ΚΟΣΜΟΣ

«Πάει πέθανε…» – Ο θάνατος σαν σήμερα του Τίτο και το γιουγκοσλαβικό αιματοκύλισμα

josip-tito1-thumb-large

Στο «σπίτι των λουλουδιών» στην αριστοκρατική συνοικία Ντέτινιε του Βελιγραδίου, το σημαντικότερο αξιοθέατο της Σερβίας, μεσούσης της άνοιξης, επικρατεί τούτες τις μέρες ερημιά.

Άλλα χρόνια, σαν σήμερα, 4 Μαΐου, νοσταλγοί της πρώην Γιουγκοσλαβίας, προσέρχονταν για να αποτίσουν φόρο τιμής στον υψηλό «ένοικο» και  τουρίστες, όλο το έτος, σχημάτιζαν ουρές, για να θαυμάσουν το επιβλητικό μαυσωλείο, όπου αναπαύεται ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς ηγέτες της Ευρώπης, ο Γιόζιπ Μπροζ Τίτο.

Οι επισκέψεις στο μαυσωλείο του αραίωναν όσο λιγόστευαν οι γαλουχημένοι στο μοντέλο εξουσίας του, εν ζωή θαυμαστές του λιγόστευαν, και σήμερα, ένας λόγος παραπάνω που, λόγω κορωνοϊού, δεν θα επιτραπεί ακόμα και στα εγγόνια του να του βάλουν λίγα λουλούδια.

Ισχυρή προσωπικότητα ο Κροάτης παρτιζάνος, ίδρυσε και κράτησε στιβαρά το τιμόνι της ομόσπονδης Γιουγκοσλαβίας μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ισορροπώντας με μαεστρία, στη μέση μιας επικίνδυνης  ψυχροπολεμικής διελκυστίνδας, μεταξύ ανατολικού και δυτικού μπλοκ. Αντιτάχθηκε στον πανίσχυρο και αδηφάγο Στάλιν, κρατώντας ταυτόχρονα σε απόσταση  ασφαλείας την Δύση από την οποία αντλούσε οικονομική και εμμέσως (όταν χρειαζόταν) γεωπολιτική στήριξη.

Ο Τίτο υπήρξε αναμφισβήτητα εμβληματικός ηγέτης, αγαπήθηκε από τους Γιουγκοσλάβους, αλλά το καθεστώς του μολονότι έφερε το επίχρισμα της αυτοδιαχείρισης, και είχε μια επίφαση δημοκρατικότητας σε σχέση με τα άλλα πιο σκληρά του «σοσιαλιστικού στρατοπέδου» ήταν στο βάθος του, προσωποκεντρικό  και  αυταρχικό.

Και  θα φανεί αυτό όταν στις 4 Μαΐου του 1980 θα αφήσει την τελευταία του πνοή σε νοσοκομείο της Σλοβενίας και το οικοδόμημά  θα διαλυθεί στα εξ ων είχε συντεθεί..

Το πώς πέθανε και κηδεύτηκε κατέγραψα στο βιβλίο μου «η κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας και οι ελληνικές φαντασιώσεις» (Επίκεντρο), μέσα από μαρτυρίες ανθρώπων που βίωσαν το παγκόσμιο εκείνο γεγονός, και καταχωρώ σήμερα  στην «Κ» με αφορμή την επέτειο σαράντα ακριβώς χρόνων από τον θάνατό του.           

«…Πάει, πέθανε»

Το πρωινό της 4ης Μαΐου του 1980 η νοσοκόμα Μιριάνα Τσαλιτς, δεν πήγε στη δουλειά της στο Πανεπιστημιακό Ιατρικό Κέντρο  της Λιουμπλιάνας όπου εργαζόταν στην μονάδα αιμοκάθαρσης.
Ήταν επιφορτισμένη με το να συνδέει καθημερινά το αιμοδιαλυτικό μηχάνημα στον υψηλό ασθενή που κουράριζε από τις αρχές Ιανουαρίου και την ημέρα εκείνη λόγω των πρωτομαγιάτικων αργιών σκέφτηκε να πάει εκδρομή στην εξοχή με την οικογένειά της.

Έβρεχε όμως και έτσι αποφάσισαν να πεταχτούν σε μια κλειστή κρατική πισίνα για να κολυμπήσουν.

Καθώς διέσχιζε την οδό Ζάλοσκα μπροστά στο νοσοκομείο έστρεψε ενστικτωδώς το βλέμμα της προς τον 7ο όροφο του κτιρίου.

Τα φώτα του θαλάμου της αιμοκάθαρσης ήταν σβηστά, τα παράθυρα σκοτεινά.

