ΚΟΣΜΟΣ

Ενας μήνας μεταξύ ζωής και θανάτου στην εντατική

gkka_18_0305_page_1_image_0003

«Θα ζήσει;» ρώτησε γεμάτη αγωνία η Κιμ Μπέλο, μιλώντας από την αυλή, ώστε να μην ακούσουν τα τρία παιδιά της τη συνομιλία με την ιατρό του συζύγου της, Τζιμ. Επί δύο εβδομάδες, ο Τζιμ πολεμούσε τον νέο κορωνοϊό στο γενικό νοσοκομείο της Μασαχουσέτης, διασωληνωμένος και συνδεδεμένος με συσκευή τεχνητής καρδιάς-πνεύμονα. Η δρ Εμι Ρούμπιν ευγενικά της απαντά πως, αν και υπήρχε ακόμη ελπίδα για τον Τζιμ, «η ειλικρινής γνώμη μου είναι ότι δεν θα τα καταφέρει».

Ο 49χρονος Τζιμ Μπέλο, ένας υγιής και αθλητικός δικηγόρος, εμφάνισε στις 7 Μαρτίου πυρετό 39,4. Στις 13 Μαρτίου διακομίστηκε στο γενικό νοσοκομείο της Μασαχουσέτης αδυνατώντας να αναπνεύσει. Οι πνεύμονές του στις ακτινογραφίες ήταν λευκοί σαν οστά, χωρίς κανένα χώρο συγκέντρωσης αέρα και γρήγορα διασωληνώθηκε.

Οσο παρέμενε σε τεχνητό κώμα στη μονάδα εντατικής θεραπείας, ακόμη και ένα άγγιγμα καταβαράθρωνε τα επίπεδα οξυγόνου του. Οι ειδικοί φοβούνταν ότι η καρδιά του θα σταματούσε και δεν θα κατάφερναν να τον επαναφέρουν. Δοκίμασαν τα πάντα: πειραματικά φάρμακα, χλωροκίνη, ρεμντεσιβίρη, τοποθέτηση πρηνηδόν, ώστε να αναπνέει ευκολότερα, και υποστηρικτικές συσκευές υψηλής τεχνολογίας.

Στην περίπτωση του Τζιμ, η ύστατη λύση των ειδικών ήταν ένας ριψοκίνδυνος ελιγμός, που, όμως, επέβαλε διακοπή της οξυγόνωσης για 30 δευτερόλεπτα – χρόνος ικανός να τον σκοτώσει. Η κατακλυσμική πτώση του Τζιμ Μπέλο, από αθλητικό δρομέα, ποδηλάτη και σκιέρ σε ασθενή που μάχεται να επιβιώσει, σηματοδοτεί τις τεράστιες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν γιατροί και νοσοκομεία στον πόλεμο με τον «πανούργο κορωνοϊό». Αντιμέτωποι με αυτόν, χωρίς αποδεδειγμένες θεραπείες, οι γιατροί βρίσκονται διαρκώς πάνω σε ένα «τρένο του τρόμου» ανάμεσα σε δοκιμές και σφάλματα, ενώ κινούνται σε εντελώς αχαρτογράφητα νερά.

H ύστατη προσπάθεια

Αφού οι ειδικοί δοκίμασαν κάθε γνωστή τεχνική και πειραματικό φάρμακο, διαπίστωσαν ότι η υγεία του Μπέλο δεν βελτιωνόταν. Ετσι αποφάσισαν να τον συνδέσουν με μια συσκευή τεχνητής καρδιάς-πνεύμονα, δηλαδή, στην εξωσωματική μεμβράνη οξυγόνωσης, η οποία αφαιρεί το αίμα του αρρώστου, το εμπλουτίζει με οξυγόνο και το επιστρέφει. Ωστόσο, στην ιατρική πράξη ελλοχεύει ο κίνδυνος επιπλοκών, όπως αιμορραγίες και εγκεφαλικά. Μέχρι σήμερα, η εξωσωματική μεμβράνη οξυγόνωσης έχει εφαρμοστεί σε εκατοντάδες ασθενείς με COVID-19, σε όλο τον κόσμο. Οι πνεύμονες του Μπέλο, όμως, είχαν σκληρύνει, ώστε η «συμμόρφωσή τους», ένα μέτρο ελαστικότητας, που είναι περίπου 100 στους υγιείς και 30 σε ασθενείς με βαριά αναπνευστική ανεπάρκεια, ήταν μονοψήφια.

Την τρομερή επιδείνωση κατέγραψαν επ’ ακριβώς οι ακτινογραφίες. «Αρχικά, έβλεπες υγρό και φλεγμονή», επισημαίνει ο δρ Γουσάζ Ραζ, επικεφαλής της μονάδας εξωσωματικής μεμβράνης οξυγόνωσης, στο γενικό νοσοκομείο της Μασαχουσέτης, «αλλά μπορούσες να διακρίνεις τους πνεύμονες. Στις 20 Μαρτίου, δεν έβλεπες παρά λευκό». Ο δρ Ραζ, πάντως, επισημαίνει πως η εξωσωματική μεμβράνη οξυγόνωσης στην πραγματικότητα δεν θεραπεύει τίποτα. Χαρίζει, όμως, πολύτιμο χρόνο στον άρρωστο, ώστε να συμβούν κάποια άλλα πράγματα στον οργανισμό του.

