλά και η επανεκκίνηση της οικονομίας. Μία από τις κυρίαρχες σκέψεις για να καταστούν αυτά δυνατά προϋποθέτει την ευρεία πραγματοποίηση τεστ εντοπισμού αντισωμάτων, που οι ειδικοί ευελπιστούν ότι θα αποκαλύψουν ποιος έχει ήδη προσβληθεί από τον φονικό κορωνοϊό και έτσι μπορεί να επιστρέψει, χωρίς να διατρέχει κίνδυνο, στην εργασία του.

Ωστόσο, όπως φαίνεται η πραγματικότητα είναι δυσκολότερη από τους επί χάρτου σχεδιασμούς, εξαιτίας δύο βασικών παραγόντων: το πολύ μικρό ποσοστό ανθρώπων που έχουν νοσήσει και έχουν αναπτύξει ανοσία, δηλαδή, ικανοποιητική συγκέντρωση αντισωμάτων, αλλά και τη μεγάλη αβεβαιότητα για την αξιοπιστία, ακρίβεια και ευαισθησία των εξετάσεων αυτών.

O Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ), σε πρόσφατη συνέντευξη Τύπου, τόνισε ότι τα τεστ αντισωμάτων έχουν τη δυνατότητα να ανιχνεύσουν αντισώματα, που δείχνουν ότι το άτομο είχε στο παρελθόν προσβληθεί από τον νέο κορωνοϊό  χωρίς, ωστόσο, αυτό να σημαίνει ότι το άτομο έχει αποκτήσει ανοσία και κατά συνέπεια δεν κινδυνεύει από μία νέα έκθεση στον παθογόνο παράγοντα. Επίσης, ο επικεφαλής του οργανισμού, δρ Τέντρος Αντανόμ Γκεμπρεγιέσους, δήλωσε ότι μόνο ένα μικρό ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού, που δεν ξεπερνά το 2% έως 3%, έχει αναπτύξει αντισώματα έναντι της νόσου, ενώ η Αμερικανίδα λοιμωξιολόγος του ΠΟΥ, δρ Μαρία Βαν Κέρχοβε, επισήμανε ότι είναι πολύ πρώιμη ακόμα η εξαγωγή σαφών συμπερασμάτων για την ανοσία, αν και «επί του παρόντος βλέπουμε ένα χαμηλότερο αριθμό ατόμων με αντισώματα από ό,τι υπολογίζαμε, γεγονός που σημαίνει ότι λιγότεροι άνθρωποι έχουν μολυνθεί από τον παθογόνο παράγοντα». Ωστόσο, η δρ Κέρχοβε επανέλαβε ότι τα τεστ μπορεί να καταγράφουν τα επίπεδα αντισωμάτων στο αίμα των ασθενών, αλλά μέχρι στιγμής, είναι απολύτως άγνωστο αν αυτά τους προσφέρουν ανοσία αποτρέποντας μία νέα μόλυνσή τους από τον νέο κορωνοϊό.

Η αντίφαση

Αντιφατικά, όμως, φαίνονται να είναι τα συμπεράσματα μιας μελέτης που πραγματοποιήθηκε από τους επιστήμονες του πανεπιστημίου Στάνφορντ στη Σάντα Κλάρα της Καλιφόρνιας. Οι Αμερικανοί επιστήμονες, πραγματοποιώντας τεστ αντισωμάτων, διαπίστωσαν ότι ο πραγματικός αριθμός των κρουσμάτων ήταν 50 ώς 85 φορές μεγαλύτερος από αυτόν που είχε καταγραφεί επισήμως. Η κομητεία της Σάντα Κλάρα είχε 1.094 επιβεβαιωμένα κρούσματα COVID-19. Τα τεστ αντισωμάτων έδειξαν ότι είχαν προσβληθεί και είχαν αντισώματα 48 έως 85.000 κάτοικοι.

Ετσι παραμένει αναπάντητο το ερώτημα σχετικά με την ανάπτυξη ανοσίας στον νέο κορωνοϊό αλλά και τη διάρκειά της. Σύμφωνα με κάποιες έρευνες η ανοσία στον COVID-19 είναι, κατά πάσα πιθανότητα, προσωρινή και δεν ξεπερνά τον ένα χρόνο. 