«Κατάλαβα ότι όλα είχαν τελειώσει», μου αφηγήθηκε τριάντα χρόνια μετά η Τσάλιτς στην Λιουμπλιάνα.

Είχα βρεθεί εκεί καλύπτοντας το ταξίδι του προέδρου της Δημοκρατίας Κάρολου Παπούλια και συμπτωματικά μια υπάλληλος της ελληνικής πρεσβείας, Ελληνίδα από την Κρήτη, παντρεμένη με Σλοβένο, μου είπε ότι η πεθερά της ήταν νοσοκόμα του Τίτο στα τελευταία του.

«Όταν το μεσημέρι επέστρεψα  στο σπίτι και άνοιξα την τηλεόραση, το πρόγραμμα είχε διακοπεί και στην οθόνη κυμάτιζε μεσίστια η σημαία της Γιουγκοσλαβίας…».

Την ίδια ώρα, 15.04 τοπική, μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, στο Βελιγράδι,  το τέλεξ στο γραφείου του Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη, μόνιμου ανταποκριτή στην γιουγκοσλαβική πρωτεύουσα κροτάλισε.

Οι τρύπες στην κορδέλα αποτύπωσαν στο χαρτί μόνο πέντε λέξεις: «Πέθανε ο  Γιοζιπ Μπροζ Τίτο…».

«Κατέβηκα στο ισόγειο όπου ζούσε η γραμματέας του προέδρου της ομοσπονδιακής βουλής και της είπα: πάει, πέθανε. Με κοίταξε με ένα απλανές βλέμμα και έκλεισε την πόρτα», θυμάται παλαίμαχος δημοσιογράφος-βαθύς γνώστης  του γιουγκοσλαβικού πειράματος.

«Οι σειρήνες ήχησαν μετά από λίγο σε όλη την Γιουγκοσλαβία. Ο «αιώνιος» είχε εγκαταλείψει τα εγκόσμια. Στην τηλεόραση η μετάδοση της είδησης καθυστέρησε μερικά λεπτά έως ότου ντυθούν κατάλληλα οι δημοσιογράφοι.

Στο Σπλιτ διεξαγόταν το ποδοσφαιρικό ντέρμπυ Χάϊντουκ-Ερυθρός Αστέρας Βελιγραδίου. Όταν τα μεγάφωνα ανακοίνωσαν την είδηση του θανάτου του Τίτο το παιχνίδι διακόπηκε, μέσα σε αναφιλητά, ενώ οι ποδοσφαιριστές αγκαλιασμένοι χαιρετούσαν τους οπαδούς, οι οποίοι επίσης ξεσπούσαν σε κλάματα».

Η Μιριάνα Τσάλιτς, όπως και οι περισσότεροι  Γιουγκοσλάβοι, δεν είχε γνωρίσει άλλον ηγέτη. Ο Τίτο εξουσίαζε επί τριάντα πέντε χρόνια, ο μύθος του «αθάνατου» τον περιέβαλε στην συνείδηση των ανθρώπων και ασφαλώς θα της ήταν δύσκολο να παραδεχθεί ότι πλησιάζει το τέλος του, αν δεν ζούσε στο προσκεφάλι του τις τελευταίες ώρες του.

«Την προηγούμενη μέρα, αργά το απόγευμα του κάναμε την τελευταία αιμοκάθαρση και φαινόταν ότι θα καταλήξει. Ο πυρετός δεν έπεφτε και τα ζωτικά του σημεία (σφυγμός, αναπνοή, πίεση…) δεν ήταν σταθερά. Τον αποχαιρέτησα χαμηλόφωνα, κρατώντας του το χέρι, κάτι που σίγουρα δεν ένιωσε γιατί  ήταν σε λήθαργο και υπό την επήρεια φαρμάκων για να μην υποφέρει… Δεν θα ξεχάσω ότι το πρόσωπό του παρέμενε όμορφο, και το δέρμα του ήταν χαλκοκόκκινο και ζωηρό..».

Εκείνο που δεν είχε συνειδητοποιήσει  τότε η όμορφη νοσοκόμα ήταν ότι αναχωρώντας από τον μάταιο τούτο κόσμο ο αδιαμφισβήτητος έως τότε αρχηγός θα άρχιζε και ο επιθανάτιος ρόγχος της πατρίδας της, που θα έσβηνε είκοσι χρόνια μετά αφήνοντας πίσω του ερείπια και εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες!