Καθημερινά οι γιατροί ενημέρωναν την Κιμ, τη σύζυγο του Μπέλο, η οποία εγκατέλειψε τη δουλειά της για να βοηθήσει τα τρία παιδιά της, ηλικίας 13 και 11 ετών, για τη δυσμενή εξέλιξη της υγείας του. Η ίδια και η 13χρονη κόρη της εμφάνισαν ήπια συμπτώματα, αλλά οι ιατροί θεώρησαν περιττό να τους κάνουν τεστ. Καθώς οι επισκέψεις στο νοσοκομείο είχαν απαγορευθεί λόγω της πανδημίας, η Κιμ και τα παιδιά, με τη βοήθεια μιας νοσηλεύτριας, μιλούσαν καθημερινά στον Τζιμ με ανοικτή ακρόαση.

Στις 27 Μαρτίου, εννέα ημέρες αφότου ο Τζιμ συνδέθηκε με την εξωσωματική μεμβράνη οξυγόνωσης και ενώ δεν έδειχνε κάποια βελτίωση, η δρ Ρούμπιν κάλεσε την Κιμ και της εξήγησε τη σοβαρότητα της κατάστασης. Ταυτόχρονα, τη διαβεβαίωσε ότι κανείς δεν εγκαταλείπει τον αγώνα, αν και οι ειδικοί εκτιμούσαν ότι ο Τζιμ θα κατέληγε.

Την επόμενη ημέρα, στις 28 Μαρτίου, οι ειδικοί μείωσαν την αναισθησία. Ο Μπέλο ξύπνησε, ανασήκωσε τα φρύδια του και προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια του. Αργότερα, έσφιξε το χέρι της νοσηλεύτριας και με νεύματα απάντησε σε ερωτήσεις. Μετά λίγες ώρες, ενώ παρέμεινε ξύπνιος, μόνος, αλλά με συνεχή παρακολούθηση στο δωμάτιό του, ο Τζιμ μετακινήθηκε αυξάνοντας την πίεση στα αγγεία του, με αποτέλεσμα η συγκέντρωση οξυγόνου στο αίμα του να καταβαραθρωθεί. Οι γιατροί τον έσωσαν, αλλά αναγκάστηκαν να τον θέσουν ξανά σε τεχνητό κώμα για να τον κρατήσουν ζωντανό. Υστατη λύση ήταν η άντληση του υγρού των πνευμόνων με την τοποθέτηση ενός ακόμη σωλήνα στη συσκευή τεχνητής καρδιάς-πνεύμονα. Για να το πετύχουν, όμως, έπρεπε να τον αποσυνδέσουν από την εξωσωματική μεμβράνη οξυγόνωσης για 30 δευτερόλεπτα και αμφέβαλλαν εάν θα επιβίωνε. Η δρ Ρούμπιν πρότεινε στην Κιμ να τον επισκεφθεί. Φορώντας προστατευτική στολή, η γυναίκα μπήκε στο δωμάτιο και παρέμεινε επί τρεις ώρες με τον σύζυγό της.

Τρεις ημέρες μετά τη συνάντηση κατεγράφη κάποια βελτίωση στην εικόνα των πνευμόνων του Τζιμ και μετά, αιφνιδίως, η βελτίωση ήταν τεράστια.

Στις 5 Απριλίου, 18 ημέρες μετά τη σύνδεσή του, αποσυνδέθηκε από την εξωσωματική μεμβράνη οξυγόνωσης. Παρέμεινε στον αναπνευστήρα, αλλά πήγαινε τόσο καλά που οι ιατροί αποφάσισαν να τον ξυπνήσουν σταδιακά από το τεχνητό κώμα. Λίγες ημέρες αργότερα, οι φυσικοθεραπευτές τον βοήθησαν να καθίσει το κρεβάτι και από εκεί και πέρα η ανάρρωση έγινε πραγματικότητα.

Οι γιατροί δεν γνωρίζουν γιατί ο Μπέλο επιβίωσε και ανέρρωσε. Δεν αποκλείουν, βέβαια, ότι συνέβαλε στην ευτυχή εξέλιξη η επίσκεψη της Κιμ.

Στις 14 Απριλίου, ύστερα από 32 ημέρες διασωλήνωσης, ο Τζιμ ανέπνευσε μόνος του για πρώτη φορά. Οταν βγήκε από τη μονάδα εντατικής θεραπείας για να μεταφερθεί σε θάλαμο, οι μέχρι τότε απελπισμένοι ιατροί και νοσηλευτές ξέσπασαν σε χειροκροτήματα. Ο Τζιμ απάντησε κουνώντας το χέρι. Τρεις ημέρες αφότου βγήκε από τον αναπνευστήρα, ο Τζιμ διακομίστηκε σε κέντρο αποκατάστασης και πλέον ονειρεύεται την επιστροφή του στη δικηγορία, ως εκπρόσωπος νοσηλευτικών ιδρυμάτων. «Αν ζω σήμερα, το οφείλω σε αυτούς τους ανθρώπους» είπε, ενώ τόνισε ότι δεν βλέπει την ώρα να επιστρέψει σπίτι του, στην οικογένειά του, ακριβώς όπως κι έγινε μια Παρασκευή απόγευμα.