Παρότι τα τεστ αντισωμάτων σκιαγραφούν πληρέστερα την εικόνα της πανδημίας, οι ειδικοί ήδη εκφράζουν έντονη ανησυχία για την πραγματική τους αξία και τη συμβολή τους στην επιστροφή στην κανονικότητα. Ο Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA)  έχει ήδη επιτρέψει την παραγωγή τέτοιων διαγνωστικών τεστ σε 90 εταιρείες, στην πλειονότητά τους στην Κίνα, παρότι πολλοί ειδικοί επισημαίνουν ότι το τελικό προϊόν δεν ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές. Χιλιάδες τέτοια τεστ έχουν κατακλύσει την αμερικανική αγορά. Οπως επισημαίνει ο λοιμωξιολόγος Μάικλ Οστερχολμ του πανεπιστημίου της Μινεσότα, «ο κόσμος δεν καταλαβαίνει πόσο επικίνδυνα είναι αυτά τα τεστ. Θυσιάσαμε την ποιότητα και την αξιοπιστία στον βωμό της ταχύτητας και τελικά στην κόψη του ξυραφιού βρίσκονται ανθρώπινες ζωές. Πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στην ασφάλεια». Στη χρήση των λεγόμενων «rapid tests», που βγάζουν αποτέλεσμα σε λίγα λεπτά, έχει εναντιωθεί και ο ΠΟΥ.

Αξιόπιστη μέθοδος

Πιο αξιόπιστα φαίνεται να είναι τα τεστ αντισωμάτων που γίνονται με την εργαστηριακή μέθοδο Elisa, με την οποία ανιχνεύεται η ακριβής συγκέντρωση αντισωμάτων στο αίμα ενός ατόμου. Συνήθως οι υψηλότερες συγκεντρώσεις αντισωμάτων υποδεικνύουν ισχυρότερη αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος.

Τα περισσότερα τεστ της αγοράς είναι τα λεγόμενα «γρήγορα τεστ», που μπορούν να διενεργηθούν σε ιατρείο ή ακόμα και στο σπίτι του ενδιαφερόμενου. Φαίνεται, όμως ότι είναι τελείως αναξιόπιστα και μπορούν να συμβάλουν στη λήψη καταστροφικών αποφάσεων και επιλογών. Η Βρετανία, ενδεικτικά, αγόρασε εκατομμύρια «γρήγορα τεστ» από την Κίνα και διαπίστωσε ότι τα περισσότερα μπορούσαν να ανιχνεύουν αντισώματα μόνο σε όσους είχαν νοσήσει βαριά. Στην Ισπανία η πραγματοποίηση τεστ αντισωμάτων κατέληξε σε φιάσκο, καθώς η αξιοπιστία τους ήταν 30% και όχι 80% όπως αναμενόταν, ενώ η Γερμανία παρασκεύασε το δικό της αξιόπιστο τεστ.

Η Τσεχία

Οι τσεχικές αρχές ανακοίνωσαν την έναρξη εκστρατείας υποβολής σε διαγνωστικά τεστ για τον COVID-19 σε δείγμα 27.000 ατόμων που δεν παρουσιάζουν συμπτώματα της νόσου αυτής που προκαλεί ο νέος κορωνοϊός SARS-CoV-2, προκειμένου να κάνουν μια μελέτη πάνω στη συλλογική ανοσία. Σκοπός της μελέτης αυτής, η οποία θα αφορά σε πρώτο στάδιο 5.000 ανθρώπους, είναι να υπολογιστεί το ποσοστό του πληθυσμού που έχει προσβληθεί. «Ενας αριθμός ανθρώπων δεν περιλαμβάνεται στα στατιστικά στοιχεία για τα θετικά κρούσματα μολονότι έχει προσβληθεί – ούτε και οι ίδιοι το ξέρουν, επειδή δεν είχαν συμπτώματα, αλλά ο οργανισμός τους έφτιαξε αντισώματα και μπορεί να μεταδίδουν τον ιό», δήλωσε ο υπουργός Υγείας της Τσεχίας, Ανταμ Βόιτεκ, σε ενημέρωση των δημοσιογράφων. Το τεστ αυτό θα στηριχθεί στην ανοσολογική αντίδραση, δηλαδή στην παραγωγή αντισωμάτων για την αντιμετώπιση του ιού, ώστε να εντοπίζεται σε αυτούς που είναι πλέον καλά στην υγεία τους. Αιματολογικά διαγνωστικά τεστ θα γίνουν τις δύο προσεχείς εβδομάδες σε εθελοντές, που δεν παρουσιάζουν συμπτώματα, όλων των ηλικιακών κατηγοριών και σε περιοχές της χώρας που έχουν πληγεί περισσότερο ή λιγότερο από την επιδημία. Τα αποτελέσματα αναμένεται να γίνουν γνωστά στις αρχές του Μαΐου.