Η περιπέτεια της υγείας του Τίτο-και μαζί της Γιουγκοσλαβίας- θα ξεκινήσει επισήμως στις 3 Ιανουαρίου του 1980, όταν διακομίστηκε από το Βελιγράδι εσπευσμένα  στο νοσοκομείο της Λιουμπλιάνα, όπου  υποβλήθηκε σε αναλυτικές εξετάσεις.

Όχι ότι μέχρι τότε ήταν καλά και ανταποκρινόταν στα καθήκοντα του. Είχε πατήσει τα ογδόντα επτά και υπέφερε επί πολλά χρόνια από σάκχαρο και αθηροσκλήρωση πλην όμως αυτό το γνώριζε ένας στενός κύκλος συνεργατών του και αξιωματούχων του καθεστώτος, που φρόντιζε να προστατεύει προς τα έξω την εικόνα του «άτρωτου» από τον χρόνο και τις αρρώστιες ηγέτη.

Δύο μέρες μετά την εισαγωγή του στο νοσηλευτήριο πήρε εξιτήριο και αναχώρησε για το σπίτι του στο φημισμένο χειμερινό θέρετρο του Μπρντό, στη βόρεια Γιουγκοσλαβία.

Όμως σύντομα η κατάστασή του  θα επιδεινωθεί και  θα αναγκαστούν να τον  μεταφέρουν εκ νέου στο υπερσύγχρονο νοσοκομείο της Λιουμπλιάνα.

Καθώς οι ανησυχητικές φήμες για την πορεία της υγείας του διέτρεχαν την Γιουγκοσλαβία αλλά και όλο τον κόσμο, δεδομένου ότι ο Τίτο ήταν προσωπικότητα παγκόσμιας ακτινοβολίας, δυο διάσημοι καρδιοχειρουργοί της εποχής, ο αμερικανός  Michael DeBakey και ο σοβιετικός Marat Knyazev θα σπεύσουν  στην Λιουμπλιάνα για να βοηθήσουν, αλλά  οι προσφερόμενες υπηρεσίες τους δεν θα γίνουν δεκτές!

Φαίνεται ότι εκείνοι που πάνω από το κρεβάτι πάσχιζαν να τον κρατήσουν στη ζωή, δεν τους εμπιστεύονταν.

Ίσως και να φοβούνταν μήπως τον δολοφονήσουν. 

Παρά την ιδιαίτερα επιβαρημένη κατάστασή του οι Γιουγκοσλάβοι γιατροί προχώρησαν σε εγχείριση για την αφαίρεση ανευρύσματος στο αριστερό του πόδι, αλλά ο ασθενής υπέστη γάγγραινα και αναγκάστηκαν να το ακρωτηριάσουν από το γόνατο και κάτω.
Ο Τίτο αντέδρασε έντονα στην προοπτική να του κόψουν το πόδι.

Έδινε πάντα μεγάλη σημασία στην εμφάνισή του. Έβαφε με έντονα χρώματα τα μαλλιά του για να δείχνει νεότερος, εμφανιζόταν με πομπώδεις στολές φορτωμένες με παράσημα και γενικά καλλιεργούσε την εικόνα του γοητευτικού άντρα.

Μέγας γλεντζές, δεινός πότης-όσοι τον γνώριζαν έλεγαν ότι δεν ζωντάνευε πριν πιεί το πρώτο ουίσκι- έτρεμε στην ιδέα ότι θα χρειαζόταν να εμφανιστεί στο λαό του, αυτός ο αγέρωχος άντρας, κουτσός και αδύναμος γεροντάκος.

Και πώς θα τον αντίκριζαν στις τηλεοπτικές οθόνες οι γυναίκες, τις οποίες τόσο λάτρεψε και απόλαυσε την αγκαλιά τους και με το παραπάνω;

Ο Τίτο είχε την φήμη του γυναικά. Κανείς δεν έχει καταμετρήσει τις γυναίκες που  πέρασαν από  την αγκαλιά του, με την Γιοβνκα Μπροζ να ήταν η επίσημη και νόμιμη και πλέον ισχυρή προσωπικότητα.

Αυτή την δυναμική  γυναίκα και σύντροφο του ο Τίτο την έδιωξε από την συζυγική κλίνη, ως ύποπτη για κατασκοπεία και εκείνη τον «τιμώρησε» μένοντας πιστή στον «γέρο-πρίγκιπα» μέχρι το τέλος.

-Είχατε γνωρίσει τον Τίτο και πως σας φάνηκε; ρώτησα σε μια συζήτηση που είχα μαζί της για τους  ηγέτες που γνώρισε πλάι στον άντρα της, την χήρα του Ενβερ Χότζα, Νεζμιγέ και εκείνη μου απάντησε:

«Τον είδα δυο-τρεις φορές, μου έδωσε την εντύπωση του λάγνου, του γυναικά, του ανθρώπου που νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του…».

Μια άλλη κυρία, σύζυγος ηγέτη πρώην κομμουνιστικής χώρας, μια πανέμορφη στα νιάτα της γυναίκα, μου αφηγήθηκε, σε μαγνητοφωνημένη συνέντευξη, τον  άγαρμπο τρόπο με τον οποίο προσπάθησε να την φλερτάρει, παντρεμένη ούσα, ο Τίτο.

Δεν θεωρώ ότι πρέπει να αναφέρω το όνομα της, καθότι αφορά ένα καθαρά προσωπικό της θέμα, μολονότι δεν με δέσμευσε να μην το γράψω».   

«Ήμουν επίσημη προσκεκλημένη επικεφαλής αντιπροσωπείας γυναικών στο Βελιγράδι και ένα βράδυ ο Τίτο με κάλεσε, μόνο εμένα, εκτός πρωτοκόλλου σε δείπνο κάτι που θεώρησα μεγάλη τιμή προς το πρόσωπο μου. Ο Τίτο ήταν τότε ένας μύθος. Πήγα στην βίλα του και με οδήγησαν στην αίθουσα όπου επρόκειτο να δειπνήσουμε. Εκεί ήταν ο Ράνκοβιτς, στενός του συνεργάτης, εξ απορρήτων του.

Μετά από αναμονή αρκετής ώρας εμφανίστηκε ο Τίτο με έναν τεράστιο σκύλο, ντυμένος στα λευκά, με παράσημα στο στήθος. Μύριζε από μακριά βαρύ άρωμα. Είχε βάλει μπριγιόλ στα μαλλιά του. Αρχίσαμε να τρώμε οι τρεις συζητώντας και σε κάποια στιγμή ο Ρανκοβιτς διακριτικά αποχώρησε. Ο Τίτο κατέβαζε τα ποτά το ένα μετά το άλλο, ενώ εγώ δεν συνήθιζα να πίνω και αισθανόμουν λίγο άβολα βλέποντας να κοκκινίζει το πρόσωπό του και κάπου-κάπου να τραυλίζει. Σε κάποια στιγμή αισθάνθηκα κάτω από το τραπέζι το χέρι του να ακουμπάει το γόνατό μου. Εγινα έξαλλη. Σηκώθηκα χτύπησα το χέρι στο τραπέζι και του είπα: «σύντροφε Τίτο που είναι η κομματική σου ηθική; Πήρα την τσάντα μου και έφυγα ενώ αυτός γελούσε δυνατά…».

Με μια τέτοια λατρεία για το γερασμένο του κορμί, λοιπόν, ο «Φαραώ» των Γιουγκοσλάβων, πάσχιζε να περιφρουρήσει την ύστατη ώρα την εικόνα  του «σοφού γέρου που ο χρόνος δεν άγγιζε» την οποία καλλιεργούσε, ενίοτε με γελοίο τρόπο, κυρίως μέσω του στενού περίγυρού του, μια και συχνά δεν είχε επαφή με το περιβάλλον.

Πίσω στην Λιουμπλιάνα: Από την ημέρα που μαθεύτηκε ότι ο Τίτο μπήκε στο νοσοκομείο δηλώσεις πίστης και ευχετήρια κατέφθαναν από παντού.

Οι κάτοικοι μιας πόλης της Σερβίας του έστειλαν «το βιβλίο της αγάπης», υπογεγραμμένο από όλους τους, με ευχές για γρήγορα ανάρρωση. Οι υπογραφές ήταν πολλές περισσότερες από τους κατοίκους!

Οι γιατροί, μολονότι ήξεραν ότι πλέον ο «μεγάλος ασθενής» ακολουθούσε την μοίρα του δεν είχαν άλλη επιλογή από τον ακρωτηριασμό, αν ήθελαν να παρατείνουν την ζωή του έστω και για λίγο. 

Οι ανακοινώσεις τους στην αρχή βεβαίωναν ότι «η γενική κατάστασή του είναι καλή».

Σύντομα όμως σε μια από αυτές οι γιατροί παραδέχθηκαν ότι η εγχείριση «δεν είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα».

Εμφανίστηκαν επιπλοκές σε ζωτικά όργανα, τα νεφρά έπαψαν να λειτουργούν και στις 17 Φεβρουαρίου μεταφέρθηκε στον θάλαμο αιμοκάθαρσής.

Η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει. Θα έβγαινε από εκεί στις 4 Μαΐου νεκρός.

Όσο πλησίαζε το τέλος, τόσο τα σενάρια για το μέλλον της δεύτερης Γιουγκοσλαβίας χωρίς τον δημιουργό της Τίτο, φούντωναν.

Ο Τίτο ήταν ο εγκέφαλος και η ραχοκοκαλιά της ομοσπονδίας, ο ηγέτης που συνένωσε υπό την σκέπη ενός κράτους πολυγλωσσίες και πολυθρησκευτικές εθνότητες και κατάφερε να στηρίξει το οικοδόμημα με πυλώνες το κόμμα και τον στρατό.

Πώς θα πορεύονταν ο εθνοτικός αχταρμάς χωρίς την σιδηρά πυγμή του;

Θα συνέχιζαν οι λαοί της ομοσπονδίας  να συνυπάρχουν αρμονικά ή θα αναβίωναν προαιώνιοι ανταγωνισμοί και εθνοτικά πάθη που θα κατασπάρασσαν τη χώρα;

Ο ψυχρός πόλεμος βρισκόταν στην κορύφωσή του.

Η Γιουγκοσλαβία του Τίτο αποτελούσε σταθεροποιητικό παράγοντα στα σύνορα «ελεύθερου κόσμου» και «σιδηρούν παραπετάσματος», οι λεπτές γεωστρατηγικές ισορροπίες στην υπερευαίσθητη αυτή περιοχή της Ευρώπης, είχαν οικοδομηθεί με γέφυρα μια ενιαία και αδέσμευτη ομόσπονδη Γιουγκοσλαβία.

Πώς θα εκλάμβανε η  πανίσχυρη ακόμα Σοβιετική Ένωση, μια ενδεχόμενη αλλαγή πλεύσης της με πιθανή πρόσδεση της στο δυτικό άρμα ή, ακόμα χειρότερα στην διάλυσή της, και την δημιουργία νέων κρατών που θα σηματοδοτούσαν την ανατροπή του υφισταμένου status quo;

Θα έστελνε το Κρεμλίνο τα τανκς για να αποκαταστήσουν την "τάξη", όπως στην Ουγγαρία το 1956 ή την Τσεχοσλοβακία του 68 και τι θα έκαναν οι δυτικοί σε μια τέτοια περίπτωση, προσάρτησης δηλαδή της Γιουγκοσλαβίας στο Σύμφωνο της Βαρσοβίας;
Εν μέσω φημών στον παγκόσμιο τύπο περί ενδεχόμενης σοβιετικής επέμβασης η Μόσχα προέβη σε οργισμένη διάψευση δια του κρατικού πρακτορείου ειδήσεων ΙΤΑΡ ΤΑΣ χαρακτηρίζοντας τες «ωμές και προκλητικές».

Υπήρχε όμως κάτι πιο άμεσο και πιο πρακτικό, που πλανιόταν πάνω από το πτώμα του στρατάρχη. Ήταν το καυτό θέμα της διαδοχής.

Θεωρητικά ο Τίτο είχε λύσει αυτό το ζήτημα με την λειτουργία ήδη, υπό εκείνον πάντα, ενός συλλογικού προεδρείου, απαρτιζόμενου από εκπροσώπους των έξη δημοκρατιών (Σερβια,Κροατία, Σλοβενία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Μαυροβούνιο και Σ.Δ. Μακεδονία) και των δυο αυτόνομων περιοχών (Βοϊβοντίνα, Κόσσοβο).

Θα εξελίσσονταν όλα όπως όριζε το σύνταγμα που είχε φτιάξει ο ίδιος ή θα ξεσπούσε διαμάχη στο κόμμα και τα  άλλα κέντρα λήψης των αποφάσεων για την αντικατάσταση της συλλογικής ηγεσίας από ένα μόνο πρόσωπο;

Και ποιό μπορούσε να ήταν αυτό;

Ας δούμε όμως πως τον κήδεψαν Γιουγκοσλάβοι και ολόκληρη η ανθρωπότητα.

Η κηδεία

Οι Γιουγκοσλάβοι έκλαψαν στ αλήθεια τον Τίτο. Η προσωπολατρία που είχε καλλιεργηθεί δεκαετίες ολόκληρες, τον έχει «φυτέψει» βαθιά στην ψυχή τους.

Το «γαλάζιο τρένο» που μετέφερε την σωρό του από την Λιουμπλιάνα στο Βελιγράδι κινείτο αργά-αργά κάνοντας  στην διαδρομή στάσεις σε  πόλεις και χωριά όπου χιλιάδες πολίτες ήταν παρατεταγμένοι για να αποτίσουν το ύστατο χαίρε.

Κατά χιλιάδες έφταναν τα συλλυπητήρια τηλεγραφήματα στο συλλογικό προεδρείο, την κυβέρνηση και το κόμμα, από  ξένους ηγέτες, βασιλιάδες, δικτάτορες, αλλά και απλούς ανθρώπους στις πόλεις και τα χωριά που θρηνούσαν τον χαμό του «μεγάλου πατέρα», του «σοφού παππού», του «μεγαλύτερου γιου των εθνών και των εθνοτήτων μας».

Το φέρετρο με την σορό του εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο, στο κέντρο του Βελιγραδίου.

«Ουρές χιλιομέτρων, θλίψη και πολύ κλάμα, απ’ όλες τις ηλικίες, τις εθνότητες και το μορφωτικό επίπεδο, χαρακτήριζαν αυτόν τον ύστατο χαιρετισμό. Ήταν ο θάνατος και της Γιουγκοσλαβίας, όπως την ξέραμε, γιατί ο Τίτο συμπύκνωνε την ιδεολογική, κομματική και στρατιωτική εξουσία», λέει ο Λεωνίδας Χατζηπροδρομίδης.

Δημοσιογράφοι από κάθε γωνιά της γης είχαν σπεύσει στο Βελιγράδι για να καλύψουν  την εξόδιο ακολουθία που ξεπερνούσε κατά πολύ  τα όρια της κοινωνικοθρησκευτικής  τελετής.

Δεν ήταν μια απλή κηδεία, αλλά ένα γεγονός παγκόσμιας σημασίας.

Όπως  θα μεταδώσει ο απεσταλμένος των Νιου Γιορκ Τάιμς, εκατοντάδες χιλιάδες Γιουγκοσλάβοι είχαν «πλημμυρίσει» τους δρόμους και τους λόφους του Βελιγραδίου προκειμένου να ρίξουν έστω και μια ματιά στη μεγαλειώδη πομπή που μετέφερε τη σορό του ανθρώπου, που οδηγούσε τη χώρα επί 3,5 δεκαετίες: βετεράνοι παρτιζάνοι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με δεκάδες μετάλλια στο στήθος και δάκρυα στα μάτια, μεσήλικες νοικοκυρές, που δεν γνώρισαν άλλον ηγέτη στη ζωή τους απ’ αυτόν, μεγάλες ομάδες μαθητών, κρατώντας από μια σημαιούλα της Γιουγκοσλαβίας στο χέρι και με απορημένο βλέμμα.

Στην άκρη του πλήθους, ένας νέος γονάτισε πάνω από μια ανοιχτή εφημερίδα, που μιλούσε για το θάνατο του Τίτο και άρχισε να σιγοψιθυρίζει μια προσευχή.

Λίγο πιο κάτω, ο 68χρονος Νίκολα Μάργκις, ένας τεχνίτης με παχύ άσπρο μουστάκι που περίμενε δέκα ώρες στην ουρά προκειμένου να αποτίσει φόρο τιμής στον εκλιπόντα Γιουγκοσλάβο ηγέτη, έλεγε: «Ήταν κάποιος πολύ κοντά σ’ εμένα, όπως η οικογένειά μου. Επί 35 χρόνια ζήσαμε μαζί του και έχουμε μόνο καλά πράγματα να θυμόμαστε απ’ αυτόν».

«Την Πέμπτη 8 Μαΐου το απόγευμα έγινε η μεγαλύτερη μέχρι τότε κηδεία στην ιστορία της ανθρωπότητας με αντιπροσωπείες 127 χωρών απ’ τις 154 που ήταν εκείνη την εποχή μέλη του Ο.Η.Ε.

Στην ειδικά διαμορφωμένη εξέδρα ήταν όλοι εκεί. Ο Βίλι Μπραντ, η Ίντιρα Γκάντι, ο Μπρέζνιεφ, η Θάτσερ, ο Τσαουσέσκου, ο Σάντρο Περτίνι, που δεν μπορούσε να αποχωριστεί το φέρετρο και πολλοί άλλοι, με όλους τους συμβολισμούς που εξέφραζαν τότε και με τις μεταγενέστερες ανατροπές της ιστορίας.

Θυμάμαι τον Μπάμπη Δρακόπουλο, γραμματέα τότε του Κ.Κ.Ε Εσωτερικού, που είχε υπερβεί το χρονικό όριο παραμονής μπροστά στο φέρετρο και τον Γιώργο Κικίτσα, στρατηγό του ΕΛΑΣ, που ήλθε μόνο για να τιμήσει το νεκρό και επέστρεψε στην Ελλάδα το ίδιο βράδυ.

Η κηδεία του Τίτο ήταν ιστορικά και το τέλος της Γιουγκοσλαβίας, όπως την ξέραμε απ το 1945 ως το 1980.Γιατί στο πρόσωπο του συμπυκνώνονταν η εμπειρία του κόμματος, της ιδεολογίας και της εξουσίας, η αντίσταση στο ναζισμό, η πετυχημένη αντιπαράθεση και νίκη με το σταλινισμό, το 1948, η προσπάθεια διαμόρφωσης νέων κατευθύνσεων με την αυτοδιαχείριση και το κίνημα των Αδεσμεύτων» αφηγείται ο Χατζηπροδρομίδης.

«Η κηδεία του Τίτο», σημείωναν οι Νιου Γιορκ Τάιμς, «ήταν η πιο συγκινητική που βίωσε η Ευρώπη την τελευταία δεκαετία, ανάλογη της μεγαλειώδους πομπής της σορού του Στρατηγού Ντε Γκολ στον καθεδρικό ναό του Νοτρ Νταμ, το 1970.

Ηγέτες απ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης, ακόμη και βασιλιάδες, τον συνόδευσαν στην τελευταία του κατοικία, αντανακλώντας την παγκόσμια διάσταση της προσωπικότητάς του. Όπως πολύ λιτά αλλά εύστοχα το περιέγραψε το  το γιουγκοσλαβικό πρακτορείο ειδήσεων  Τανγιούγκ, ήταν μια «σύνοδος της ανθρωπότητας».

Την Ελλάδα εκπροσώπησαν ο τότε πρόεδρος της Δημοκρατίας  Κωνσταντίνος Τσατσος ενώ παρέστησαν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Ανδρέας Παπαν δρέου, ο Κάρολος Παπούλιας, ο Χαρίλαος Φλωράκης, ο γραμματέας του ΚΚΕ εσωτ, Μπάμπης Δρακόπουλος, κ.α.

Ηχηρή ήταν η απουσία του Τζίμι Κάρτερ. Με μια απόφαση που προκάλεσε τον ψόγο πολλών Δυτικών συμμάχων και ενόχλησε τους Γιουγκοσλάβους, ο Αμερικανός πρόεδρος αποφάσισε να μείνει σπίτι του και να στείλει αντ’ αυτού μια αντιπροσωπεία στην κηδεία του Τίτο, με επικεφαλής τον πρόεδρο Γουόλτερ Μοντάλ.

«Δεν έχουμε να απολογηθούμε για τίποτα», δήλωσε Αμερικανός διπλωμάτης, επισημαίνοντας πως ο Μοντάλ είναι μεγάλη προσωπικότητα.

Οι ξένες αντιπροσωπείες μαζί με μια λαοθάλασσα είδαν οχτώ στρατιωτικούς, με επίσημες στολές, να βγαίνουν από το κτίριο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, στο κέντρο της πλατείας Μαρξ και Ένγκελς, κουβαλώντας το φέρετρο στο οποίο κείτονταν η σορός του Τίτο.

Την ίδια ώρα, είκοσι ένας κανονιοβολισμοί απέδιδαν φόρο τιμής στον Γιουγκοσλάβο ηγέτη, το φέρετρο του οποίου τοποθετήθηκε πάνω σε ένα κανόνι και τυλίχθηκε με  την σημαία της Γιουγκοσλαβίας.

Στρατιωτική μπάντα παιάνιζε σε πένθιμο ρυθμό και πολεμικά αεροπλάνα της γιουγκοσλαβικής αεροπορίας «έσχιζαν» τον αέρα καθώς η σορός του Τίτο όδευε προς την τελευταία του κατοικία, μέσω της οδού Κνέζα Μίλοσα.

Πίσω από το φέρετρο, με χαραγμένη τη θλίψη στο πρόσωπό της και ντυμένη στα μαύρα ήταν η 56χρονη Γιοβάνκα Μπροζ, χήρα του Γιουγκοσλάβου ηγέτη.

Στο πλευρό της ήταν οι δύο γιοι του Τίτο από προηγούμενους γάμους του: ο 56χρονος Ζάρκο και ο 39χρονος Μίσο.

Δύο ώρες αργότερα και 2,5 μίλια μετά, η πομπή έφτασε στην κύρια κατοικία του Τίτο, στην οδό Ούζιτσα 15, στο προάστιο του Ντέντινιε, απ’ όπου φαίνεται όλη η πόλη. Είχε ζητήσει να ταφεί εκεί. Το φέρετρο τοποθετήθηκε πάνω από το έδαφος, σ’ έναν μαρμάρινο βωμό, όπου με χρυσά γράμματα ήταν χαραγμένο: Γιόσιπ Μπροζ Τίτο, 1892-1980. Πέθανε τρεις ημέρες πριν από τα 88α γενέθλιά του…;

Καθώς το χώμα σκέπαζε τον ιδρυτή της δεύτερης Γιουγκοσλαβίας, το ερώτημα «μετά τον Τίτο τι;», διέτρεχε απ άκρη σ άκρη την χώρα που  ο Κροάτης παρτιζάνος κυβέρνησε με σιδερένια θέληση και γροθιά.

Για τους  φορτισμένους συναισθηματικά από την  απώλεια απλούς ανθρώπους, δεν ετίθετο θέμα, η απάντηση ήταν απλή: «και πάλι Τίτο».

Το ίδιο και για τους μηχανισμούς εξουσίας που  πάσχιζαν να συντηρήσουν ποικιλοτρόπως τον μύθο ότι ο Τίτο θα είναι πάντα εκεί και θα καθοδηγεί τους λαούς της ομοσπονδίας.

Έτσι, σε αυτό το πνεύμα, το όνομά του μπορούσε να το δει κανείς με τεράστια γράμματα πάνω σε βουνά, λαξευμένο σε βράχους, στις προσόψεις δημόσιων κτιρίων γράφονταν συνθήματα.

Καθιερώθηκε μια σκυταλοδρομία, η «σκυτάλη του Τίτο» όπως ονομάστηκε, στην οποία ένα σκαλισμένο ξύλο μεταφερόταν από νεολαίους  από πόλη σε  πόλη  και κατέληγε στο Βελιγράδι όπου οργανώνονταν υποδοχές με χιλιάδες πιονιέρους, στρατιώτες, κ.α. να ψάλλουν τον «όρκο του Τίτο».

Παρότι οι Γιουγκοσλάβοι βομβαρδίζονταν συνεχώς  από την κομματική και κρατική  προπαγάνδα, με την ψευδαίσθηση ότι ο ανυπέρβλητος ηγέτης θα κυβερνάει εσαεί δια του πνεύματος του το οποίο  φυσικά ενσάρκωνε  ίδιο το σύστημα  που είχε εγκαθιδρύσει.

Οι πάντες αντιλαμβάνονταν ότι στις 4 Μάιου και ώρα 15.04 το ρολόι της ιστορίας για την Γιουγκοσλαβία είχε αρχίσει να μέτριοι αντίστροφα.

Ήταν θέμα χρόνου η πολυεθνοτική χώρα να εισέλθει σε τροχιά θεσμικής  αποσύνθεσης αφού  εξέλειπε  το στιβαρό χέρι  που θα συγκρατούσε τις φυγόκεντρες εθνοτικές δυναμικές που θα έβρισκαν πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθούν.

Το ξήλωμα του «πουλόβερ» δεν θα αργούσε να ξεκινήσει. Μετά τους αποχαιρετιστήριους κανονιοβολισμούς στην κηδεία του, τα κανόνια θα άρχιζαν σε λίγο να βροντούν, στην Κροατία, την Βοσνία-Ερζεγοβίνη και αργότερα στο Κόσοβο, για εντελώς διαφορετικούς όμως λόγους: να αποχαιρετίσουν, με αιματοκύλισμα, το δημιούργημά του.

Ο μέγας θεωρητικός του γιουγκοσλαβικού αυτοδιαχειριστικού πειράματος, στενός συνεργάτης του  Τίτο και μετέπειτα ισχυρός αντιφρονών Μιλοβαν Τζίλας, είχε γράψει προφητικά:

«Το σύστημά μας φτιάχτηκε μόνο για να το διευθύνει ο Τίτο. Τώρα που ο Τίτο έφυγε και που η οικονομική μας κατάσταση γίνεται κρίσιμη θα δημιουργηθεί μια φυσική τάση για μια  μεγαλύτερη συγκέντρωση  εξουσίας. Όμως αυτή η συγκέντρωση δεν θα πετύχει επειδή θα έρθει αντιμέτωπη με εθνοτικο-πολιτικές βάσεις εξουσίας στις δημοκρατίες. Δεν πρόκειται για κλασσικό εθνικισμό, αλλά για έναν πιο επικίνδυνο γραφειοκρατικό εθνικισμό, βασισμένο σε οικονομικά συμφέροντα, Έτσι θα αρχίσει να καταρρέει το γιουγκοσλαβικό σύστημα…».Και δεν έπεσε έξω.